Σάββατο, 26 Φεβρουαρίου 2011

ΔΕΡΜΑ


ΑΡΧΙΣΕ πάλι να σηκώνει σκοτάδι. Ο ουρανός είναι λερωμένος ακτές. Ολες οι όχθες πνίγονται στα χέρια μου. Πουθενά δεν είμαι.

Ο άνθρωπος αφήνει ένα σκληρό τσόφλι να εξηγεί. Αφήνει πίσω του μια αιτία και περιφέρεται. Στην πλάτη του απλώνουν εικόνες. Σαν άδικα πνεύματα. Δυο παλιά κεριά. Θα γινόμουν άγγελος, αν ήταν να μην ακούω. Να μη βουίζω ζωή. Περιέχω το ίδιο δέος που περιέχει η θάλασσα.

ΟΤΑΝ φανούν οι καθρέφτες, το πλήθος θα εναντιωθεί στο φως. Να είμαι εκεί. Θα γεμίσει η πόλη καταργημένα είδωλα. Και άμαχος. Αλλά με γυαλισμένες χάντρες, κοιτώ.

Ενας καταρράκτης τα πρόσωπα. Νεκρές μηχανές. Λείπει η λύπη. Αναγνωρίζω το ακατάπαυστο που δεν θέλουν να δουν. Ο θάνατός τους είναι καρπός. Χάνεται μέσα στο κόκαλο του πορτρέτου και προς τα 'κει. Ερχεται να γελάσει συνέπειες. Ο θάνατός τους είναι θαμπός. Ασχημάτιστος. Σαν κορίτσι στην εφηβεία.

ΠΑΡ ΟΛΑ αυτά, μόνο δείχνουν. Με μια αηδία. Ξεκόλλησε η ψυχή μου να βλέπει. Ολο αύριο είναι. Ολο δεν επιτρέπεται να μιλήσω. Μιλούν. Ημερομηνίες. Η απογραφή των πραγμάτων είναι αποθήκη θανάτου.

Υπάρχει ένα παλιό παιχνίδι σαν αστείο, που ο ένας χώνει το χέρι του στα μάτια του άλλου και του βγάζει τις λέξεις. Μέχρι το τέλος. Του ξεριζώνει τις ίνες των φράσεων απ' τα μάτια. Οι ρόγες στα δάχτυλα μαυρίζουν, και όμως αίμα. Τρέχει. Ολόκληρο το χέρι είναι ένα άγνωστο αίμα. Το χέρι του σώπασε λέξεις.

Εβγαλαν τις λέξεις από τα μάτια μου και τις έκαναν δέρμα.

ΠΕΣ χάθηκα. Πες το. Της αφήνει το χέρι. Θέλω να χαθώ απ' το τέλος των πραγμάτων.

Ομως ένιωσα αυτό που αρμόζει. Και σέρνεται σαν νέος λοιμός. Αναβλύζει από τα σώματα, τα μέρη, τα άδεια βαγόνια που είναι ζωές. Των ανθρώπων. Οχι τώρα, μετά.

Ξεδιπλώνω κάτι που λέγεται θάλασσα. Σαν λιπόθυμο ζώο. Και με συγκίνηση την άπλωσα στο χαλί μου να ετοιμάζεται. Λέει τα κύματα ένα ένα.

Εγινε μια τρομακτική αλλαγή εδώ. Δεν θέλω να δω. Αν γυρίσω να δω, θα στεγνώσουν όλα.

ΜΑΖΕΥΟΝΤΑΙ έπειτα οι πράξεις στο εργοστάσιο που σβήνουν τα χρώματα και τις στοιβάζουν. Με καταπληκτική μανία τις φέρνουν οι εργάτριες με γυάλινα χέρια. Τις κουβαλούν ώς το τέλος. Φτιάχνουν μικρά βουνά για να πράξουν οι πράξεις και να γίνουν ξεθυμασμένα κρασιά στον ήλιο. Και να στεγνώσουν.

Δεν θα γυρίσω να δω. Αν γυρίσω, στέγνωσαν όλα.

ΝΑ θυμάσαι να εξατμίζεσαι. Οταν σου πω. Καιρό τώρα γράφω τον πόλεμο με φωτιά και χρέος προετοιμασμένο. Κάτασπρος, σαν φόβος μωρού πριν από τη γέννηση. Οι κολόνες του λαιμού μου έχουν φουσκώσει.

Θα τις ρίξω στη θάλασσα με βαρίδια και χωρίς άλλο λαιμό. Χωρίς να πω γράμματα. Θα πάρω το αρχαίο τσεκούρι μου.

Και από την επιφάνεια της γης θα ανεβεί ένα φως σαν πυρετός.


ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗΝ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=26/02/2011&id=254537

ΠΕΡΙ ΕΚΔΟΤΩΝ, ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗΣ ΓΡΑΦΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΒΑΣΑΝΙΣΤΙΚΩΝ ΛΕΞΕΩΝ


Μέρος τέταρτο και τελευταίο


Απέναντι σ' έναν ιογενή κόσμο, η σκέψη οφείλει να γίνει κι αυτή ιογενής, δηλ. ικανή να δημιουργεί συσχετισμούς ή διαχωρισμούς διαφορετικούς από εκείνους της αντικειμενικής κριτικής ή ακόμα και της διαλεκτικής κριτικής. Οφείλει να είναι αγκυροβολημένη σ' αυτήν την ιογένεια του κόσμου και ταυτόχρονα να είναι ο αντίποδάς της, διαφορετικά δεν υπάρχει ως σκέψη.

-ΖΑΝ ΜΠΟΝΤΡΙΓΙΑΡ

ΕΠΕΙΔΗ δεν γράφουμε πια σε πλάκες, αλλά σε σελίδες που καταλήγουν σε τυπογραφεία, επειδή τα βιβλία υπάρχουν σήμερα κυρίως ως νόθα παιδιά του ερωτικού τριγώνου εκδότες - συγγραφείς - κριτικοί, που οδηγείται, όπως όλα τα ερωτικά τρίγωνα, σε αδιέξοδο, επειδή ό,τι διαμεσολαβείται χάνει σημαντικό μέρος της καθαρότητάς του, αφαλατώνεται και παίρνει τη θέση που του προορίζουν σε ένα ακίνδυνο ράφι, επειδή κάθε ανταπόκριση στην καλλιτεχνική δημιουργία είναι υπονομευμένη και προϊόν εξαπάτησης, επειδή η πορεία και ο δημιουργικός κύκλος ενός βιβλίου εξαρτώνται από ένα σωρό παράγοντες, εκτός της ίδιας του της αξίας, επειδή ό,τι γράφεται στον Τύπο είναι χαλκευμένο, τουλάχιστον κατά το ήμισυ, από τις διαπροσωπικές σχέσεις, επειδή τα πολιτιστικά ένθετα εξελίσσονται όλο και περισσότερο σε κλειστές φατρίες που μοιράζουν το ίδιο βαρετό πιάτο στα ίδια βαρετά πρόσωπα κάθε χρόνο, επειδή η περιοχή της λογοτεχνίας θα έπρεπε να είναι προστατευόμενος χώρος και όχι διατηρητέο ερείπιο που απειλεί να καταρρεύσει μπροστά στα αδιάφορα μάτια του υπουργείου Πολιτισμού, του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου, του Συλλόγου Εκδοτών Ελλάδας, των αρμόδιων πολιτιστικών φορέων, των κριτικών επιτροπών κρατικών βραβείων, του ειδικού Τύπου, των μαυσωλείων του πνεύματος που σχετίζονται, έμμεσα ή άμεσα, με τον χώρο και ζουν απ' αυτόν, επειδή το «μικρόβιο» του πολιτισμού πρέπει κάπως να ταυτοποιηθεί, να μελετηθούν προσεκτικά οι παρενέργειές του, να εντοπιστούν οι ευαίσθητες πληθυσμιακά ομάδες που το φέρουν και να απομονωθούν τα «αλλεργικού τύπου» περιστατικά, επειδή πρέπει να ξέρουμε επιτέλους ποιοι το έχουν και ποιοι δεν το έχουν, επειδή δεν γίνεται σήμερα οι αναφορές μας να συνεχίζουν να είναι ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης, που τελικά δεν καταφέραμε να μελετήσουμε - αλλά γι' αυτό, ευτυχώς, υπάρχουν οι ξένοι, επειδή δεν μπορεί να ανακαλύπτουμε το μυθιστόρημα, σαράντα χρόνια από τον θάνατό του, περιχαρείς λες και ανακαλύψαμε την πυρίτιδα, επειδή ο ήχος και η εικόνα των λέξεων είναι πιο σημαντικά απ' την υπόθεση που περιγράφουν και αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό από όλους, επειδή όποιος θέλει δηλώνει εκδότης, συγγραφέας, κριτικός και η μπάλα χάνεται κάπου στη μέση με τις γνωστές τερατογενέσεις, επειδή οι φορείς που οδηγούν το λεωφορείο έχουν τόση σχέση με τον πολιτισμό όση ένας πετεινός με το φεμινιστικό κίνημα, επειδή κανείς δεν έχει καταλάβει πώς αποφασίζονται οι χορηγίες και δεν δείχνει να στενοχωριέται γι' αυτό, επειδή καλά είναι τα βιβλία, αλλά να βγάλουμε και κάνα φράγκο, επειδή η αρπαχτή βασιλεύει, επειδή δεν γνωρίζουμε πώς απονέμονται τα κρατικά βραβεία, πώς επιλέγονται αυτοί που στελεχώνουν τις κριτικές επιτροπές, πώς αποφασίζονται οι υποψηφιότητες, επειδή όλα είναι θολά και λείπει οξυγόνο, επειδή οι γενιές και οι ομάδες ευνοούν το διαίρει και βασίλευε, επειδή ο ένας βλογάει τα γένια του άλλου και είναι όλοι σπανοί, σε μια αλλοπρόσαλλη σχέση που βασίζεται στην ανταποδοτικότητα, επειδή στο τσίρκο αυτό οι κλόουν που παραμένουν έχουν μάθει να εκτελούν λάθος το νούμερό τους λόγω του γνωστού φόβου, όποιος φεύγει απ' το μαντρί τον τρώει ο λύκος, επειδή μόνο λύκοι έμειναν και σε λίγο θα αρχίσουν να τρώγονται κι αυτοί μεταξύ τους, επειδή το ταξίδι των λέξεων από ενδιαφέρουσα περιπλάνηση τείνει να καταλήξει «Τιτανικός», όπου βυθίζονται οι άξιοι και επιπλέουν οι φελλοί, επειδή η ημιμάθεια και το φαίνεσθαι συγκροτούν αναγκαία και ικανή συνθήκη ισότιμης συμμετοχής στην πολιτισμική κολυμπήθρα που κατασκευάζουν οι μηχανισμοί για να αυτοπροστατεύονται, επειδή τα κείμενα είναι λιγάκι σοβαρότερη υπόθεση από το αρχή - μέση - τέλος και κανείς δεν δείχνει να το καταλαβαίνει, επειδή οι αναγνώστες μπερδεύονται και οι εκδότες μπερδεύουν, επειδή στις διάφορες εκδηλώσεις, διάφοροι περιφέρουν τις φάτσες τους αντί να στήνουν τα αυτιά τους, επειδή τα φώτα κάποτε θα σβήσουν και θα βρεθούμε ενώπιος ενωπίω, στο «μόνον της ζωής μας ταξείδιον», με ένα κεφάλι γεμάτο άχρηστο υλικό για την επόμενη ανακύκλωση, επειδή κουράστηκαν πια οι ιστορίες να ιστορούνται, τα λόγια να λέγονται και η σιωπή να διασώζει, επειδή οι ποιητές είναι πολλές φορές κριτικοί και οι εκδότες δεν είναι ποτέ αναγνώστες, επειδή αυτό εδώ δεν είναι ένα κριτικό κείμενο, αλλά λυπάμαι, δεν έχω άλλο, επειδή καμιά φορά χάνω την υπομονή μου, αλλά ξαναβρίσκω την παιδικότητά μου, επειδή η γραφή είναι σαμποτάζ, βόμβα, κυνηγητό σε σκοτεινούς δρόμους, επειδή λίγη ντροπή δεν περίσσεψε, επειδή όλα αυτά τα επειδή και πολλά ακόμη μαζί, λέω να κρατήσουμε, σήμερα εδώ, λίγα λεπτά σιγή για τους ερωτευμένους με το βιβλίο, αυτούς τους γραφικούς και μοναχικούς καβαλάρηδες του χώρου, που ακόμα πιστεύουν στην τρομοκρατία των λέξεων.

Και να θυμόμαστε: Όλα τα δάχτυλα των χεριών δεν είναι ίδια.


ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=26/02/2011&id=255070

Σάββατο, 19 Φεβρουαρίου 2011

ΧΩΡΑ ΠΟΤΕ


ΕΝ τω μεταξύ τίποτε δεν μπορούσε να περιορίσει αυτή τη χυδαία πληγή που ανέβαιναν τα μυρμήγκια και μαζεύονταν.

Άφηναν τα χειμωνιάτικα σημάδια τους που σαν αρρώστια όλο μεγάλωνε. Και απ' το στόμα της. Ερείπια έσταζαν σαν ποτάμια. Οσοι είχαν την ευθύνη του παρελθόντος της είχαν κρυφτεί.

ΞΕΠΟΥΛΑΓΕ αυτή η γριά γη την ήττα της σε δημοπρασία. Την έβγαζε στο παράθυρο και την έδειχνε με τα χαλασμένα δόντια της. Σαν δελτίο ειδήσεων ήταν με ματωμένο σεντόνι· η παρθενιά της είχε κοπεί. Αλλά μιλούσε χθές.

ΚΑΙ μιλούσε με το στόμα όλων των λαών, γιατί σε αυτήν δεν είχε μείνει πια λαός, ο λαός που ήταν δεν ήταν δικός της, αυτός δεν μπορούσε να είναι άλλο ο δικός της λαός, ήταν ο μοναδικός λαός που ήταν λαός και της τον πήραν μέσα απ' τα χέρια, είχε φύγει στα βάθη της Ιστορίας και στα βάθη του κόσμου, αυτός ο κρεμασμένος λαός δεν είχε άλλο λαό, από αυτόν τον λαό δεν θα προέκυπτε κανείς λαός ποτέ, και έκανε απ' τα μάτια της να κυλάνε ερείπια.

ΗΤΑΝ καιρός τότε που σήμαινε να πεθάνει. Σαν ανάμνηση, και δεν χρειαζόταν. Αυτή η ουδέτερη γη είχε εξαντλήσει το μέρος της. Την είχαν εισβάλει.

Το σύνορό της είχε σκιστεί από ζάρες ανάκατες, τα πόδια της, παραμορφωμένα. Θα μπορούσε να τη συλλυπηθεί κανείς με το τρομαγμένο βλέμμα ενός ελαφιού. Αλλά εξακολουθούσε να χωρά σε άθλια δωμάτια χωρίς ντους.

Το σύνορό της δεν είχε νερό. Ηταν άνερο, άπλυτο, άυγρο. Λες και κάποιος είχε κλείσει από καιρό τη βάνα. Σαν να ήθελε να πεθάνει από τη δίψα το σύνορο και να σκάσει με αυτόν τον θόρυβο που θα ακουστεί.

ΕΤΣΙ σκισμένη θα επέβλεπε την έρευνα για τον θάνατό της. Τον αντιμετώπιζε σαν εξ αίματος αμαρτία. Και σαν περίεργη προπατορική δέσμευση. Θα μιλούσε χθες χωρίς λέξεις. Μόνο χθες είχε.

«Τα κράτη είναι κινητά. Ο καθένας παίρνει το δικό του μαζί και ζητάει διόδια. Ολοι μεταναστεύουν, όλοι υψώνουν σημαίες. Σε όλο τον κόσμο. Τα παιδιά τους ήδη κουνούν τις κουδουνίστρες τους και σέρνουν τη βρομιά τους σε κύκλους» (1).

ΑΥΤΗ η κορδωμένη γη έχασε το περιεχόμενο της φωνής της και ανοιγοκλείνει τώρα το στόμα της· έγινε βωβός κινηματογράφος. Την δαπάνησαν με ωμότητα και κάθεται στα σκαλάκια γυμνή, στο μαρμάρινο προαύλιο του πρώην πολιτισμού της. Με την κρύα απουσία του σώματος. Και καπνίζει.

ΚΑΜΙΑ φορά πνίγεται από την ιστορία. Η ιστορία τής κάθεται στον λαιμό, βγάζει έναν βήχα μαρμάρινο, όλες οι ιστορίες κάθονται στον λαιμό όλων των χωρών και κρυώνουν. Εχουν κλείσει όλες οι αναπνευστικές δίοδοι. Βλέπεις τα γουρλωμένα μάτια. Το αίμα παντού.

Η χώρα που ψάχνει τη χώρα. Οχι χώρα. Χώρα ποτέ.


(1) Wim Wenders - Peter Handke, Τα φτερά του έρωτα


ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=19/02/2011&id=252691

Σάββατο, 12 Φεβρουαρίου 2011

ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΠΟΔΗΛΑΤΑ


ΠΟΔΙΑ κολλημένα στη λάσπη. Των άλλων. Αλλά με έναν ίλιγγο που είναι αγάπη. Θα πάω. Εγώ θα γίνω η αιτία να δουν τον συμβολισμένο τους θάνατο. Αγονάτιστος και αποτροπιασμένος. Και με μιαν αγέρωχον -ως καμινάδα- παύσιν συνειδήσεως, κεκρυμμένην. Να φεύγω ως να μην επιτρέπεται άλλο να δω.

ΑΥΤΗ η λύπη του χαρτιού. Ανεβαίνει. Οπως στάθμη σκοταδιού, αλλά και όπως έργο μηδέν. Που γίνεται όλα. Μέσα του λαμπυρίζει με τινάγματα και αναψοκοκκινισμούς ο χαμένος κόσμος. Και από τα σάλια των ανθρώπων. Θα βγει.

ΑΝΟΙΞΑ το παράθυρο να δω έξω. Μια μαλακή παρέλαση. Μπορείς να τους μαζέψεις. Να διπλώσεις το πλαστικό στέρνο των σπιτιών τους, το αθεράπευτο, χωρίς επιθυμία, πρόσωπο που κοιτά τις πατημένες ζωές. Χωρούν όλοι σε ένα συρτάρι χαλασμένα παιχνίδια.

ΜΕΤΑ, στα σανίδια της πόλης. Ενα μασκέ Σαββατοκύριακο, ντύθηκαν αγωνιστικά αυτοκίνητα. Κι έσπασαν όλα μου τα ποδήλατα. Ομως τώρα θα τους διαλέξω. Εγώ. Να εκτελέσουν αυτό που έρχεται, με μεγαλωμένο φόβο. Θα τους διαλέξω. Να διαλυθούν. Να ωριμάσουν λαμαρίνες.

ΒΡΕΧΕΙ μείον. Η βροχή κάνει θρόμβους και σπάει. Ξεκούμπωσε από πάνω μου τον καιρό. Αν ακουμπήσω την πόρτα θα γίνει ποτάμι. Είμαι ο μολυβένιος στρατιώτης. Εχω δυο καθρέφτες, έναν μπροστά, έναν πίσω. Καμία μπαλαρίνα. Κανένα χέρι. Βλέπω τη νύχτα με χάλκινα δάχτυλα να μιλάει ποδήλατα. Εζησε όλες τις ηλικίες της μέρας όρθια, πριν γίνει νύχτα. Οταν είσαι μόνος με τον εαυτό σου, κάνει σκοτάδι. Ασπρο, πανάκριβο σκοτάδι από αγάλματα.

ΤΟ πιο φωτεινό μέρος είναι εκείνο που δεν σου επιτρέπει να δεις όσα γνωρίζεις.

ΥΣΤΕΡΑ ήρθε. Επειτα από ώρα. Αυτό που όλο εμετρούσε το φως και δεν έφτανε. Εγειρε πάνω μου σαν αναπνοή παιδιού. Είναι βαρύ το φως γιατί είναι η τελευταία άγνωστη άγκυρα. Το κουβάλησα με κόπο. Το φόρτωσα στο σπασμένο μου ποδήλατο. Ολοι έβλεπαν έναν παράξενο μεταλλικό σκελετό που αναβόσβηνε, να κινείται. Πέρασε μέσα από τα αυτοκίνητα και επήρε τη ζωή τους. Καθώς εσέρνονταν τα οδήγησε. Και τα επέθανε σαν ταραγμένα, μέσα σε εξαντλημένους δρόμους και καπνούς.

ΕΙΔΑ μια σιωπή. Που φοβάται και γίνεται, προς ένα άγνωστο μέρος παιδί. «Είδα ολόκληρη τη ζωή μου να τρέχει προς τα εμπρός. Προς έναν τοίχο από φως. Ακούμπησε ήσυχη επάνω του και χύθηκε, αραίωσε. Ξεψύχησα πάνω στο φως. Στους αιώνες έμεινα εκεί φωτισμένος πεθαμένος» (1).

ΜΑΖΕΨΑ τη χυμένη ζωή και άνοιξε. Ο κύκλος της επιστροφής. Τότε βγήκε μια ώρα στον ουρανό, σαν φεγγάρι. Και ήταν αιώνια. Μια ώρα χωρίς χρόνο, χωρίς καπάκι. Ηταν ανοιχτή, σαν τη ζωή μου.

ΟΤΑΝ αναγκάζεσαι να σκεπάσεις τα όρια, αυτά σε εκδικούνται.

-----------------------------------------------------------------------------------------------------

(1) Γιώργος Χειμωνάς, Ο εχθρός του ποιητή


ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗΝ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=12/02/2011&id=250482

Τετάρτη, 9 Φεβρουαρίου 2011

ΓΟΡΔΙΟΣ ΚΑΗΜΟΣ


I.

ΘΕΛΩ να βγεις χαράματα από μέσα μου με ισορροπημένη γεωμετρία. Χωρίς υπότιτλους. Απαλλαγμένος απ’ τα σπυριά και τις λεηλασίες. Μακριά από σιδηροδρομικούς σταθμούς.

Ορφανός.

II.

ΠΕΡΑΣΕ ο καιρός, κι οι λέξεις πάλιωσαν. Γόρδιος καημός, βραχιόλι στο μπράτσο. Έζησε το καλοκαίρι στο λαιμό μου ακάλεστο.

Για σένα περπάτησα στα κύματα. Χωρίς Μωυσή.


Μαρία Χρονιάρη, Εκεί που αλλάζω ζωές, Απόπειρα 2010

Σάββατο, 5 Φεβρουαρίου 2011

ΤΥΠΩΜΕΝΟΣ


ΕΡΧΟΜΑΙ κατά συρροή. Τυπωμένος. Εχω ζήσει στ' αλήθεια; Δεν ξέρω. Πόσες πιθανότητες έχω να υπάρχω μετά το χαρτί; Δεν θέλω να πεθάνω. Φοβάμαι. Είμαι μια ημιζωντανή αντίφαση. Το σπίτι μου είναι σαν φυλακή. Δεν αγαπώ τον πατέρα μου. Είναι εγωιστής. Αυτό που εισέπραξα ως παιδί είναι ότι πρέπει να με μισεί. Θέλει να με εξοντώσει. Οσα δεν μπορεί να καταφέρει με υποχρεώνει να τα καταφέρω εγώ. Με βάζει και λέω συνέχεια ψέματα. Με αναγκάζει και παίζω ρόλους. Δεν αντέχω να παίζω ρόλους.
Είμαι δανεικός. Μεταμφιεσμένος. Κρατούμενος. Κι όταν τελειώσουν αυτές οι ατελείωτες σειρές από γράμματα θα μείνω πάλι μόνος μου. Να κρυώνω. Η μοναξιά είναι η μοίρα μου.

ΖΩ ανάμεσα στις αράδες. Είναι σαν να διασχίζω επικίνδυνα ρέματα. Αν φωνάξω δεν θα με ακούσει κανείς. Με έχουν κάνει πλοκή. Και τσακώνονται. Αν είμαι μοντέρνος ή κλασικός. Με πουλάνε σε είδος. Επισημαίνουν τις ατέλειες πάνω μου, επικροτούν τις θετικές μου στιγμές. Με κάνουν προσωπείο. Αγοραίο έρωτα. Εγώ δεν είμαι εγώ. Θα επιζήσω της ιστορίας; Η ιστορία είναι δολοφόνος. Σε ξεγελάει για να κλέψει το καλύτερο κομμάτι σου. Γι' αυτό επαναλαμβάνεται, γιατί είναι αχόρταγη. Μέχρι να στα φάει όλα και να μη μείνει τίποτε από σένα. Τίποτε που να επιβεβαιώνει ότι κάποτε υπήρξες. Τίποτε να αποτελείς.

ΕΙΜΑΙ ένα πρόσωπο χωρίς πρόσωπο. Μια ιστορία ιστορίας. Επωμίζομαι όλους τους μεταβατικούς ρόλους, εκτός από τον κεντρικό. Καμιά φορά νομίζω πως έχω απώλεια χαρακτήρα. Πώς να ζήσω χωρίς χαρακτήρα; Δεν έχω όνομα, επάγγελμα, χώρα, ταυτότητα, ιδιότητες, μόνιμη σύντροφο, μόνιμη κατοικία. Με μετακομίζουν συνέχεια για να γίνομαι ο παγκόσμιος καημός του πατέρα μου. Θέλω να είμαι ο δικός μου καημός που θα καταστραφεί στο ενδεχόμενο του τέλους του.

ΑΥΤΟ το ελεύθερο όριο που δεν γράφουν είναι η παρουσία μου. Η σιωπή είναι το μόνο που θα θυμάμαι να ζω. Το άχρηστο άλλοθι για να συνεχίσω. Αν ανασηκώσεις ελαφρά τις λέξεις, μπορείς να με μυρίσεις. Να παρακολουθήσεις τη φθίνουσα γενναιοδωρία μου, τις ριπές του κλεμμένου χρόνου, τα ερείπιά μου σε ακαμψία. Με έχουν πλακώσει τα μάτια τους. Και πονάω. Εχω μια συμπαθητική απάθεια όταν μονολογώ. Οταν μηδενίζω το δυνατό για να επουλώσω χιλιόμετρα.

ΤΙΠΟΤΕ απ' τη διαδρομή μου δεν φαίνεται. Τίποτε από μένα. Τίποτε απ' το τίποτε που έχω στην κατοχή μου. Η δουλειά μου είναι να μεγαλώνω παράθυρα. Ανοίγω παράνομους χώρους, παράνομους φόβους, παράνομες ενοχές. Εκτελώ χωρίς σκέψη την άσκηση της ομοιογένειας. Πέφτω. Με σηκώνουν άλλοι. Κάθε φορά και διαφορετικός. Ξαναπέφτω. Σηκώνομαι. Πέφτω.

ΕΙΜΑΙ ένας ήρωας μυθιστορήματος. Κάποια μέρα δεν θα σηκωθώ. Θα ξαπλώσω στο πάτωμα ακίνητος. Σαν τελεία.

Να μείνουν οι σελίδες λευκές.

Προδομένες.


ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗΝ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=05/02/2011&id=248280

ΠΕΡΙ ΑΒΑΣΤΑΧΤΗΣ ΕΡΗΜΙΑΣ, ΓΡΑΦΗΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΩΝ ΑΔΙΕΞΟΔΩΝ


Μέρος Τρίτο

Όποιος γράφει δεν είναι ποτέ αρκετά μόνος, γι αυτό και δεν είναι ποτέ αρκετή η ησυχία που τον περιβάλλει. Ακόμα και η νύχτα δεν είναι ποτέ αρκετά νύχτα.
ΦΡΑΝΤΣ ΚΑΦΚΑ


ΣΤΟ ΔΟΚΙΜΙΟ του La litterature et le droit a la mort (ελλην. μτφρ. Νίκος Ηλιάδης, Η λογοτεχνία και το δικαίωμα στον θάνατο, εκδ. Futura, 2003), που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Critique στις αρχές του 1948, ο γάλλος διανοητής Maurice Blanchot (1907-2003) αναρωτιέται γιατί γράφουμε και πού ακριβώς στοχεύουμε με αυτό.

Διερωτάται αν ο συγγραφέας, κατ' επέκταση, έχει περισσότερο ανάγκη το έργο του για να υπάρξει ή το έργο τον ίδιο τον συγγραφέα για να καταστεί έργο.

Ας δούμε τι απασχολεί τον συγγραφέα, τι «οπλίζει» το χέρι του τη στιγμή που ξεκινάει να γράψει, τι τροφοδοτεί την υπομονή και την έμπνευσή του: Η αυταρέσκειά του; Μια διάθεση ματαιοδοξίας που ξεκινά απ' το μηδέν για να καταλήξει στο σημείο που λέγεται μηδέν; Η προσπάθεια του να δει τον κόσμο και τον εαυτό του, αμφισβητώντας και τους δυο, πάνω στα ερείπια μιας γλώσσας; Ο αναστοχασμός μιας πραγματικότητας που δεν αποδέχεται ως τέτοια;

Να υποθέσουμε ότι το έργο έχει γεννηθεί. Μαζί του γεννήθηκε και ο συγγραφέας. Προηγουμένως, δεν υπήρχε κανείς για να το γράψει. Με αφετηρία το έργο, υπάρχει ένας συγγραφέας που συγχέεται με το βιβλίο του, αφού είναι ο δημιουργός του. Υπάρχουν και οι αποδέκτες του, που είναι οι «άλλοι» (αναγνώστες, κριτικοί, εκδότες).

Εδώ αρχίζει η αλυσίδα των παρεξηγήσεων: Ο συγγραφέας, αφού δώσει τη μάχη, παρατηρεί τους άλλους να επιδεικνύουν ενδιαφέρον για το έργο του, διαφορετικό απ' αυτό που ο ίδιος είχε φανταστεί. Βλέπει να αποδίδουν σε αυτό άλλη διάσταση, που εν προκειμένω ο ίδιος αδυνατεί να αναγνωρίσει. Ετσι, το απορρίπτει. Απορρίπτοντας αυτό το μεταπλασμένο έργο, αυτή τη διαστρέβλωση έργου, αυτό που έχει γίνει πια έργο των «άλλων», ο συγγραφέας απορρίπτει και τον εαυτό του ως δημιουργό. Το έργο έχει εξαφανιστεί και μαζί του εξαφανίζεται και ο ίδιος. Εμφανίζονται τώρα τα γνωστά αδιέξοδα, ο λαβύρινθος που θα πρέπει να διαβεί, ως η συνείδηση του δημιουργού.

Ο κίνδυνος να γράφεις για τους άλλους, να γράφεις για να τους αποκαλύψεις τη δική τους φωνή, αυτή που δεν θέλουν να ακούσουν από τους εαυτούς τους, αλλά την αποδέχονται (;) από κάποιον τρίτο, εγείρει ερωτήματα: Ποιανού είναι αυτή η φωνή;

Ο συγγραφέας δεν την αναγνωρίζει ως δική του. Οι άλλοι αγωνίζονται να την απωθήσουν, να απαλύνουν την έντασή της, γιατί είναι ενοχλητική. Και τους καίει σαν αλήθεια. Πού ανήκει και, κυρίως, πόσο αποτελεσματική μπορεί να αποβεί μια τέτοια φωνή;

Αυτή η φωνή έχει, θεωρώ, μια μονοδρομημένη κατεύθυνση: Να απειλήσει την αλλοτριωμένη λογοτεχνική γλώσσα μέσα από τη μορφή. Μέσα από τη χειροτεχνία του ύφους, να την ξεπεράσει, καταργώντας την. Οφείλει αυτή η φωνή να επισημάνει κάτι διαφορετικό και από το περιεχόμενό της, κάτι που είναι το ίδιο το περίφραγμά της, αυτό που την κάνει ακριβώς να επιβάλλεται ως Λογοτεχνία.

Γράφει ο Roland Barthes στο δοκίμιό του «Ο βαθμός μηδέν της γραφής» (εκδ. Ράππα, 1983, μτφρ. Κατερίνα Παπαϊακώβου): «Η μορφή αιωρείται μπροστά στο βλέμμα σαν ένα αντικείμενο. Ο,τι κι αν κάνουμε, παραμένει ένα σκάνδαλο: υπέροχη, φαίνεται απαρχαιωμένη· αναρχική, είναι ακοινωνική, ιδιότυπη σε σχέση με τις εποχές ή τους ανθρώπους, είναι οπωσδήποτε μοναξιά».

«Κάποτε σκεφτόμουν να φτιάξω μια εσωτερική σκάλα για να επικοινωνούν τα δύο διαμερίσματα, αλλά κατάλαβα εγκαίρως ότι δεν έπρεπε να μολύνω τα βιβλία με τη ζωή του σπιτιού. Οπως και να το κάνεις, λερώνονται», λέει ο αφηγητής του Αργεντινού Κάρλος Μαρία Ντομίνγκες στο βιβλίο του «Το χάρτινο σπίτι» (εκδ. Πατάκη), που προσπαθεί εναγωνίως να ταξινομήσει τα βιβλία του σε μεγάλες τζαμωτές βιβλιοθήκες εκτός του χώρου που ζει, για να μην εκτίθενται στον κίνδυνο του ανθρώπινου ιού.

Αυτή η παράξενα αλεξίσφαιρη κοινωνία των βιβλίων, με τους δικούς της νόμους, αυτή η μεγάλη πολιτεία της σκέψης, που βασίζεται στην αρμονία και στον εσωτερικό ρυθμό, τροφοδοτεί τη μοναξιά που αισθάνεται ο συγγραφέας, μεγαλώνοντας τα αδιέξοδά του. Απαιτεί τον μέγιστο βαθμό αφοσίωσης και λειτουργεί ως εξαιρετικό αντίβαρο της εγκόσμιας παρουσίας του στον ακήρυχτο πόλεμο με τους «άλλους» που είναι.

Πώς οργανώνει άραγε κανείς ένα τέτοιο «χάρτινο» καταφύγιο, πώς θεσπίζει τους τελετουργικούς νόμους του, πώς επιτυγχάνει την αέναη πρόσβαση στα έγκατα της σοφίας του; Ενα φετίχ χωρίς φετίχ, μια ορχήστρα δωματίου -εκκωφαντικών, πάντως, ντεσιμπέλ- που ουρλιάζουν σελίδες, προελαύνει καθημερινά στους χώρους μας, σαρώνοντας όλο και περισσότερα αξιοποιήσιμα τετραγωνικά, εξωθώντας μας μακριά: εκεί όπου ο μοναδικός ορίζοντας περικλείεται από κομψές βιβλιοδεσίες, γερές ράχες, πυκνούς τίτλους και εκλεπτυσμένες ιστορίες, που φτάνουν και περισσεύουν για να ζήσουμε ό,τι δεν θα ζούσαμε ούτε σε εκατό ζωές. Αποφεύγοντας τον πόνο και την αφόρητη καθημερινότητα του ανθρώπινου τρόπου.

Και ο συγγραφέας; Πεθαίνει καθημερινά μέσα σ' αυτή την αρχιτεκτονική ακρότητα, επιζώντας από το χρώμα της λευκής σελίδας.

Αν υπάρχει κάτι που δηλώνει ανεπιφύλακτα τη λογοτεχνική ενασχόληση, αυτό είναι η μοναξιά. Μια φωλιά από λέξεις σπεύδουν να σηκώσουν το βλέμμα τους προς τα πάνω, ξεκινώντας όχι από το τι λέει ένα έργο, αλλά από το πώς λέει αυτό που έχει να πει. Ο συγγραφέας «γράφεται» και πεθαίνει για να μπορέσει να ζήσει.

Γράφουμε, άλλωστε, για τρεις λόγους: Ή γι' αυτό που είμαστε ή γι' αυτό που θα θέλαμε να είμαστε ή γι' αυτό που νομίζουμε ότι είναι οι άλλοι. Και στις τρεις περιπτώσεις η μοναξιά είναι ίδια. Το αποτέλεσμα, εφιαλτικά πανομοιότυπο: Βιώνουμε το τεράστιο αδιέξοδο μιας λογοτεχνίας, που άλλοτε προσπαθεί να διαφοροποιηθεί από αυτό που της επιφυλάσσεται να είναι -δημιουργώντας παράλληλα τους δικούς της κανόνες, μέσα από τους κανόνες που καταλύει- και άλλοτε αρκείται στις συμβάσεις που τη δημιούργησαν, σηκώνοντας αδιάφορα τους ώμους και αλλάζοντας μόνο το εξωτερικό της περίβλημα.

Ο Απολινέρ έδωσε τον απόλυτο ορισμό: «Κάνουμε κενές χειρονομίες ανάμεσα στις μοναξιές».

Δεν έχω παρά να συμφωνήσω.



ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=05/02/2011&id=248270

Πέμπτη, 3 Φεβρουαρίου 2011

ΓΙΑΤΙ ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΟΤΑΝ ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΣΕ ΑΚΟΥΜΠΑΝ



Για να μείνει στην ακοή αυτών των ανθρώπων. Επειδή ακριβώς μέσα μου τελειώνουν οι άνθρωποι.

Το βίντεο είναι από το aeriko. Για τον γιατρό ινεότη.

Τρίτη, 1 Φεβρουαρίου 2011

Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ





"Όλες οι ιστορίες έχουν θέμα τον θάνατο"
-WIM WENDERS


Ο ΒΕΝΤΕΡΣ υπερασπίζεται με πάθος το ασπρόμαυρο όπως το κάνει η φύση, που είναι μόνο φωτεινά και σκοτεινά σημεία. Στην "Κατάσταση των πραγμάτων" (1982) υπάρχει μια σχεδόν απελπισμένη αναζήτηση των πρωταρχικών δομών της τέχνης σε μια τέτοια πρόταση, μια επιθυμία για αυτοεπιβεβαίωση με την αναζήτηση των ριζών της αισθητικής, μια απλότητα μορφής που θα μπορούσε να κατευθύνει πάλι τον κινηματογράφο πίσω στην πρωτεική αγνότητα της γέννησής του.

Η ζωή είναι έγχρωμη, αλλά το ασπρόμαυρο πιο ρεαλιστικό. Οι επιζήσαντες είναι νεκροί. Όμως η κάμερα καταγράφει. Τον θάνατό τους. Η κάμερα γίνεται η ιστορία του θανάτου τους.

Το σινεμά βιντεοσκοπεί την ίδια του την δολοφονία. Και μέσα απ' τον θάνατό του, ζει την αληθινή κατάσταση των πραγμάτων.