Τρίτη, 31 Μαΐου 2011

ΤΟΤΕ Ο ΝΟΥΣ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΠΑΙΔΙ


Μια μέρα ο θάνατος θα μείνει στο δρόμο και απ’ τις ρωγμές της ασφάλτου θα φυτρώσει ζωή. Θα καίει σαν πίσσα που το μαύρο της θα ανοίγει προς μια εκτυφλωτική λευκότητα. Και θα λούσει. Οι ψυχές θα γράψουν τις λέξεις που πρέπει για να συγκλίνουν οι άνθρωποι. Να έρθει ο ένας προς το μέρος του άλλου για να μείνει, μιλώντας.

Τότε ο νους θα γίνει παιδί.
Με δυο μεγάλα αθώα μάτια να κοιτάζει.

Αόρατος περνάει, χωρίς να κουτσαίνει και περιμένει τον νέο οικισμό που θα λούσει. Να αλλάξει η φορά της φωνής, να περάσει αυτός ο καιρός και να έρθει ο νέος. Από το τέλος σαν θάλασσα θα σκεπάσει τη γη και τους ανθρώπους, αλλά σαν πελώρια αγκαλιά. Σίγουρη αγκαλιά ενός μωρού. Και θα βγάλει ρίζες από κάτω ο κόσμος, να περπατά.

Στο μέρος που θα βλέπει μόνο ο ήλιος και ο νους θα είναι παιδί.

(από το βιβλίο μου Πιο νύχτα δεν γίνεται που κυκλοφορεί σε λίγο από τις εκδ. Οξύ)

Παρασκευή, 27 Μαΐου 2011

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ (1955 - 2011): ΜΑΚΡΙΑ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΠΝΙΓΜΟΥ


Κι αν σε καμιά βαρκάδα σας

διακρίνετε στην ήρεμη επιφάνεια

τρεις πέντε δέκα φυσαλίδες

σαν ντο και σολ και μι

μη φανταστείτε μουσική

είναι λίγη σκουριά που όταν θυμάται

πιέζει κι ανεβαίνει.

Γι’ αυτό να μην ανησυχείτε

το πιάνο μου κι εγώ

είμαστ’ εδώ πολύ καλά

εκπνέοντας ίσως πότε πότε νότες άσχετες

αλλά μες στην ασφάλεια πλήρους ναυαγίου

και ιδίως

μακριά επιτέλους

από κάθε προοπτική πνιγμού.


Πιάνο βυθού, Ύψιλον 1991

--------------------------------------------


Είπα να βάλω στο τέλος αυτό

πονηρά κι όπως κάνουν στα θρίλερ

κάτι βγαίνει που δεν το περίμενες

κάτι που δεν φανταζόσουν.

Όμως παίρνω τα μέτρα μου εγώ

που το ξέρω και πάντα φοβάμαι

να το βάλω στο τέλος να σας

καρφιτσώσω τον τρόμο γιατί

που το ξέρετε ίσως μπορεί

και να μην


ξαναιδωθούμε.


Ο θάνατος το στρώνει, Ύψιλον 1986

----------------------------------------------

http://www.youtube.com/watch?v=ug8dD81c0Hk&feature=player_detailpage

http://www.youtube.com/watch?v=PLThlgiyWLU&feature=youtu.be

http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=279047
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=280124

http://www.vimagazino.gr/books-ideas/article/?aid=403465


ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ ΓΙΑΝΝΗ

Τρίτη, 24 Μαΐου 2011

ΑΝ ΑΝΘΙΣΕΙ ΞΑΝΑ Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΘΑ ΑΝΘΙΣΕΙ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ...


ΒΑΒΕΛ

Ομιλούμε αυτές τις ημέρες περί «συναίνεσης». Ομιλεί για «συναίνεση» ο Παπανδρέου, ομιλεί για «συναίνεση» η Τρόικα, ομιλεί για «συναίνεση» κι ένα μέρος του Τύπου, ενώ στην πραγματικότητα εννοείται αλλά και υποδεικνύεται αν δεν υπαγορεύεται η υποταγή ενός μέρους σε ένα άλλο.

Οταν άλλο διακηρύσσεται και άλλο επιδιώκεται δεν έχουμε να κάνουμε με κάποιο είδος διαστροφής των λέξεων, αλλά με απλή κυβερνητική επί των ανθρώπων. Δεν είναι λοξίες οι λέξεις, λαοπλάνα είναι η εξουσία...

......................................................

Το φαινόμενο είναι ευρύτερο. Αίφνης ο Καντάφι, λόγου χάριν, κατηγορείται για «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητος», ήτοι δολοφονίες αμάχων, δηλαδή για το ίδιο ακριβώς που κάνουν και οι «σύμμαχοι» που έχουν επέμβει στη χώρα του.

Αυτή η χρήση των εννοιών και των λέξεων σαν να έχουν δύο πρόσωπα όπως ο Ιανός - όμως μονά-ζυγά δικά μας και τα δυο, έχει κάνει το ψέμα εύκολο και τον έλεγχο της πολιτικής σχεδόν αδύνατον...

Ζούμε σε μια κοινωνία στην οποίαν ο δημόσιος λόγος (και διάλογος) είναι από χέρι υπονομευμένος. Διότι η ορολογία του συντίθεται κυρίως από κατά συνθήκη ψεύδη, από ψευδεπίγραφες έννοιες κι από παρενδεδυμένες λέξεις.

Η κυρίαρχη ιδεολογία έχει επιβάλει στερεότυπα που άλλα λένε κι άλλα εννοούν, ευφημισμούς αλλά και δυσωνυμίες, με αποτέλεσμα μια βαβέλ ασυνεννοησίας και κατά συνέπειαν αποκολοκύνθωσης σε μαζική κλίμακα- μωραίνει το σύστημα ους βούλεται απολέσαι.

Επί παραδείγματι: λέμε «προσωπικά δεδομένα». Δεν υπάρχουν «προσωπικά δεδομένα», υπάρχει γενικό φακέλλωμα, στο οποίον έχουν πρόσβαση οι πάντες: αστυνομία, μυστικές υπηρεσίες, τράπεζες, διαφημιστικές εταιρείες, ασφαλιστικές τοιαύτες και πας τις όστις τυγχάνει ενδιαφερόμενος.

Λέμε, «ανθρώπινα δικαιώματα». Δεν υπάρχουν παρά ως πρόσχημα προπαγάνδας και «ανθρωπιστικών επεμβάσεων» - άλλος ένας όρος κι αυτός λούφας και παραλλαγής κάτω απ' τον οποίον κρύβονται ο ιμπεριαλισμός και η αποικιοκρατία.

Τα «ανθρώπινα δικαιώματα» στην εργασία δεν υπάρχουν· στην υγεία, αργοπεθαίνουν· στην ασφάλιση, έχουν πάρει σύνταξη - μειωμένη κι ατιμωτική. Στην εκπαίδευση, σβήνουν και στην ελευθερία του λόγου, τυλίγονται σε μια κόλλα χαρτί από το πλείστον των ΜΜΕ και βεβαίως από το υπερόπλο της τηλεόρασης.

Λέμε: «ελεύθερη αγορά» και (θα έπρεπε να) εννοούμε το σκλάβωμα των ανθρώπων. Αλλά ούτε η ίδια η αγορά είναι «ελεύθερη», αιχμάλωτη είναι της μη πραγματικής οικονομίας, του τραπεζικού συστήματος και των υπερεθνικών μεγάλων εταιρειών. Των μονοπωλίων και των τραστ.

Λέμε: «απελευθέρωση της εργασίας» και συμβαίνει αποθηρίωση του κεφαλαίου. Πρόκειται για την προοδευτική κι εν τέλει οριστική κατάργηση των εργατικών κατακτήσεων ενός αιώνα - του τρομερού 20ού Αιώνα. Πρόκειται για την κατάλυση του πολιτισμού της εργασίας, της τέχνης που αυτός ο πολιτισμός παρήγαγε καθώς και των ελπίδων που γέννησε για μια ανθρωπότητα ανθρωπιστική. Διαδικασία που

με τη σειρά της συνοδεύεται από πλήθος αντίστοιχων τραβεστί νεολογισμών όπως η «ευέλικτη εργασία», οι «απασχολήσιμοι», η «διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού» κι άλλα πονηρά παρόμοια.

*****

Ορολογίες της πλάκας και της υποκρισίας, η σημειολογία μιας εξουσίας που μεταλλάσσει τις (αστικές έστω) δημοκρατίες σε τυραννίδες. Κλισέ που έχουν αναχθεί σε φετίχ της μαζικής μας αποβλάκωσης. Με τα οποία οι άνθρωποι σκέφτονται χωρίς καν να το συνειδητοποιούν, έτσι με τη δύναμη της αδράνειας.

«Ανταγωνισμός». Λένε «ανταγωνισμός» ως να επρόκειτο για το πλαίσιο του υγιώς επιχειρείν, ενώ πρόκειται για τον νόμο της ζούγκλας, όπου ο ισχυρότερος τρώει τον ασθενέστερο, ώσπου ο κάθε κλάδος της οικονομίας (εθνικής και διεθνικής) να μονοπωληθεί.

Λένε ότι ο ανταγωνισμός ρίχνει τις τιμές - βεβαίως! μέχρι να οδηγήσει στο μονοπώλιο, οπότε θα τις αυξάνει μόνο του πλέον το τέρας τραστ κατά το δοκούν.

Λένε «κρατισμός» και μέμφονται το κράτος αυτοί που το έχουν στα χέρια τους, πλουτίζουν απ' αυτό, κρατικοδίαιτοι και διαπλεκόμενοι, ενώ ταυτοχρόνως το ξεχαρβαλώνουν και το κάνουν σαν τα μούτρα τους: δυσλειτουργικό για τον λαό, αντιπαραγωγικό για το επιχειρείν και εχθρικό για όσους δεν είναι πελάτες της κομματοκρατίας.

..............................................

«Λαϊκισμός» - η αίσχιστη μομφή κατά του ίδιου του λαού από τους ποπουλιστές και τους δημαγωγούς που τον λεηλατούν και τον καταδυναστεύουν -το «κάτσε καλά» εναντίον όσων δεν έχουν γίνει ακόμα φυτά, θύματα της προπαγάνδας τους.

Με κορυφαίον τον «εκσυγχρονισμό» που σημαίνει ακριβώς το αντίθετο: την επιστροφή των εργαζομένων, αυτών που παράγουν τον πλούτο, στην εποχή του Ντίκενς, στο μεροδούλι-μεροφάι, στο μαμ-κακά-και νάνι.

Χέρι-χέρι, διαφήμιση και προπαγάνδα στη σύγχρονη Βαβέλ άλλα λένε και άλλα εννοούν. Λένε «πολυπολιτισμός» κι εννοούν τη δημιουργία χρήσιμων και προσοδοφόρων γκέτο μέσα στις πόλεις. Λένε «αυτοπροσδιορισμός» κι ανοίγουν την πόρτα για τον διαμελισμό χωρών και τον διχασμό λαών. Μιλάμε για Μη-Κυβερνητικές Οργανώσεις που όμως λαμβάνουν κυβερνητικές χρηματοδοτήσεις.

Λένε «πολιτική ορθότης» και στο όνομά της έχουν εξαπολύσει την πιο ιταμή αλλά και αποτελεσματική ιδεολογική τρομοκρατία από την εποχή της Ιεράς Εξέτασης. Ο καθένας, αν είναι αντιιμπεριαλιστής μπορεί να κατηγορηθεί για αντιαμερικανισμό. Αν είναι πατριώτης για εθνικισμό. Αν είναι αντισιωνιστής, για αντισημιτισμό. Αν ξέρει πέντε γράμματα, για αρχαιολαγνεία και προγονοπληξία.

Μια οργουελιανή βαβέλ, μια διαρκής καφκική δίκη προθέσεων και ιδεών -οι άνθρωποι έχουν καθιερώσει τα «εγκλήματα γνώμης» - τα ονομάζουν «εγκλήματα μίσους» κι όποιον πάρει ο χάρος (λες κι είναι, λόγου χάριν, κακό να μισείς τον ναζισμό). Επ' αυτού μάλιστα εξομοιώνουν τον κομμουνισμό με τον φασισμό και τρέχα γύρευε να βρεις οκτάωρο, Πικάσο και Ιησού Χριστό.

Ομως το μεγάλο τους επίτευγμα είναι το «διαίρει και βασίλευε» ήγουν η αξιοποίηση των παθολογιών.

Κάθε τάξη, κλάδος, κατάσταση έχει την παθολογία της, οι γιατροί, οι γεωργοί, οι δημοσιογράφοι, ο δημόσιος τομέας. Η ανάδειξη από τους κρατούντες Δυνατούς αυτών των παθολογιών σε γενικό χαρακτηριστικό της κάθε τάξης (π.χ. «οι γιατροί τα παίρνουν», «οι γεωργοί τεμπελιάζουν» και τα λοιπά) τις απονομιμοποιεί στη συνείδηση των άλλων, τις ξεφτιλίζει και τις καθιστά ευάλωτες στις ορέξεις των... «ελίτ».

Οπου «ελίτ» είναι μια ακόμη κρυπτωνυμία της αστικής τάξης, των εξ αυτής λαμόγιων και «νταβατζήδων».

Τέλος, το πιο οχληρό αλλά και πιο επικίνδυνο με όλο αυτό το έπος της αμερικανιάς στη σημειολογία που ελέγχει την κοινωνία είναι ότι υιοθετήθηκε (μάλιστα με την ευήθεια και τον ζήλο του νεοφώτιστου) από ένα μεγάλο μέρος της μη κομμουνιστικής αριστεράς· που κατέστησε έτσι εαυτήν παρακολούθημα των νεοφιλελεύθερων επιλογών, είτε αυτές εκφράζονταν υπό τη δορά μιας τάχα σοσιαλιστικής ρητορικής, είτε από τις υπαγορεύσεις των λύκων αυτοπροσώπως και φόρα παρτίδα.

Δώστε σε ορισμένους αριστερούς όρους όπως «φαντασιακό», «η αλήθεια του άλλου», «αφήγηση» (αντί για ιστορία), «αναστοχασμός» και πάρτε τους την ψυχή! Και αυτό ακριβώς έκαναν - τους πήραν την ψυχή!

Οπως και να 'χει, ένα τέταρτο του αιώνα αβάσταχτης ελαφρότητας περί το «τις βούλεται αγορεύειν» στην αγορά και στον δημόσιο βίο, ίσως η βλάβη να 'ναι πλέον ανήκεστος...

Αν όχι, θα το δούμε στους δρόμους.

Αν ανθίσει ξανά η ποίηση των ανθρώπων, θα ανθίσει στους δρόμους -στα σαλόνια πλέον τελείται μόνον η νεκρώσιμος ακολουθία όσων ζωγραφίσαν κάποτε στη ζωή μας μια «Κυριακή», μια «σχόλη».

Διότι, όταν ένας πρωθυπουργός βαφτίζει το ξεπούλημα «εκμηδενισμό της συμμετοχής του Δημοσίου», τότε οι λέξεις που βγαίνουν απ' το στόμα του έχουν φορέσει μαύρες κουκούλες και σκοτώνουν - τη λογική, τις ελπίδες, αλλά και τις όποιες πιθανότητες για μια στρατηγική συνεννόησης...


*Αναδημοσιεύω το εξαιρετικό κείμενο του Στάθη από την Ελευθεροτυπία με την υποσημείωση ότι είναι καταπληκτική η ομοιότητα και η σχέση "στοργής" που δένει τα τεκταινόμενα στην πολιτική σκηνή με τα συμβαίνοντα στην πολιτιστική κολυμπήθρα αυτής της χώρας...

Δευτέρα, 23 Μαΐου 2011

ΑΝΤΕΡΓΚΡΑΟΥΝΤ ΧΩΡΙΣ ΣΤΡΑΣ




Πρωϊνό Πέμπτης 6 Δεκεμβρίου 1990. Με βαριά διάθεση σαν ένα βαθύ πόνο ετοίμαζα τη σχολική μου σάκα. Δεν ήταν εκείνη η γνώριμη κακοδιαθεσία που παρέπεμπε στη βαρεμάρα για το σχολείο. Ήταν κάτι απροσδιόριστο. Σε όλο το δρόμο σιγοτραγουδούσα ένα πολύ αγαπημένο μου τραγούδι, «πού να γυρίζεις, πού να γυρίζεις...» Μόλις φτάνω στην καγκελόπορτα του σχολείου βλέπω τους φίλους μου να τρέχουν αλαφιασμένοι προς το μέρος μου φωνάζοντας: «Πέθανε ο Παύλος, πέθανε ο Παύλος!!» Χωρίς να μπορώ να κάνω αυτόματα τη σύνδεση, άρχισα να επαναλαμβάνω εκείνο που είχα ακούσει. Πέ-θα-νε ο Παύ-λος.

Σκοτάδι ξαφνικά κι η καρδιά μου χτυπάει απροσάρμοστα. «Γιατί;» ρώτησα. Η απάντηση όμως ήταν γνωστή. Ο θάνατός του ήταν θέμα χρόνου. Η εξάρτηση δύσκολα παλεύεται κι η πρέζα είναι γλυκιά, πολύ γλυκιά μα είναι κλειστά τα περιθώριά της. Νομίζω πως όλες τις ώρες των μαθημάτων της μέρας εκείνης, κανείς απ΄ τους φίλους μου δεν ήταν στην αίθουσα. Ήμασταν όλοι ως ει παρόντες, περιμένοντας συνωμοτικά να χτυπήσει το κουδούνι για το σχόλασμα. Χωρίς να μιλάμε, με τα κεφάλια κατεβασμένα πήραμε ο καθένας το δρόμο για το σπίτι του. Εκείνο το απόγευμα αποφάσισα να μην πάω στο φροντιστήριο κι έκατσα στο στερεοφωνικό βάζοντας το ένα LP μετά το άλλο. Δεν ήθελα να συζητήσω τίποτα που να αφορά στο γεγονός.

Στις 8 Δεκεμβρίου η αναγγελία του θανάτου του ήταν πρωτοσέλιδο στην Ελευθεροτυπία. «..Παραιτήθηκε απ΄ τη ζωή... Λευκός θάνατος... 41χρόνων.» Από εκείνη την ημέρα ξεκίνησε η «αγιοποίηση» του Παύλου από μία μερίδα του τύπου αλλά και από ανθρώπους που όσο ζούσε τον είχαν στα μαύρα κατάστιχα. Γράφηκαν βιβλία- κι ακόμα γράφονται- έγινε ταινία με θέμα τη ζωή του από το φίλο του σκηνοθέτη Ανδρέα Θωμόπουλο, ακούστηκαν πολλά. Ο Παύλος πουλάει περισσότερο μετά θάνατον. Κι ένα ερώτημα αυτόματα γεννιέται: Γιατί πρέπει πάντα να αναγνωρίζουμε το μέγεθος ενός ανθρώπου αφού πεθάνει; Γιατί τότε είναι ακίνδυνος. Γιατί η σκόνη απ΄ τη λάμψη του μπορεί να γίνει ο δικός μας μανδύας.

Δεν ξέρω τι ήταν ο Παύλος για τους άλλους. Ξέρω τί ήταν για μένα και τη γενιά μου. Ένας άνθρωπος. Χωρίς φωτοστέφανο. Με ευαισθησίες, λάθη, αλήθειες που δεν τις έκρυψε ποτέ. Κι εμείς, είχαμε βρει στη φωνή και τα λόγια του τη δική μας φωνή. Για όλα όσα μας έλειπαν, ζούσαμε, ζητούσαμε.
Ο Σιδηρόπουλος άφησε ένα κενό που δεν μπορεί να καλυφθεί. Έχουν προσπαθήσει αρκετοί, μα χωρίς αποτέλεσμα. Χάθηκαν στο κυνήγι της εμπορικότητας και της δόξας. Ίσως γιατί βαθιά μέσα τους, είναι αντεργκράουντ με στρας.

Είκοσι ένα χρόνια μετά και τα τραγούδια του όχι μόνο δεν ξεθώριασαν αλλά απέκτησαν με το πέρασμα των χρόνων μεγαλύτερη δυναμική. Οι γενιές που ακολούθησαν τη δική μου μιλούν γι΄ αυτόν σαν να είναι εδώ. Γιατί οι καιροί εξακολουθούν να είναι δύσκολοι για πρίγκιπες. Γιατί οι σοβαροί κλόουν συνεχίζουν να συλλαβίζουν την αλφαβήτα της σιωπής.

Παυλάκη, όπου και να γυρίζεις, να είσαι καλά. Κι όσο για μας, άντε και καλή τύχη μάγκες.

 

Μαρία Χρονιάρη


Περιοδικό Οδός Πανός, τχ. 153-154
Απρίλιος - Σεπτέμβριος 2011

Σάββατο, 21 Μαΐου 2011

ΜΟΝΟ ΕΛΑ ΛΙΓΟ ΠΙΟ ΚΟΝΤΑ



Δεν υπάρχει που, πότε και πώς. Η φωνή σπάει. Σα φλέβα. Το αίμα. Έξω. Το βιολί του Μαγκλάρα. Είναι ο επικήδειος. Η παύλα του Παύλου. Οριστικά. Στα 42. Αγίου Νικολάου ανήμερα. Μούπες θα φύγω χθες το βράδυ ξαφνικά. Έφυγε. Ένας ορίτζιναλ σε μια χώρα ιμιτασιόν. Έγραψε η Ελευθεροτυπία.
Το υπόγειο στη Πιπίνου που κουβεντιάζαμε τα πρωινά είναι κλειστό. Τι σε πρόδωσε; Όλοι. Αλλά περισσότερο απ’ όλους ο εαυτός μου. Υπάρχουν φορές που ο άνθρωπος μέσα πολεμάει τον άνθρωπο έξω. Να γίνεις εσύ. Μετά ο μύθος. Ισορροπιστής στο κενό. Θα πέσω. Επειδή το ροκ είναι ρεμπέτικο. Η μαύρη και η άσπρη πλευρά.

Ο Μίκυ Μίκυ άξιον εστί. Αλλά και Μαρκόπουλος στο Ηρώδειο. Και Στόουνς: «Τι άλλο μπορεί να κάνει ένα φτωχό παιδί από το να τραγουδάει σε μια ροκ εν ρολ μπάντα, μιας και στο κοιμισμένο Λονδίνο δεν μπορεί να βρει θέση κάποιος που θέλει να διαδηλώνει τις ιδέες του στο δρόμο;»
Αν και Ροντέο. Και Κύτταρο. Να ακούγονται καθαρά οι ελληνικοί στίχοι. Όχι μόνο it’s only rock’n’ roll and I like it. Να υπάρχει η ελληνική φράση. Γιατί εγώ ξέρω στο κρεββάτι τι θα πει ροκ εν ρολ.
Με τη γούνα της κυρίας Τζένης. Στη Δροσοπούλου. Στη Πατησίων και αλλού. Ένας αθηναικός κλόουν. Με σοβαρούς σκοπούς. Ωραίος σαν Έλληνας. Με ή χωρίς τη Γιόλα. Με ή χωρίς τη γενιά του. Ντροπαλός. Η ντροπή είναι η ταυτότητα των αληθινών.

Καμιά φορά κοιτάζω τον κόσμο. Νομίζω πως είναι φωτογραφία. Έξω βραδιάζει. Πες μου αν μ’ αγάπησες όσο η νύχτα τη σιωπή. Οι άνθρωποι μπαίνουν και βγαίνουν από τις ίδιες τρύπες. Με τον ίδιο φόβο που παγώνει το μέτωπο. Στάζει. Και ο Παύλος εκεί. Θα σταματήσω ποτέ να κρυώνω; Το δεξί χέρι δεμένο, παράλυτο. Τραγουδάω με το σώμα, έχω αφήσει το λαρύγγι στο σπίτι μου. Φοράει το χιτώνιο του Χριστού. Τις ρυτίδες του Φρόιντ. Αδύνατος Μαρξ. Αδύναμος.
Δεν ξέρω αν είναι καλά ή κακά τραγούδια. Δεν ξέρω αν γράφουν ή δεν γράφουν ιστορία. Αν μυθοποιούν ή απομυθοποιούν την πρέζα. Αν υπάρχει ή δεν υπάρχει λύση. Αυτή η μουσική. Δεν μιλιέται. Γίνεται. Έγινε.

Μια μέρα. Παίζαμε πινγκ πονγκ στη Σπετσών. Ένα μπιλιαρδάδικο. Μετά το περιοδικό. Κατεβαίνεις σκαλιά. Μεσημεράκι. Ήλιος. Να μ’ ακούς εμένα, είμαι δεκατρία χρόνια μεγαλύτερος. Έχασε.
Πες μου κάτι, μίλησε. Δεν αντέχω στη σιωπή. Ήτα. Διακλαδώσεις. Εν λευκώ εαυτών. Κάτω από αυτές τις συνθήκες. Τρέμω. Δεν μπορείς ποτέ να βρεις τη σωστή διαδρομή. Πώς θα βγω; Παίζαμε τυφλόμυγα. Ποιος είμαι; Άνθρωπος. Παιδί. Νόημα. Χαμένο. Να μ’ αγαπάς.

Το ροκ εν ρολ με κάνει και φεύγω. Πολλές πραγματικότητες. Συγκρούονται. Η αγάπη είναι σαν το Πολυτεχνείο. Λατρεία θανάτου.
Όσα περισσότερα στεφάνια τις φέρνεις, τόσο πιο ψεύτικη δείχνει.

Να μ’ αγαπάς.

Σταύρος Σταυρόπουλος

Περιοδικό Οδός Πανός, τχ. 153-154
Απρίλιος - Σεπτέμβριος 2011

*Ευχαριστώ τον Γιώργο Χρονά για την δημοσίευση του κειμένου



ΔΕΙΤΕ ΚΑΙ ΕΔΩ
http://xorisaitia।blogspot.com/2011/09/blog-post_27.html
http://www।pavlos-sidiropoulos.gr/index.php


Πέμπτη, 19 Μαΐου 2011

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΗ ΔΙΑΠΑΣΩΝ - ΤΕΛΟΣ

«Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου»: Πρώτα βιβλίο, τώρα παράσταση.

Rolling Stones, Τζάνις Τζόπλιν, Sex Pistols, Joy Division, U2, Ξύλινα Σπαθιά, Σιδηρόπουλος, Ασιμος, Ενδελέχεια, Διάφανα Κρίνα. Ροκιές στη... διαπασών, που διαπερνούν μελαγχολικά απογεύματα σε δρόμους του Μοσχάτου, τη ζεστασιά της άγονης γραμμής, παρακμιακά μπαρ, σκηνές cult ταινιών, χαμένους έρωτες.

Φύσει και θέσει ροκάς, ο Σταύρος Σταυρόπουλος έγραψε ένα έργο γεμάτο ήχους και δυνατές αισθήσεις με τίτλο Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου (Απόπειρα). «Αυτό το βιβλίο δεν είναι μυθιστόρημα, είναι μόνο εσύ, λέξεις γι' αυτό το εσύ...», προειδοποιεί ο συγγραφέας για ένα αιρετικό κείμενο το οποίο δεν χωρίζουν κανονικά κεφάλαια, παρά μόνον τραγούδια.

Κι όμως. Ακριβώς αυτό το πυκνό, πολυσήμαντο, παραισθησιογόνο μίγμα, συγκίνησε τη μουσικοθεατρική κολεκτίβα illuminArti. Και αποτόλμησε να το μεταφέρει με υπότιτλο «Μια ιστορία στη διαπασών» στη σκηνή του θεάτρου «Altera Pars».

Είναι η πρώτη σκηνική απόπειρα της ομάδας και «μια παράσταση για την αντοχή μιας γενιάς που φετιχοποίησε τις αντιθέσεις της, μετατρέποντάς τες σε τοπίο αναμνήσεων. Μια παράσταση με σπαράγματα που λειτουργούν οπτικοποιημένα. Μονοπλάνα γκροτέσκα, θωπείες που γλίστρησαν από την κλεψύδρα του χρόνου. Οι χαμένες κασέτες της εφηβείας που περίσσεψε. Μουσική που γίνεται λόγος. Βαρύς».

Οπως διευκρινίζει η νέα κολεκτίβα για την ομότιτλη με το βιβλίο του Σ. Σταυρόπουλου παράστασή της, «η προσέγγισή μας χωρά μέσα σε αυτό το κείμενο τρεις τέχνες. Το χορό, τη μουσική και το θέατρο. Σε μια παράσταση που τα προφανή θα λείπουν ή θα είναι δυσδιάκριτα και η ουσία θα κρύβεται πίσω από τις λέξεις, τις νότες και τα σώματα. Μια παράσταση στην κόψη του ξυραφιού. Χωρίς ανάσα. Με θορυβώδη σιωπή, με φωτιά».

Οι illuminArti είναι οι: Αντιγόνη Χρόνη, Ελενα Σταματίου, Βαγγέλης Πιτσιλός, Ηλίας Πανταζής, Μαρίνα Ρηγοπούλου, Γεωργία Μήτσουρα, Παντελής Πολίτης, Αλέξανδρος Ρουμπέσης, Εβελίνα Παπαευθυμίου, Αρτεμις Μπρατάκου, Αλέξανδρος Κουρεβέσης και Μάριος Πετρίδης.

Ιωάννα Κλεφτόγιαννη, Ελευθεροτυπία, 18 Μαίου 2011


**
Altera Pars: Μ. Αλεξάνδρου 123-Κεραμεικός (Μετρό Κεραμεικός), τηλ. 210-3410011. Σήμερα η τελευταία παράσταση.

Θα συναντηθούμε ξανά, όταν οι λέξεις δημιουργήσουν νέες πραγματικότητες. Αυτή τη φορά, εκτός του οργανικού σώματος τ
ου κειμένου.


ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ
http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=276421

Γι αυτό αυτό το βιβλίο δεν είναι μυθιστόρημα, και είναι μόνο εσύ, λέξεις γι αυτό το εσύ, εικόνες πού είναι εσύ, μουσικά αφιερώματα σε ένα εσύ πού δεν τα κατάφερε, κουράστηκε και ταξίδεψε τελικά εκτός θέματος.

Γι αυτό αυτό το βιβλίο είναι μόνο ασκήσεις αναπνοής χωρίς εσένα, χάρτινα παιδικά καραβάκια, χαμένα ηλιοβασιλέματα, απελευθέρωση αιχμάλωτων συχνοτήτων, ασπρόμαυρα όνειρα, μαθήματα επιβίωσης, βουβές ταινίες χωρίς σενάριο, αδύναμα σχέδια, ροκ μανιφέστα, υγρός ίλιγγος, ενηλικίωση, και δεν είναι μυθιστόρημα.

Γιατί τα μυθιστορήματα μάτια μου έχουν αρχή, μέση και τέλος, όπως τα παραμύθια τής γιαγιάς κι αν μπερδευτείς και ξεκινήσεις ανάποδα, οι προτάσεις αρχίζουν να σε αποφεύγουν, οι λέξεις γίνονται ξαφνικά κτητικές, απαιτούν από σένα όλο το νόημα, όλο το χρώμα, θέλουν να σε αποκτήσουν και συ αντιδράς, σηκώνοντας τα χέρια. Άλλωστε, δικό μας είναι μόνο ότι αγαπάμε βαθιά, αυτό το ξέρουν όλοι, μόνο εσύ φαίνεται να το έχεις ξεχάσει προσωρινά και να κάνεις πώς δεν το θυμάσαι.

Παρόλα αυτά, δεν προχωράει τίποτα, όλα μένουν ακίνητα, οι άνθρωποι συνεχίζουν ως φωτογραφίες, κι εμείς πιο παγωμένοι από ποτέ, απολιθωμένοι μα επιζώντες - ώριμοι ή έρημοι δεν έχει σημασία - απογοητευμένοι πού δεν γίναμε τραγούδια, περιφέρουμε τις απουσίες μας σα λαμπάδες και τα προσπερνάμε, παραμένοντας καρφωμένοι στη θέση μας.

Έτσι κι αλλιώς μια μέρα η Γη θα γίνει πίνακας συλλεκτικός και θα στολίζει τις γκαλερί τού χρόνου, περνώντας απ' την αθανασία στην αιωνιότητα.

Έτσι κι αλλιώς μια μέρα όλα θα χαθούν στο φως.

Ή σ' ένα τραγούδι των Stones...

Anybody seen my baby? Anybody seen her around ?


ΕΝΑ

ΔΥΟ

ΤΕΛΟΣ


Τετάρτη, 18 Μαΐου 2011

ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ


Ευχαριστώ την διαδικτυακή Ποιητική Επιθεώρηση Τέχνης "Ποιείν", τον Σωτήρη Παστάκα και τον Σπύρο Αραβανή για την αναγγελία της κυκλοφορίας του νέου βιβλίου μου με την δημοσίευση αποσπασμάτων.

Και για να συμφωνήσω με κάποιον απ' τους σχολιογράφους της ανάρτησης: Πράγματι, "αν θέλετε να εξημερώσετε τις λέξεις για να μην σας απειλούν με μετέωρο νόημα, δεν γίνεται".
Έχετε δίκιο κύριε Μίχο.

http://www.poiein.gr/archives/13788/index.html

Δευτέρα, 16 Μαΐου 2011

ΜΑΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑΡΗ: ΤΟ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ


ΜΑΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑΡΗ, Εκεί που αλλάζω ζωές, εκδ.Απόπειρα

Τα τοπία της Μαρίας Χρονιάρη συσπειρώνουν γύρω τους την διακύμανση μιας ταχυπαλμίας της μνήμης που πάλλεται προς το αναπόδραστο της ύπαρξης. Κυρίως, όμως, είναι ανοιχτά στην αγάπη, με τον τρόπο και το μέτρο που η σημερινή κοινωνική συνθήκη αρνείται να ενστερνιστεί. Εδώ δεν πρόκειται για τη λέξη αγάπη που απλώς εγκολπώνεται την έννοια της εγκατάλειψης ή της ερημίας -εμφανώς επηρεασμένη από την νεωτερικότητα- ή για μια ακόμα εκδοχή αναψηλάφησης του ρομαντισμού.

Το «Εκεί που αλλάζω ζωές» αναζητά, μέσω του αρθρωμένου λόγου του, τις αθέατες ρίζες αυτής της έννοιας, αναδιατυπώνοντας τα ερωτήματα που εξαιρούν την λαθροχειρία της σημερινής της ετυμολογίας. Το «εγώ» χαμηλώνει πολύ, κατέρχεται την χαίνουσα ιστορία του. Υποτάσσεται κάτω από το βάρος της επιθυμίας ζωής, που είναι τελικά και τελεσίδικα, επιθυμία αγάπης.
Ο μοντερνισμός έκοψε αυτό τον ομφάλιο λώρο που συνέδεε την αγάπη με την θυσία του «εγώ» σε αυτήν, αποκόπτοντάς την συγχρόνως, και από την ακρότατη πνευματική της διεκδίκηση.

Η Μαρία Χρονιάρη, στην πρώτη της συλλογή, εμμένει σθεναρά στην σχισματική υπεράσπιση αυτής της εγκαταλειμμένης θυσίας: «Τίποτα δεν έζησα χωρίς να φοβάμαι μην τσαλακωθείς» (σελ.54). Ή: «Μην κλείσεις τα μάτια σου απόψε. Θα χαθώ» (σελ.41).
Ο τρόπος που το κάνει, αναθρώσκει μια αλχημεία φρεσκάδας. Η ένταση και το πεδίο του λόγου παραπέμπουν σε βύθεια εξομολόγηση: μια μικροπερίοδο από διαφάνειες που εμφανίζονται η μία κατόπιν της άλλης και φτάνουν να κορυφώσουν το όποιο νόημα, σχεδόν καρφιτσώνοντάς το εν είδει σημαίας.
Αυτή η ένσαρκη στολή των λέξεων συγκροτεί τελικά το ποίημα, ως υποκείμενο της στιγμής, ως κοινωνία έλξης, αλλά και ως μορφή του άφατου, του αναρίθμητου, του ατελούς.

Ουσιαστικά, αυτό που κάνει τo ποίημα είναι να «διορίζει» με έναν ανακριβή τρόπο –ο Χάινερ Μίλλερ είχε πει ότι στην τέχνη όλα τα ακριβά είναι ανακριβή– τον έλεγχο των σιωπών πάνω στις καθημερινές λέξεις.
Κάτω απ’ αυτό το πρίσμα, το «Εκεί που αλλάζω ζωές» πλειοδοτεί σε σιωπές, αφού πότε με την δύναμη του αποφθέγματος, πότε με το θραύσμα της εντυπωμένης εικόνας, πότε με την αιχμή του συνθήματος, δημιουργεί ένα παλίμψηστο σημείων, ένα φασματοσκόπιο, όπου το μετέωρο συνοικεί με το κατασταλαγμένο. Οι λέξεις γίνονται επιγραφές: «Εκείνο που με πειράζει πιο πολύ είναι που μέσα στα μάτια σου σώπασαν τα συνθήματα» (σελ. 38).
Η ζωή που γεννά ζωές και γυρίζουν, ως παραισθητικός μύλος, καταρρέει πάνω στα συμπτώματά της, για να ξαναγεννηθεί νεότερη: «Αύριο θα είναι όλα χτες. Αρκεί το αύριο να είναι σήμερα» (σελ. 11).

Κάθε άνθρωπος επισκέπτεται τις σκιές και τις επικαλείται. Σχεδόν διατάζει την παρουσία τους για να χαθεί μέσα σ’ αυτές, και να ζήσει ως αόριστα ζωντανός στην περιοχή τους. Εκείνο που τελικά εμφανίζεται μπροστά του είναι ένας ζωντανός ίσκιος, όπως το είπε ο Ρολάν Μπαρτ, στα «Αποσπάσματα του ερωτικού λόγου». Ένα αποτύπωμα ονείρου, ένα «φάντασμα»: «Δεν έχω πια άλλες απορίες για τη ζωή. Μου τις έλυσαν τα φαντάσματα» (σελ. 55).

Τμηματικά, στο βιβλίο, εκβάλλεται ένας διάλογος, μια υποψία επαφής μεταξύ δυο προσώπων που προσπαθούν να πλησιάσουν. Ακόμα και αν πρόκειται για φυσική παρουσία, η απεύθυνση της ποιήτριας αποκαθιστά εδώ τον βασικό – και αθέατο – κανόνα του έρωτα: Η συνάντηση είναι με τον εαυτό σου, όχι με τον άλλον: «Κάθε μέρα κατεβάζω τα συναισθήματά μου στον κάδο ανακύκλωσης. Με την ελπίδα κάποιος να βρεθεί να τα σώσει» (σελ. 49).

Δεν πρόκειται για την ίδια μορφή αποδοκιμασίας της πραγματικότητας. Πάλι ο Ρολάν Μπαρτ, κάνει τον εξαιρετικό διαχωρισμό ανάμεσα στο εξωπραγματικό και στο απραγματικό. Η απώλεια του πραγματικού συμπαρασύρει δυο ακόμη συνεκφράσεις πτώσης: Στη πρώτη περίπτωση, του εξωπραγματικού, το φαντασιακό ανατρέπει την αληθινή εικόνα, υποκαθιστώντας την. Στη δεύτερη, αποδέχεται το ανύπαρκτο, συντελώντας μοιραία στην απώλεια και του ονείρου. Η πράξη των ποιητών ανήκει, κατά κανόνα, στην πρώτη κατηγορία: «Σε έχω μάλλον επινοήσει» (σελ. 52).

Παρόλα αυτά: «Ο χρόνος της ζωής μου κουράστηκε να σε περιμένει. Και μ’ εγκατέλειψε» (σελ. 46). Ή: «Έτσι κι αλλιώς τα όνειρα οι άλλοι τα σκοτώνουν. Δεν σου αφήνουν ούτε καν την επιλογή να τα σκοτώσεις εσύ» (σελ. 53).

Έχω την αίσθηση ότι στην περίπτωση της Μαρίας Χρονιάρη η διαδρομή θα είναι μακριά.


Σταύρος Σταυρόπουλος
Αυγή της Κυριακής, Αναγνώσεις, 15 Μαίου 2011

http://avgi-anagnoseis.blogspot.com/2011/05/blog-post_4028.html#more

http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=616288

http://www.poiein.gr/archives/13534/index.html#more-13534
*Ευχαριστώ τον Κώστα Βούλγαρη και την εφημερίδα Αυγή για την δημοσίευση του κειμένου

Παρασκευή, 13 Μαΐου 2011

ΘΕΛΩ ΝΑ ΒΑΛΩ ΤΗΝ ΑΦΙΣΑ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΜΟΥ


Το χθεσινό βράδυ ήταν δύσκολο. Το κέντρο από νωρίς κλειστό. Κάποιος πάλι χαροπαλεύει. Τραυματίες. Επεισόδια. Φοβισμένοι μετανάστες. Ακροδεξιοί. Εξαγρίωση. Το μνημόνιο. Η διαδήλωση κατά της αστυνομικής βίας τελείωσε με τον συνήθη τρόπο: με αστυνομική βία.
Η Ελλάδα πουθενά. Μια απόπειρα. Μικρή. Αποτυχίας.

Κι όμως. Το Altera Pars ήταν πάλι γεμάτο. Για τρίτη εβδομάδα. Φουλ της αθωότητας. Εκατόν πενήντα άτομα συνεχώς. Νιάτα που έλαμπαν μέσα σε φουλάρια. Ομορφιά με κρόσσια. Η Λυδία ξανά. Ο Γιώργος Χρονάς και η Βαλεντίνη Λουρμπά. Ένα χαμόγελο σαν ποίημα. Ο Γιώργος Κακουλίδης και η Λητώ του. Που μοιάζει εκπληκτικά στην Joni Mitchel. Ο Δημήτρης Παπαχρήστος και η Φαίδρα. Από την τραγωδία του Ευριπίδη. Στην Εύβοια.

Η Αλίκη κοίταζε την οθόνη στη Λάρισα και δεν ήξερε πως να ξεκινήσει. Γεμίζει με τελίτσες. Δική μου τιμή, Αλίκη. Δική μου. Και η Τάνια - τρίτη φορά. "Έκανα πολλά λάθη μάλλον, το ένα λάθος σίγουρα που πήγαν χαμένα τόσα χρόνια χωρίς τα βιβλία σας, χωρίς ζωή...". Δεν σε ξέρω, αλλά σε ξέρω. Με τον ίδιο τρόπο που δεν με ξέρεις, αλλά με ξέρεις. Οι λέξεις χρειάζεται να επινοηθούν. Ξανά.

Τα παιδιά στη σκηνή. Στο σανίδι φαίνονται τεράστιοι. IlluminArti. Πράγματι λάμπει η τέχνη, αν έχεις ψυχή. Η Αντιγόνη είναι η Πίνα Μπάους. Γι αυτήν έπρεπε να κάνει το ντοκιμαντέρ ο Βέντερς. Χρησιμοποιεί το σώμα της σαν λέξεις. Το κόβει και μετά το ενώνει.
Baby, baby, baby i'm gonna leave you. Robert Αλέξανδρος Plant. Η Έλενα ξεβάφεται. Σαν Κατερίνα Γώγου στην "Παραγγελιά", του Τάσιου. Κοιτάζει το κοινό με οδύνη. "Και να φανταστείς ότι για ένα αναγραμματισμό χάσαμε την ηδονή". Σαν να λέει: Αγαπηθήκαμε, έ Τάσιε;

Ο Μήτσος μου βάζει στο χέρι ένα σημείωμα: "Τρέχαν τα γράμματα, σκοντάφτανε πάνω στις πετραλιές... Ανατρέπανε την αλφαβήτα". Για σένα, μου λέει. Ένα μεγάλο παιδί σ' ένα τεράστιο σώμα μου ζητάει την αφίσα της παράστασης. Θέλει να την βάλει στο δωμάτιό του. Όπως κάναμε 18 χρονώ με την μεσαία σελίδα του Rock'n'Folk και τα αποκόμματα του Jagger. Απίστευτος Κακουλίδης. Περίμενε, σ' ένα λεπτό επιστρέφω. Ποιητικό ή κυριολεκτικό; Τα λεπτά είναι πάντα ποιητικά για μας, Γιώργο. Ποτέ ακριβώς. Ποτέ χρόνος.

Ένα απλό, σπάνιο, ειλικρινές, αυθόρμητο ευχαριστώ στον κόσμο. Στη σπουδαία αυτή ομάδα παιδιών με το επώνυμο IlluminArti που πέτυχαν ένα άθλο. Στη Μαρία Χρονιάρη για την αφοσίωσή της και την συμβολή της στην πραγμάτωση αυτού του έργου.

Συνεχίζουμε.

Κυριακή, 8 Μαΐου 2011

ΜΕ ΤΟ ΔΙΑΡΚΕΣ ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΤΗΣ ΦΥΓΗΣ


Γιώργος Κακουλίδης

Περί αλητείας

εκδόσεις Κέδρος, σ. 208, ευρώ 13

Ο συγγραφέας έχει μια ειδωλολατρική σχέση με το μολύβι του. Σε αυτό το -σχεδόν φετίχ- αντικείμενο προσεύχεται, αυτό προσπαθεί να ακολουθήσει, σε αυτό πασχίζει να μοιάσει. Είναι μια σχέση ιεροσύνης, αλλοπρόσαλλης αγιότητας, προσηλωμένη με ευλάβεια στα κελεύσματα μιας ξυσμένης μύτης.

Το άσπρο χαρτί εμφιλοχωρεί, φυσικά, στον ναό, στη μεγάλη εκκλησία, στο μοναστήρι του πνεύματος.

Στην περίπτωση του Γιώργου Κακουλίδη προφανώς ισχύει το αντίστροφο ή, έστω, το ισότιμο. Εδώ η ειδωλολατρία προέρχεται από το μολύβι, που ακολουθεί το αντικείμενο και όχι το υποκείμενο «συγγραφέας». Ο Κακουλίδης είναι το μολύβι του. Οσο το κερνάει, τον κερνά. Υπάρχουν φορές που νομίζεις ότι το μολύβι ακολουθεί τον Κακουλίδη, γίνεται ο φτωχός αντιγραφέας της ζωής του, ο μικρός θαυμαστής που κρύβεται πίσω απ' τις κουρτίνες και τον παρακολουθεί.

Παρ' ότι οι τρεις τελευταίες καταθέσεις γραφής του είναι πεζόμορφες - το μυθιστόρημα Η λέσχη της στιγμής (εκδ. Λιβάνη), ο θεατρικός μονόλογος Ο Μπαλτάσαρ μίλησε (εκδ. Παρουσία) και η παρουσιαζόμενη εδώ συλλογή κειμένων Περί αλητείας (εκδ. Κέδρος) - το στοιχείο της ποιητικής ματιάς ή, καλύτερα, το σπάσιμο της κλωστής της αφήγησης, εισχωρεί αναπάντεχα στη ροή του κειμένου, εκβάλλοντας το νόημα. Είναι μια κατ' εξοχήν πράξη φυγής αυτή, μια δραπέτευση από το σώμα του κειμένου, με στόχο τη μικρή, κοφτή, ρυθμική αναπνοή, που αναβάλλει το τέλος.

Οταν δεν μπορείς να ζήσεις με τις λέξεις, αλλά δεν μπορείς να ζήσεις και χωρίς αυτές, κόβεις το καρπούζι στη μέση. Το μισό το τρως και το άλλο μισό το ζωγραφίζεις ή το μετατρέπεις σε εικαστικό σύμπαν ή, ακόμα ακόμα, το ονομάζεις φωτιστικό. Σαν να μπορείς να αναπαριστάς, απολύτως ρεαλιστικά, την πραγματικότητα, και να μη σου φτάνει. Πώς, άλλωστε, θα μπορούσε να σου φτάσει μια πραγματικότητα, με τις λέξεις, τα τοπία και τους ανθρώπους να υπάρχουν απλώς, αντί να μετασχηματίζονται σε κάτι πιο πάνω από αυτό που είναι;

Ο Κακουλίδης έχει μια σφραγίδα που τον χαρακτηρίζει εκ γενετής: μια στάμπα αφοπλιστικής γνησιότητας που τον γρατσουνάει, και αυτό ονομάζεται δημιουργική τρέλα. Τα τρία πόδια αυτής της τρέλας -διότι η τρέλα του Κακουλίδη δεν θα μπορούσε ποτέ να έχει δύο πόδια- πιθανολογώ ότι είναι, κατά σειρά: η ανδρική φιλία, με την έννοια της χαμένης συντροφικότητας· η ξαφνική ανατροπή του σκηνικού, αλλά σαν παιδική ζαβολιά, σαν κλείσιμο του ματιού στην αξία της στιγμής, σαν τιμωρία του γεγονότος· και η σχέση του με την Τέχνη, ως συνδυασμός επιβίωσης που συνέχει τη φθορά του χρόνου.

Και οι τρεις αυτές εκδοχές δημιουργικής τρέλας είναι παρούσες σε όλον τον κορμό του έργου του, κυρίως όμως του ποιητικού, που καταυγάζεται από μια εν θερμώ ζωή, ένα προεπιλεγμένο χρώμα, ένα εσωτερικό, σιωπηλό ξεφάντωμα. Το πάρτι που συμβαίνει είναι εντός, ο πιο υψηλός καλεσμένος είναι ο εαυτός μας. Ο συγγραφέας τον δεξιώνεται, προσπαθεί να τον εθίσει στο απαγορευμένο, τον προκαλεί να μεταλάβει το όριό του.

Ο διάλογος που συμβαίνει θα μπορούσε να είναι κι αυτός:

- Χορεύεις;

- Γιατί, γιορτάζουμε κάτι;

- Το μόνο που θα μπορούσαμε να γιορτάζουμε είναι η λάσπη. Με τα χέρια. Χορεύεις;

- Δεν θέλω να βλέπω άλλο, κατάλαβες; Φύγε.

- Θέλω να ζήσω. Θέλω.

Ο χορός, το ταγκό με τον εαυτό μας -χωρίς θεατές, από κάτω γκρεμός-, τα βήματα, αλλά κυρίως η πράξη του χορού, αυτή καθεαυτήν, ως οιωνός απόφασης αλλά και ως αποστολή κάθαρσης, αποτελούν ουσιαστικά μια ηχηρή διαπίστωση παρουσίας μέσα στις τόσες απουσίες που μας διατρέχουν. Μια σωτήρια δήλωση συμμετοχής - συνενοχής, που παρέχει συνέχεια σε αυτό που αποτελούμε.

Το «παρών» του Γιώργου Κακουλίδη, ένα πνιγμένο, υπόκωφο, ανατριχιαστικό, εκτός εποχής «παρών», ακούγεται και εδώ, σε αυτή τη συλλογή κειμένων για φίλους, ποιητές, ζωγράφους και αρχιτέκτονες, που πήραν μαζί τους -ως παρέα αλλά και ως μονάδες ξεχωριστές - τα κλειδιά μιας εποχής. Μερικά ονόματα: Νίκος Καρούζος, Μιχάλης Κατσαρός, Γιώργος Κούνδουρος, Αλέξης Ακριθάκης, Κώστας Ταχτσής, Αριστομένης Προβελέγγιος, Μίνως Αργυράκης.

Το Περί αλητείας συνδέει, με έναν άνισο, είναι η αλήθεια, τρόπο, το μωσαϊκό αυτής της κουλτούρας, που διακρινόταν για το ήθος και την ευγένεια της «αλητείας» της.

Μέσα από τις ανεκδοτολογικές αφηγήσεις του ταυτοποιούνται κάποιοι πραγματικοί χαρακτήρες, που απολαμβάνουν -σε όλη της την ιερότητα- την «επιγραφή» της παρέας.

Μοιάζει με παλιό μαγαζί στην άκρη της πόλης, με ξύλινη πινακίδα, όπου μαζεύονται οι φίλοι με αναμμένες τις φαντασίες τους, έτοιμοι να ανατινάξουν την πραγματικότητα. Να την περιγελάσουν και στο τέλος να τη στείλουν στον διάολο.

Αυτό που κάνει το Περί αλητείας, είναι να συσπειρώνει το χθες με το αύριο. Το μολύβι ακολουθεί τη ζωή του συγγραφέα που γράφεται, ενώνοντας τον Εγγονόπουλο με τον Μπέκετ σε ένα σύμφυρμα της στιγμής, που διασύρει τη σοβαρότητα, ενώ κάπου βγάζει το κεφάλι της κοροϊδευτικά και η νοσταλγία του δρόμου στον Κέρουακ.

Ποιος νοιάζεται για την ακριβή συνοχή του υλικού, την ενιαία θεματική γραμμή, τη διαφορετική υφολογική ταυτότητα; Τέτοιου είδους αποτιμήσεις, όταν προκύπτει υπερρεαλισμός, προκύπτει παράλογο, προκύπτει χαμένη άνοιξη, προκύπτουν μυρωδιές, ίχνη, αίματα, γέλια, είναι το λιγότερο περιττές. Αλλωστε, τις βαριέμαι.

Ο Κακουλίδης παρακολουθεί μια παρέα, της οποίας ο ίδιος είναι εξέχον μέλος, χάριν και της ευεργετικής «οικογενειακής προσφοράς» -ο πατέρας του ήταν ζωγράφος και ο παππούς του γλύπτης-, να δρα στο κέντρο της Αθήνας, μετατρέποντας τη δυσκολία της ζωής σε διεγερτική φάρσα:

«Θαύμα, Νίκο μου, έγινε θαύμα! Ο γάτος μου έκανε κομματάκια το χειρόγραφό σου και το έφαγε! Να, μίλα και με τα παιδιά εδώ, που ήταν μπροστά».

Από την άλλη άκρη του σύρματος, σιωπή. Τον είχα αιφνιδιάσει. Τον είχα χτυπήσει με το δικό του όπλο, τη μεταφυσική.

Με διέταξε να παρουσιαστώ στο σπίτι του αμέσως. Ο Καρούζος, σκυμμένος στη γραφομηχανή του και δίχως να με κοιτάξει, ψιθύρισε:

«Δείξε μου πώς η γάτα έφαγε το χειρόγραφο».

Προσπάθησα - δεν ξέρω αν εκπροσώπησα καλά το έθνος των γάτων, αλλά, κρίνοντας από το αποτέλεσμα, θα πρέπει να έσκισα. Μετά την παράσταση ο Καρούζος μού είπε:

«Ηταν θέλημα Θεού να φάει η γάτα το χειρόγραφό μου» - αφού είχα αρχίσει κι εγώ να πιστεύω στο τέλος πως μπορεί και να το 'φαγε.

Χρόνια μετά, λίγο πριν πεθάνει, ο Νίκος με ρώτησε: «Είναι αλήθεια ότι η γάτα έφαγε το χειρόγραφο;»

Κι εγώ του απάντησα πολύ φυσικά: «Μα βέβαια, Νίκο μου. Πώς σου πέρασε ποτέ απ' το μυαλό το αντίθετο;»

Το Περί αλητείας μοιάζει με συναξάρι αμαρτωλών μοναχών που καίγονται με έναν συναρπασμό και μια ομορφιά που δεν συναιρείται σε γραφικό καλτ σχήμα, αλλά επεμβαίνει στα γεγονότα και τα αλλάζει.

Οι συνολικά 14 ιστορίες που το συνθέτουν, διαβάζονται σαν ντοκουμέντα και θα μπορούσαν, αυθαίρετα και υποκειμενικά, να χωριστούν σε δύο ενότητες. Η πρώτη περιλαμβάνει τις 12 μικρού μήκους αφηγήσεις και η δεύτερη, τις τελευταίες δύο εκτενέστερες ιστορίες στο τέλος του βιβλίου, εκ των οποίων η Φαλαμπέλα, η ιστορία ενός αλόγου που έτρωγε άστρα, έβγαζε μουσική και λεγόταν Λάζαρος (είχε κυκλοφορήσει πολύ παλαιότερα, όπως και Το σύνδρομο του Παρθένη, από τις εκδόσεις Καστανιώτη) αποτελεί μνημείο υπερρεαλισμού.

Τα «σαρκώδη μυστικά» της γραφής του Κακουλίδη αποτυπώνονται ακριβώς σ' αυτές τις ακραία ποιητικές σελίδες, που αγγίζουν τη λογοτεχνία του φανταστικού. Με κύματα μαγικού ρεαλισμού και εικόνες παραισθητικές, που απλώνουν το νήμα της αφήγησης, σχεδόν αποκοιμίζοντας τον αναγνώστη, εξελίσσεται η ιστορία του αλόγου, σαν μια άλλη Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων ή μήπως να πω θανάτων;

«Μετά ακολούθησαν τα γνωστά. Οι απορίες των δημοσιογράφων για το ακατανόητο του φόνου και οι ειδικοί που προσπαθούν να αναλύσουν. Τώρα, στην αίθουσα του δικαστηρίου, ο πρόεδρος με κοιτάζει λοξά, ενώ εγώ ζωγραφίζω ένα άλογο με καλοσχηματισμένα πλευρά και δυνατή ράχη, φτάνοντας γρήγορα στον λαιμό, γιατί έχω μια ομορφιά να χαλάσω».

Ακριβώς αυτή η ομορφιά, που βιάζεται να χαλάσει ο Κακουλίδης, είναι η απόδειξη της ομορφιάς που διαθέτει ένα κείμενο, που όπως και να το δεις -μιλάω πάλι για τη Φαλαμπέλα-, απ' όποια πλευρά και αν το γυρίσεις, θυμίζει την εικαστική πλευρά του συγγραφέα, σαν ένας ατέλειωτος πίνακας που δουλεύεται συνέχεια, με διαφορετικά κάθε φορά χρώματα.



ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=07/05/2011&id=273114

Πέμπτη, 5 Μαΐου 2011

ΑΥΤΟ ΤΟ ΡΟΚ ΔΕΝ ΘΑ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ ΠΟΤΕ



Δεύτερη παράσταση. Δεύτερο sold out. Ουρές. Μάτια από πυρετό. Που λάμπουν. Και ο ήχος των illuminArti. Ιδρωμένος. Βρώμικος. Όπως το ροκ εντ ρολ.
Η Έλενα στο πιάνο παίζει Nick Cave. Κοιτάζει το κοινό.

Δεν πρέπει να υπάρχει κανείς άλλος εδώ.
Κανείς.
Δεν υπήρξε ποτέ κανείς.
Ποτέ δεν υπήρξε τίποτα.
Ποτέ.
Τίποτα.

Συνεχίζουμε.

ΡΟΚ ΟΝΕΙΡΟΠΑΓΙΔΑ SECOND PART



ΟΙ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ ΠΟΥ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΟΠΩΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΑΝ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ:

"Ό, τι και να πει κανείς για τον συγγραφέα Σταύρο Σταυρόπουλο θα είναι λίγο. Η πορεία του μετά από Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου, είναι ιλιγγιώδης. Κανείς έλληνας συγγραφέας δεν θα μπορούσε να φτάσει εκεί που ο Σταυρόπουλος έφτασε.

Παρακολούθησα την παράσταση με εξαιρετικό ενδιαφέρον και κομμένη αναπνοή. Με το κουμπί του volume στο 9, όπως ο ίδιος ο συγγραφέας αναφέρει στο κείμενο που οι IlluminArti οπτικοποίησαν.
Το να συνδυαστούν τόσες τέχνες επί σκηνής, και κυρίως η ζωντανή μουσική, είναι ένα ρίσκο. Όμως η ομάδα αυτή απέδειξε πως αρκεί να έχεις ψυχή και να αγαπάς αυτό που κάνεις.

Η σκηνοθεσία των IlluminArti και της Μαρίας Χρονιάρη έδωσε όλα εκείνα που ήταν απαραίτητα: Σιωπή, πόνο που φωνάζει χωρίς να μιλά, φωτισμό που κρύβει, φανερώνοντας αλήθειες που σε κάνουν να πιστεύεις πως όσο και να θες, δεν γίνεται παρά να βλέπεις. Μέσα από τα σπαράγματα. Της ψυχής.
Η χορογραφία στο τραγούδι των Radiohead, «Spirit World» ήταν όλα όσα το βιβλίο δήλωνε. Κι εμείς όλοι κάναμε fade out. Again. Συγχαρητήρια στις χορογράφους.
Συστήνω σε όλους να πάτε να δείτε την παράσταση.

IlluminArti και Μαρία Χρονιάρη, ευχαριστώ γι αυτό που παρακολούθησα. Ήταν μοναδικό.
Σταύρο Σταυρόπουλε, σε ευχαριστώ που γράφεις, κι αναμένω το νέο σου βιβλίο. Κι όπως κι εσύ λες στο βιβλίο Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου- με μία παράφραση δική μου- έχεις φτιάξει μία ονειροπαγίδα και μας έχεις κλείσει όλους μέσα".

-Γιάννης Ηλιόπουλος, κριτική του κοινού που δημοσιεύθηκε στο Αθηνόραμα, 2/5/2011

"Δεν υπάρχουν λόγια για τη χθεσινή βραδιά...Μόνο δεκάδες συναισθήματα που σε πλημμύρισαν τόσο γενναιόδωρα οι συντελεστές της παράστασης...Και η «ανάγκη» να τους χειροκροτήσεις από τα πρώτα κιόλας λεπτά...

Σας ευχαριστώ γιατί με κάνατε από χθες να νιώθω πιο πλούσιος, ευτυχής και τυχερός που βρέθηκα απέναντί σας κι εσείς κυριεύσατε το μέσα μου με λόγο, νότες, κίνηση...

Συνεχίστε!"

-Ηλίας Μωραϊτης, 30/04/2011

"Συναισθήματα και ηλεκτρικές νότες, φωνές που συνεπαίρνουν το νου, κίνηση άκρως εσωτερική και πηγαία, τεχνικά άρτια, ερμηνείες λιτές, όπως και τα κουστούμια, αποδίδουν απόλυτα το πάθος και την απόγνωση, την νοσταλγία και το αδιέξοδο, την προσδοκία και την απώλεια.

Άφησα το θέατρο τόσο γεμάτη που τις πρώτες στιγμές δεν ήξερα πώς να περιγράψω αυτό που μόλις είχα ζήσει. Πήρα μαζί μου φεύγοντας την εικόνα των ηλεκτρικών κιθάρων, την κίνηση στον μη-χώρο της σκέψης και την εμπειρία μιας γραφής με ονοματεπώνυμο, που όμως είναι αυτός που τα γράφει όλα αυτά, αλλά και εκείνη, είσαι εσύ και εγώ και ο άλλος και κάποιος ακόμα που ξέρω.

Αντέχω λίγο rock ακόμα. Θα ξαναείμαι εκεί."

-Cleo Eco, 3/05/2011

"Φωνές, χορός, μουσική, έκφραση, πάθος, έρωτας, σιωπή, ανάσες, πόνος, απουσία. Μια παράσταση που σε ταξιδεύει σε μονοπάτια που έχεις ξεχάσει. Γιατί το ροκ είναι η θλίψη στα μάτια σου. Γιατί η ζωή είναι γυναίκα. Γιατί λείπεις.

Για τρεις ακόμη παραστάσεις, κάθε Πέμπτη μέχρι να τελειώσει ο Μάϊος, έχεις να δεις τους ΙlluminArti, να ζήσεις τους Led Zeppelin και την Τσανακλίδου να συνυπάρχουν στο σανίδι, να νιώσεις την ένταση του χορού από τα χτυπήματα και την ανάσα να κόβεται, τις χορδές να συρρικνώνονται και τα σώματα να πάλλονται με πάθος. Εκεί που όλα μοιάζουν να χάνονται τότε είναι που η αγάπη πρέπει να επινοηθεί ξανά.

Μη το χάσεις."

-Βασιλική, 29/04/2011

"μια ώρα....από τις λίγες στιγμές που δεν συνειδητοποιείς που είσαι και τι κάνεις...απλά..ζεις...ζεις την ανάσα σου και το χτύπημα της καρδιάς σου με τη κάθε κίνηση...με τη κάθε λέξη που ένιωθα μέσα από σας…με το κάθε τραγούδι..μπήκατε μέσα μου εκείνη τη βραδιά κι ξυπνήσατε τη κάθε γωνιά του μυαλού και του σώματος, αρκετά κουρασμένο κι απογοητευμένο από το «θέατρο» που παίζω καθημερινά «έξω»…παίζατε ένα τρελοROCK μιας πραγματικότητας που θέλω πολύ να ζω και να τη βλέπω όχι μόνο με όνειρο...δεν κατάλαβα πως και γιατί τελείωσαν όλα...άλλο ένα ξαφνικό χτύπημα μιας ανάγκης για συνέχεια...συνέχεια...καθόμουν χωρίς να σηκωθώ... ένα..δυο..ένα..

είσαστε καταπληκτικοί!!..με ένα ευχαριστώ δεν εκφράζεται..ίσως με τίποτα άλλο..και δεν ξέρω να εκφράζομαι...ξέρω πως ήταν μια τέλεια κι αξέχαστη αρχή..σας εύχομαι καλή συνέχεια παιδιά..αξίζετε τα καλύτερα λόγια..η ζωή δεν θα φτάσει ποτέ στην ημερομηνία λήξης όσο υπάρχετε..όσο υπάρχει μια ROCKψυχή..ένα..δυο..ένα…"

-Τατιάνα Μπογκντάνοβα, 1/05/2011

"Έπος!"

-Ανώνυμος, 1/05/2011