Σάββατο, 29 Ιανουαρίου 2011

2046


ΠΑΛΙΑ, όταν οι άνθρωποι είχαν ένα μυστικό, σκαρφάλωναν σε ένα βουνό, έβρισκαν ένα δέντρο που είχε μια τρύπα, ψιθύριζαν το μυστικό μέσα στην τρύπα και μετά την κάλυπταν με λάσπη.
Με αυτό τον τρόπο φυλούσαν το μυστικό για πάντα.
Είδα το δέντρο, κάτασπρο από θυμό. Είχαν να το πλησιάσουν πολλά χρόνια. Με τα εντόσθιά του, σαν ανοιχτά. Κόλλησα το στόμα μου στον χρόνο. Ή ήταν δωμάτιο ξενοδοχείου; Πιστός και κρυμμένος. Σε μια μακρόσυρτη μνήμη. Τέσσερα νούμερα, σαν εποχές.

ΥΠΑΡΧΕΙ μια πόλη που καταφεύγουν οι άνθρωποι για να βρουν τις χαμένες τους αναμνήσεις. Κανείς δεν γυρίζει ποτέ πίσω. Η ζωή δεν σου φέρνει πολλές αντιρρήσεις αν καταφέρεις και κερδίσεις το παρελθόν σου. Επωμίζεσαι τον από μηχανής χρόνο, επιστρέφοντας σε μια εικόνα.
Κάθε κίνηση προς τα πίσω είναι ανακυκλωμένο αίμα. Τα δάκρυα είναι τα ίχνη του. Στάμπες που μεγαλώνουν ή μικραίνουν στα πίσω δωμάτια. Σαν σκαμμένες φακίδες.

ΤΑ ΔΑΧΤΥΛΑ ΜΟΥ μόνο να σ' αγγίζουν μπορούν. Με μια ερεθισμένη θυσία. Σαν να εξέρχεται το φως από τις χαραμάδες του δέρματος. Απολαμβάνει την αποφυλάκισή του. Πάνω στο προαύλιο των χεριών μου. Μια άσπρη επιδερμίδα. Ολέθρια χαλασμένη.
Πώς είναι όταν σκοτώνεις το φως; Το θάβεις στο στόμα σου και μετά απλώς κάνεις το σταυρό σου; Κάλυψέ το με λάσπη. Θα βγει.

ΕΚΕΙΝΕΣ οι διεσταλμένες αναπνοές μας. Θα βγουν. Τύλιγαν τα κεφάλια μας, σαν σεντόνι. Στον έρωτα, σε διαλέγει ο θάνατος. Για να τον ζήσεις, πεθαίνεις. Κανείς δεν επιτρέπεται να τον κοιτάξει στο πρόσωπο.
Αν φυσήξεις το μυστικό του, θα έρθω. Να πανδοχεύσω τη λύπη μέσα σου. Μέσα σ' αυτό το ίδιο αντίσκηνο που κάνει το σώμα τη μνήμη να επιμένει.
Μη βγαίνεις στον ήλιο. Θα χυθεί. Μείνε λυπημένη. Μείνε ανεπανόρθωτα σιωπηλή, αλλά περισσότερη.

ΜΕΤΑ, το τρένο. Από τη λακκούβα των ανθρώπων, κατευθείαν για την κόκκινη θάλασσα. Εγώ, θα επιπλέω εκεί. «Θα λάμπω ανάμεσα στις πληροφορίες»(1).
Θυμήθηκα πίσω. Την ασημένια πλατεία που δίπλωνε όνειρα. Τον βούρκο των αγκαλιών. Η μια μέσα στην άλλη, στολισμένη από τον φόβο. Του τέλους. Των στιγμών.

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ περπατούν έως ένα σημείο και χάνονται. Σαν τίτλοι παλιάς εφημερίδας που ξεπεράστηκαν απ' τα γεγονότα. Ολες οι ειδήσεις τους, δεμένες από τις ρίζες των δοντιών. Και γυαλίζουν.

ΕΒΓΑΛΕ έναν θαυμασμό και τελείωσε. Εζησε το πολύ για λίγο. Για να αποδείξει ξανά ότι αυτό που λερώνεις το αγαπάς περισσότερο.

ΚΑΠΟΤΕ ερωτεύτηκα μια γυναίκα. Φορούσε μαύρα. Υστερα από λίγο εκείνη με άφησε. Πήγα στο 2046. Πίστευα ότι με περίμενε εκεί. Ομως, ήταν μόνον η μνήμη της. Κουρέλια.

ΤΗΝ ΙΔΙΑ δεν κατάφερα να τη βρω.

* 2046: Τίτλος από την ομώνυμη ταινία του Kar Wai Wong
(1) Γιώργος Χειμωνάς, Ο γιατρός Ινεότης

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗΝ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=29/01/2011&id=245832

ΠΕΡΙ ΣΙΩΠΗΣ, ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΤΙΜΗΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΩΝ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΝ


Μέρος Δεύτερο

Η τέχνη του καιρού μας είναι θορυβώδης, κάνοντας εκκλήσεις για σιωπή.
ΣΟΥΖΑΝ ΣΟΝΤΑΓΚ, Η αισθητική της σιωπής,εκδ. Νεφέλη

Σ' ΑΥΤΟΝ τον χώρο υπάρχουν πολλά που ενοχλούν πολλούς και αποσιωπούνται· λες και υπάρχει μια αόρατη συμφωνία -συμφωνία τιμής, θα την έλεγαν οι μαφιόζοι- να μη θιγούν πρόσωπα και πράγματα «ιερά». Γνωρίζουμε όσους δεν θα έπρεπε να γνωρίζουμε και δεν γνωρίζουμε αυτούς που αξίζει να γνωρίζουμε. Ο χώρος του βιβλίου μοιάζει, πολλές φορές, με λάιφ στάιλ εκπομπή.

ΦΤΑΣΑΜΕ να ονομάζουμε συγγραφέα κάποιον που αναγνωρίζουμε το πρόσωπό του και γράφει αποκλειστικά μυθιστορήματα -άντε, και κάνα διήγημα-, με τη γνωστή συνταγή και μια χιλιοειπωμένη ιστοριούλα. Ολα τα υπόλοιπα είδη αφηγηματικού λόγου τα εξορίσαμε. Τα στείλαμε για εξακρίβωση. Γιατί; Επειδή δεν πουλάνε. Ποιος ρυθμίζει τις τύχες ενός προϊόντος στην αγορά; Οι παραγωγοί του, δηλαδή οι εκδότες. Μπορούν αυτό να το κάνουν μόνοι τους; Οχι, χρειάζονται και τους κριτικούς. Εδώ ξεκινάει το γαϊτανάκι της μεγάλης παρεξήγησης.
Στον ειδικό Τύπο υπάρχει περίσσευμα στόμφου, περίσσευμα αυταρέσκειας, περίσσευμα αποτυχημένης δημιουργίας. Πολλές διαπροσωπικές σχέσεις. Διαψευσμένα όνειρα, μέτριοι κύκλοι ζωής.

ΠΟΛΥΣ κόσμος πιστεύει ότι η κριτική βοηθάει. Εγώ πιστεύω ότι όσο βοηθάει, άλλο τόσο παραπλανά - ίσως χωρίς να το θέλει. Οδηγεί κάπου και αυτό το κάπου μπορεί να είναι το πουθενά: ένα πουθενά που κοιτάζεται αυτάρεσκα στον καθρέφτη και καμαρώνει τις μεγαλόσχημες λέξεις του· σαν τις γυναίκες που ενθουσιάζονται με τις ψεύτικες βλεφαρίδες τους. Ασφαλώς υπάρχουν συνεπείς κριτικοί, αλλά είναι λίγοι. Η πλειονότητα είναι αυτή που διαμορφώνει την κοινή γνώμη. Που χρησιμοποιεί το ορίτζιναλ για να παράγει το ιμιτασιόν. Και σε αυτήν, δυστυχώς, ανήκουν οι πολλοί μέτριοι, οι εμπαθείς, οι βλεφαρίδες. Η αποτίμηση ενός έργου κινδυνεύει να γίνει απομίμηση στα χέρια τους.

ΔΕΝ ΛΕΩ ότι δεν χρειάζεται αποτίμηση. Λέω ότι δεν χρειάζεται, όταν προσπαθεί να τηρήσει ισορροπίες μεταξύ του γράφοντος, του εκδότη και των διαφημιστικών υποχρεώσεων που προκύπτουν ενδιάμεσα.
Πώς θα γίνει, όμως, γνωστό ένα έργο; Με ποιον τρόπο μπορεί να φτάσει στο κοινό;

ΠΟΛΛΟΙ κριτικοί γνωρίζουν μόνον όσους είναι εύκολο να εξηγήσουν. Ο,τι δεν καταλαβαίνουν, ό,τι δεν μπορούν να κατατάξουν ειδολογικά, το αποσιωπούν. Και βαφτίζονται «έγκυροι». Πολλοί συγγραφείς -για να πάρουμε και την πλευρά μας-, από μια στρεβλή άποψη περί δημοσιότητας, επιλέγουν τη θεματολογία τους και κυρίως τη μορφή που θα έχει το έργο τους από τις περιορισμένες απαιτήσεις ενός ανεκπαίδευτου κοινού. Και βαφτίζονται «ευπώλητοι». Πολλοί εκδότες εκδίδουν συλλήβδην μυθιστορήματα, λαμβάνοντας υπ' όψιν μόνο δύο παραμέτρους: το γεγονός ότι πρόκειται για μυθιστόρημα και το όνομα του συγγραφέα. Και βαφτίζονται «μεγάλοι». Καμία διάθεση για νεωτερικότητα, κανένας άνεμος ανανέωσης, από πουθενά. Μόνη προϋπόθεση, η ευκολία - όλων των πλευρών.

ΜΗΝ αναφέρουμε τους παρατρεχάμενους, τα παπαγαλάκια, τους αγγελιαφόρους ειδικών αποστολών. Μ' αυτά όλα φτάσαμε αισίως στους 11.000 τίτλους τον χρόνο. Αριθμός που τρομάζει για την ευκολία του εγχειρήματος.

Η ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΗ συμπεριφορά του κοινού, όπως την καταγράφουν οι σχετικές έρευνες του ΕΚΕΒΙ, δείχνει ότι ο ένας στους δύο Ελληνες, το 50% δηλαδή του ενεργού πληθυσμού, δεν διαβάζει ούτε ένα βιβλίο τον χρόνο, ενώ το 25% διαβάζει λιγότερο από δέκα βιβλία. Ενα ποσοστό της τάξεως του 8% αποτελεί τον σκληρό πυρήνα των βιβλιόφιλων, και σε αυτό προσβλέπουν όλοι (επιχειρηματίες, εκδότες, δημιουργοί, πολιτεία), επενδύοντας τεράστια κεφάλαια στη βιομηχανία του βιβλίου. Από αυτό το συρρικνωμένο και ιδιόρρυθμο 8%, πόσοι εγκλωβίζονται από τα ευπώλητα των εφημερίδων, πόσοι από τη μεγαλόστομη φλυαρία της «έγκυρης» κριτικής, πόσοι από τη λαίλαπα των προβεβλημένων επιλογών 4-5 μεγαλοεκδοτών που ελέγχουν την πιάτσα; Ασφαλώς, οι περισσότεροι.

ΤΙ ΧΩΡΟΣ μένει στους υπόλοιπους και κατά πόσον αυτός ο χώρος είναι υπαρκτός ή ικανός να δημιουργήσει ρεύμα - έστω μειοψηφικό; Είναι πάνω από 1%; Τι ποσοστό παραμένει αχειραγώγητο για να ψάξει να ανακαλύψει τη χαραμάδα όπου στριμώχνεται το διαφορετικό, η νεωτερικότητα, η αναπάντεχη πρόταση, όταν ακόμα και αυτές οι εν δυνάμει ταμπέλες -φορείς ενός κάποιου πνεύματος- έχουν καπαρωθεί, από προγενέστερους και επιφανέστερους «γραφιάδες», που έχουν υποβληθεί σε λίφτινγκ προκειμένου να συντηρήσουν μια μίνιμουμ επικοινωνία με ένα κοινό αμήχανο, βομβαρδισμένο και προσχηματικό;

ΠΟΣΟ τυχαίο ή ανιδιοτελές μπορεί να μοιάζει το γεγονός ότι μεγάλης επιφάνειας κριτικοί ασχολούνται συστηματικά -με πρόσχημα την αρνητική, αρχικά, τοποθέτηση τους- με βιβλία προβεβλημένων ονομάτων της ελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής, στα οποία αφιερώνουν σελίδες και τυπογραφικό μελάνι για να διαφημίσουν τελικά, με γκρίζες λέξεις, την αγοραία και ανταλλάξιμη απαξίωσή τους σε υποδεέστερα ή ατυχή έργα; Με αυτό τον τρόπο αποκλείονται οι περισσότεροι, και η εμφάνιση νέων ταλέντων που θα μπορούσαν να ταράξουν τα νερά, παραμένει υπόθεση εργασίας.
Θεμελιώνονται και επιβραβεύονται η ευκολία, η ρηχότητα, η επίδειξη. Και η άνευ όρων «παραγωγή».

ΑΝ ΖΟΥΣΕ ο Φλομπέρ, με τη δυσκολία που τον διέκρινε στο τελικό κείμενο, θα παρέδιδε ένα βιβλίο κάθε εφτά χρόνια. Μπορούμε να φανταστούμε -με τις ανάλογες χρονικές και τοπικές επιφυλάξεις- τον Λόρενς Ντάρελ να συμμετέχει σε εβδομαδιαία σεμινάρια δημιουργικής γραφής; Τον Φερνάντο Πεσόα να δίνει το «παρών» σε κοινωνική εκδήλωση για την προστασία του περιβάλλοντος; Τον Χένρι Τζέιμς να διαπραγματεύεται σε κοκτέιλ πάρτι επιχειρηματικού παράγοντα την έκδοση του καινούριου του βιβλίου; Τον Μορίς Μπλανσό να εμφανίζεται σε τηλεοπτικό πάνελ αποτιμώντας την οικονομική κρίση;

ΟΙ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ είναι προφανείς. Οι λέξεις είναι σοβαρότερη υπόθεση από τη δημόσια εικόνα αυτού που τολμά να τις χαράξει στο χαρτί. Αυτές είναι η δημόσια εικόνα του. Από αυτές κρίνεται. Σε αυτές οφείλει ό,τι οφείλει.

ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ -και χαμένοι στη μετάφραση- οι σημερινοί πρωταγωνιστές του βιβλίου (εκδότες, συγγραφείς, κριτικοί, πολιτιστικοί φορείς) προσπαθούν σπασμωδικά να υπάρξουν, παρακολουθώντας τον σφυγμό της κρίσης της αγοράς και διεκπεραιώνοντας στη σκιά έναν ρόλο που δεν ανταποκρίνεται στις «υψηλές θερμοκρασίες» του χώρου. Ενός χώρου που όχι μόνο δέχεται σαν «αναγκαίο κακό» τις δημόσιες σχέσεις, αλλά και βασίζει πάνω τους, σχεδόν αποκλειστικά, την ουσιαστική του ύπαρξη.

ΟΙ ΛΟΓΟΙ για τους οποίους διαβάζουμε είναι το ίδιο παράξενοι με τους λόγους για τους οποίους ζούμε. Κάποιοι το γνωρίζουν καλά αυτό και ξέρουν, φαίνεται, να το εκμεταλλεύονται. Αλλωστε από αυτό ζουν.
Ο Μπόρχες έλεγε συχνά ότι η ύπαρξη των λέξεων ήταν το κεντρικό γεγονός της ζωής του. Υπάρχει σήμερα παρόμοια δήλωση;

(συνεχίζεται)

ΔΕΙΤΕ ΤΗΝ ΕΔΩ ΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ
http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=29/01/2011&id=245824

Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011

HOTEL CALIFORNIA

http://www.greektube.org/content/view/37321/2/



Για όσους πιστεύουν ακόμη ότι η ροκ μουσική είναι επικλήσεις στον Σατανά και παίζουν ανάποδα τα βινύλιά τους.

Τρίτη, 25 Ιανουαρίου 2011

H NYXTA META

Άστρος Κυνουρίας, Οκτώβριος 2010, "Φωτογραφία"

Ευχαριστώ την Kυπριακή εφημερίδα "Αλήθεια" για την αναπαραγωγή των κειμένων της Νύχτας, τα διάφορα μπλογκ και τους πολλούς αναγνώστες, που συνεχίζουν να δείχνουν την αγάπη τους στη στήλη. Σε λίγες μέρες η Νύχτα κλείνει τα δύο χρόνια της.
Φυσικά, ευχαριστώ την εφημερίδα Ελευθεροτυπία και τον Διευθυντή της Βιβλιοθήκης - Καταφύγιο Θηραμάτων, Γιώργο Χρονά, που τα φιλοξενούν.
Τα κείμενα θα κυκλοφορήσουν σε ένα ενιαίο τόμο, στίς 20 Απριλίου, από τις εκδόσεις Οξύ.

http://www.alitheiaportal.com/alitheia/politismos/ta-philia-spasmena-marmara-mountzouromena-karbouno-zographikes.html

Σάββατο, 22 Ιανουαρίου 2011

ΠΕΡΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ, ΘΑΝΑΤΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΩΝ




Μέρος Πρώτο


Επιτέλους, ένα επιτυχημένο πορτραίτο. Αποτυχημένο ήταν πάντα το ίδιο το πρόσωπο.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ


ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ προκύπτουν από την εμμονή και τον, ώς έναν βαθμό, ιδιαζόντως τραυματικό εθισμό του συγγραφέα τους να δημιουργεί -ενίοτε ως μικρός θεός- μικρά, αυτοδύναμα σύμπαντα, μέσα στα οποία θα ήθελε διακαώς να ζήσει, περιγράφοντας μια πραγματικότητα που δεν συμβαίνει.

ΤΑ ΔΕΙΓΜΑΤΑ αυτά της τέχνης του, τα ελευθεριάζοντα κάντος αυτής της εσωτερικής, μη πραγματικής πραγματικότητας, τα αποθέτει, εν καιρώ πολέμου, όταν πέφτει το σκοτάδι και οι δαίμονές του ξεσηκώνονται, σε εδάφη που ουσιαστικά ελέγχονται από τους αναγνώστες ή τους κριτικούς, και είναι ναρκοθετημένα, με κίνδυνο να τραυματιστεί θανάσιμα.

ΜΟΝΟ ένα πράγμα αξίζει να αφηγηθεί: αυτό που δεν υπάρχει -αφού δεν βλέπει κανέναν απολύτως λόγο να περιγράψει ή να εξερευνήσει περιοχές που είτε είναι γνωστές είτε έχουν μελετηθεί επαρκώς από άλλους. Περιγράφοντας τον φανταστικό του κόσμο, τον κάνει πραγματικό. Τα όνειρά του αποκτούν ξαφνικά τετραγωνικά, εμβαδόν, συγκεκριμένες διαστάσεις. Η «μεταμόρφωση» του Κάφκα είναι ένα τέτοιο παράδειγμα μεταγλώττισης του άρρητου, του ανοίκειου, του ανύπαρκτου - αλλά συγχρόνως και πραγματικότερου του πραγματικού. Οι ήρωες του Μπέκετ ή οι μη-ήρωές του είναι ένα εμβληματικό άλλο. Το ψεύδος του δημιουργού είναι η αληθινή του αλήθεια, και η ποιότητα της ηθοποιίας του στο έργο της γραφής έχει να κάνει με τη διεισδυτικότητα της προσωπικής του τέχνης.

ΟΠΟΤΕ ο συγγραφέας αναγκάζεται να υποδυθεί απλώς τον εαυτό του -απεκδυόμενος ρόλους, ήρωες ή ιδέες που τον απηχούν, αλλά δεν του ανήκουν- οι πιθανότητες να επιτύχει τον στόχο του μειώνονται αισθητά. Αντιθέτως, αν τον παρεκτείνει, απλώνοντάς τον μέχρι εκεί όπου ονειρεύεται, αν τον υπερβεί και η «μεταμόρφωσή» του αυτή επωαστεί και συντελεστεί σε διαφανές περιβάλλον, με υψηλές θερμοκρασίες, τότε το αποτέλεσμα δείχνει διαμετρικά αντίθετο. Αμεσότερο. Ακουμπά το είδος εκείνο της ωριμότητας που επιτρέπουν στον εαυτό τους οι προορισμένοι.

ΠΟΙΟ όμως είναι το μέσον που έχει, η πυξίδα που χρησιμοποιεί για να μπορεί να ξαναγυρίσει; Φυσικά, οι λέξεις. Οπως ακριβώς ο χειρουργός οφείλει να ξέρει να χειρουργεί, έτσι και ο συγγραφέας οφείλει να ξέρει να γράφει. Να ιερουργεί με τις λέξεις, να πετά, να επιτρέπει στην ομορφιά να διαρρέει: σαν φήμη που αφήνεται να εξαπλωθεί.

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ αφηγούνται τη ζωή. Κυρίως, όμως, αφηγούνται την ανεπάρκειά τους απέναντι σε αυτήν, το παράπονό τους που τελικά η ζωή κλειδώθηκε μέσα σε κάτι άσπρες σελίδες. Την κάνουν να μοιάζει με παρομοίωση. Τους οφείλουμε ό,τι οφείλει κανείς σε κάτι γραμμένο: την απουσία όλων όσα θα θέλαμε να συμβαίνουν και συμβαίνουν μόνον εντός των τυπωμένων σελίδων. Οι συγγραφείς έχουν τα ίδια προβλήματα με τους ηλικιωμένους: σβήνουν πολύ και καμιά φορά, ανάμεσα στα άλλα, και την ίδια τους τη ζωή. Ξεχνάνε να τη ζήσουν γιατί τη γράφουν. Ζωή και βιβλίο είναι, όπως και να το κάνουμε, δυο κόσμοι αντίθετοι. Συναντιούνται μόνον όταν ο ένας νοσταλγεί τον άλλον.

Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ επιχειρεί να κατανοήσει αυτό τον κόσμο εκ των υστέρων, να ερμηνεύσει ή να σχολιάσει αδυναμίες του που έχουν ήδη εντοπιστεί. Της είναι αδύνατον να υποδείξει πώς οφείλει ο κόσμος να είναι. Ασφαλώς, βασίζεται σ' ένα λάθος. Γράφει κανείς από ανάγκη να συνομιλήσει με αυτό το λάθος. Για να εντοπίσει τις γοητευτικές του ατέλειες. Γράφοντας, νομίζει ότι το φέρνει πιο κοντά. Μοιάζει σαν απαγορευμένο τσιγάρο στα κλεφτά.

ΟΛΑ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ θα όφειλαν να εκθέτουν, μπροστά στα μάτια μας, ολοένα και περισσότερες εκδοχές αυτού του πληθωρικού λάθους. Αυτής της μαγικής απόκλισης που δεν χορταίνει να συντελείται. Οι άνθρωποι που έχουν την ικανότητα ή την ευκολία να παρατηρούν γύρω τους -και όχι απλώς να κοιτάζουν- μετέχουν στη ζωή με τους δυσμενέστερους όρους: ζουν για να γράφουν γι' αυτήν, για να την αναλογίζονται. Είναι προσομοίωση αυτό. Δυσκολία. Ενα είδος αναπηρίας.

ΣΚΕΦΤΕΙΤΕ τους ήρωες των μυθιστορημάτων: πόσο ψεύτικοι είναι, πόσο προσωρινοί, πόσο άπιστοι. Μεταπηδούν με τρομερή άνεση από βιβλίο σε βιβλίο, από συγγραφέα σε συγγραφέα, προκειμένου να εξασφαλίσουν ένα άλλοθι ζωής που τους προφυλάσσει απ' την ανυπαρξία τους. Που χρησιμοποιείται σαν αντίδοτο της πραγματικότητας που δεν αντέχουν να ζήσουν. Μοιάζουν με σκουπίδια που μεταφέρονται από χωματερή σε χωματερή, με σπασμένα καράβια που η ξυλεία τους χρησιμοποιείται εκ νέου. Γιατί δεν έχουν φύγει ποτέ από τις σελίδες των βιβλίων, αφήνοντάς τες κενές, γιατί δεν έχουν πάει ποτέ να γίνουν γέλια, θυμοί, μαγικά χαλιά, τριήμερα στα νησιά, Κυριακές που δεν τελειώνουν με τη δύση του ηλίου;

Η ΙΣΤΟΡΙΑ της λογοτεχνίας είναι γεμάτη απ' αυτούς τους δειλούς γίγαντες που κρύβονται πίσω απ' τις σελίδες, προσφέροντας γη και ύδωρ για έναν πρωταγωνιστικό ρόλο. Φοβούνται να αυτοπροσδιοριστούν και να αυτοβιογραφηθούν, μήπως χαθούν από προσώπου γης. Μήπως και διαγραφούν οριστικά απ' το σύμπαν. Γιατί δεν αυτονομείται κανείς τους, γιατί δεν σκοτώνει τον συγγραφέα του για να πάει να ζήσει σαν οδηγός λεωφορείου στο Παρίσι, σαν ελαιοπαραγωγός στη Σαντορίνη, σαν άλτο σαξόφωνο στην τζαζ ορχήστρα της Νέας Ορλεάνης; Η απάντηση δεν υπάρχει. Η αλήθεια είναι απόρρητη.

ΠΡΟΤΙΜΩ τα βιβλία που δεν έχουν ήρωες και εξωτερικές περιγραφές που σε κάνουν να πλήττεις. Το εσωτερικό τοπίο θεσμοθετεί τα πάντα. Οι λέξεις -αυτές που αξίζουν, όχι οι ήρωες που τις μεταφέρουν- είναι αυτές που πονούν. Η οδύνη του τοκετού τους, το σχήμα που παίρνει η μορφή τους, ο τρόπος που εκφέρονται και «γράφουν» στο χαρτί, ο ίδιος ο ίσκιος τους είναι τα βασικά πλεονεκτήματα του σημαντικού βιβλίου: η καλή λογοτεχνία έχει κληρονομικότητα στον πόνο.

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ συμβαίνουν. Είναι περιστατικά της ζωής, γεγονότα που προσπαθούν να περάσουν από μέσα σου, στοιβαγμένα, όταν όλοι οι δρόμοι είναι κλειστοί. Μπροστά τους παραμένεις ανίσχυρος· προσπαθείς ακόμη να μάθεις τις λέξεις. Θέλεις να γνωριστείτε καλύτερα. Να κερδίσει ο ένας απ' τον άλλον. Και να εξελιχθεί.

ΝΟΜΙΖΩ πως ό,τι τυπώνεται, πεθαίνει. Είναι ένας ιδιαίτερος θάνατος αυτός, μια καταγεγραμμένη απώλεια που προσβλέπει σε μια θολή αιωνιότητα. Η ζωή των βιβλίων είναι μια ζωή κατά φαντασίαν υγιής, περίκλειστη, που όμως έχει απαλλαγεί από τη θνησιγένειά της. Εχει νικήσει τον θάνατο οριστικά, παρότι του οφείλει -κατά τρόπο οξύμωρο- την ίδια της την ύπαρξη. Σε αυτήν οι στιγμές μεγαλώνουν παράλογα, ο χρόνος που απομένει διογκώνεται: γίνεται σαν ένα γελαστό βράδυ στην εξοχή. Είναι συγκινητικό: οι λέξεις κάνουν τα πάντα για να μείνουν μαζί κι εμείς είμαστε τόσο αδιάφοροι που δεν μπορούμε ούτε καν να τις γράψουμε. Τις σημειώνουμε λάθος, τις τοποθετούμε λάθος, τις εννοούμε λάθος. Φαίνεται αποκρουστικό αυτό. Το μόνο που πρέπει να επιδιώκει κανείς είναι να τους συμπεριφέρεται σωστά.

ΑΝΤΙΛΑΜΒΑΝΟΜΑΙ τη λογοτεχνία σαν μια χαριτωμένη ζαβολιά στο προαύλιο της ζωής, όταν οι δάσκαλοι δεν είναι εκεί. Σαν μια αμετάκλητη απάτη σε βάρος της πραγματικότητας.Τίποτε δεν παρέχει μεγαλύτερη ασυλία από αυτή, τίποτα δεν μοιάζει πιο ελεύθερο, πιο εορταστικό, πιο άυλο. Μόνον η επίγνωσή της αρκεί. Γιατί η λογοτεχνία δεν έχει αποτέλεσμα - τουλάχιστον φανερό. Ή αν έχει κάποιο, αυτό είναι ο θρίαμβος του μη πραγματικού σε βάρος αυτού που έχουμε συνηθίσει να δεχόμαστε ως πραγματικό.

ΕΙΝΑΙ μια γενναία εκδίκηση αυτή, ένας αποστομωτικός λόγος.

ΚΑΙ σαν απάντηση, εμένα μου φτάνει.

(συνεχίζεται)


ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=22/01/2011&id=243279

ΔΟΚΙΜΗ


ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ. Με μια αλύγιστη, υπόδικη ευσυνειδησία. Γερνάω ποιήματα. Στην ίδια μεταξύ διαδρομή. Θα θυμάμαι να επαναλαμβάνω: χαλάσματα. Εν καιρώ πολέμου. Θέλω να φύγω. Πριν με πιει ο καιρός. Δεν έχω πια να αναγγείλω, παρά συμπλοκές.
Μια ζωή, μια πορεία. Χωρίς φώτα. Η πορεία των ανθρώπων. Δεν ήταν η αρχή, αλλά το τέλος. Το ταξίδι του αυτοκράτορα. Στους πάγους, σπασμένο.

ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ να υπάρχει γιορτή. Δέσε μου τα μάτια. Κάθε εικόνα που βλέπω στειρώνει την ελευθερία μου. Την αισθάνομαι στους ώμους να καίει. Την ακούω. Ανοίγει την πόρτα. Οι μέρες στάζουν αργά προφήτες. Βγάζουν απ' την πρίζα το δέρμα μου. Ασφαλής κατάργηση υλικού. Σε μια άκρη ο Θεός. Καθαρίζει τα νύχια του. Γίναμε πάλι σπίτια αλεξίσφαιρα και πεθαίνουμε περικυκλωμένοι. Γίναμε πάλι βρόμικες αγκαλιές. Καρφωμένοι στα τζάμια.

ΜΟΝΟ να ξαναρχίσει η μουσική. Τίποτε απ' όσα έζησα δεν ήταν. Χωρίς μουσική. Εκείνο το σάπιο καλώδιο, σήκωσέ το απ' το νερό. Σε παρακαλώ. Δεν υπάρχει άλλο. Να φανταστώ. Ξεστρώθηκαν οι ζωές μου. Και βγαίνουν -όλες μαζί. Δεν έχω εμπιστοσύνη στις λέξεις. Τρέμουν. Η εικόνα τους. Ζαρωμένη. Σπασμένα κρύσταλλα. Είμαι λουσμένος νησιά. Στην άκρη ενός κατευθείαν θυμού. Ενός κατακλυσμού από καλοκαίρια. Να επουλώνεις τα μάτια σου. Πάνω μου. Να τα βουτάς στο φάρμακο, να περνούν.

ΕΓΩ κι εγώ. Η ιστορία του εαυτού μου μετακινεί φως. Σελίδα σελίδα. Αυτός που είναι εγώ μοιάζει με βαμβάκι, αναπαυμένο στα σπλάχνα μου. Επιδιώκω να συναντήσω τον άλλο άγγελο. Θα τον γνωρίσω απ' τα καμένα μαλλιά. Αν δεν περάσει, θα τον σχεδιάσω. Θα τον γράψω σε ένα χαρτόνι και θα το κρεμάσω στον ουρανό. Δεσπόζει το αίμα στα πράγματα. Τα ντύνει σε μια πρόστυχη επιφυλλίδα και σαν ρόμπα. Τυλίγει σφιχτά τον λαιμό. Αγκαλιάζει τα γόνατα. Υπάρχει ένα κόκκινο φίδι στο κέντρο του κόσμου. Και σφίγγει. Σαν χοντρό γυναικείο πλοκάμι. Από εκεί μέσα γεννάει μαύρα κελιά.

ΤΟΤΕ έφυγα γιατί δεν γινόταν. Να αντέχω να με ταξιθετούν. Οι ανώδυνοι. Σ' ένα τραυλό, ορθωμένο σκοτάδι. Και να είμαι η αγωνία του. Το μοναδικό αντικλείδι της φρίκης. Ζητώ το θαυμαστικό της ζωής. Υπάρχει σε κάποιο λεξικό, σε κάποια διάλεκτο. Φέρ' το μου. Πήγαινε. Αιμορραγώ γλώσσες.

ΚΑΘΕ εικόνα είναι ένα κλουβί που διασώζει το ασήμαντο. Ενας σπασμένος φακός. Θα δω, μετά τη λύπη. Θα κολλήσω το στόμα μου στο αιδοίο της γης. Και εκεί αναπνέω. Τα όνειρα αλλάζουν αντίο. Το μόνο που κάνουμε είναι να σπαταλάμε κατάγματα, κοιτώντας. Σ' αυτές τις αδειανές καρέκλες μπροστά είναι ο δρόμος μου. Ο δρόμος με κατακλύζει. Κυλάει πάνω μου, σαν καθημερινός ήλιος. Βαμμένος, φουσκώνει. Μυρίζει λαδομπογιά.

Ο ΠΙΟ μεγάλος ίλιγγος είναι αυτός για τον οποίον αξίζει να ζεις.

Η ΖΩΗ είναι δοκιμή. Πρόβα για να ταιριάξεις τα χρώματα.


ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=243289

Τρίτη, 18 Ιανουαρίου 2011

ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ ΧΩΡΙΣ



Τὴν ἀνεγνώρισα πάραυτα εἰς τὸ φῶς τῆς σελήνης τὸ μελιχρόν, τὸ περιαργυροῦν ὅλην τὴν ἄπειρον ὀθόνην τοῦ γαληνιῶντος πελάγους, καὶ κάμνον νὰ χορεύουν φωσφορίζοντα τὰ κύματα. Εἶχε βυθισθῆ ἅπαξ καθὼς ἐρρίφθη εἰς τὴν θάλασσαν, εἶχε βρέξει τὴν κόμην της, ἀπὸ τοὺς βοστρύχους τῆς ὁποίας ὡς ποταμὸς ἀπὸ μαργαρίτας ἔρρεε τὸ νερόν, καὶ εἶχεν ἀναδύσει· ἔβλεπε κατὰ τύχην πρὸς τὸ μέρος ὅπου ἤμην ἐγώ, κ᾿ ἐκινεῖτο ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ προσπαίζουσα καὶ πλέουσα. Ἤξευρε καλῶς νὰ κολυμβᾷ.

Ἦτον ἀπόλαυσις, ὄνειρον, θαῦμα. Εἶχεν ἀπομακρυνθῆ ὡς πέντε ὀργυιᾶς ἀπὸ τὸ ἄντρον, καὶ ἔπλεε, κ᾿ ἔβλεπε τώρα πρὸς ἀνατολᾶς, στρέφουσα τὰ νῶτα πρὸς τὸ μέρος μου. Ἔβλεπα τὴν ἀμαυρὰν καὶ ὅμως χρυσίζουσαν ἀμυδρῶς κόμην της, τὸν τράχηλόν της τὸν εὔγραμμον, τὰς λευκὰς ὡς γάλα ὠμοπλάτας, τοὺς βραχίονας τοὺς τορνευτούς, ὅλα συγχεόμενα, μελιχρὰ καὶ ὀνειρώδη εἰς τὸ φέγγος τῆς σελήνης.

Διέβλεπα τὴν ὀσφύν της τὴν εὐλύγιστον, τὰ ἰσχία της, τὰς κνήμας, τοὺς πόδας της, μεταξὺ σκιᾶς καὶ φωτός, βαπτιζόμενα εἰς τὸ κῦμα. Ἐμάντευα τὸ στέρνον της, τοὺς κόλπους της, γλαφυρούς, προέχοντας, δεχομένους ὅλας τῆς αὔρας τὰς ριπᾶς καὶ τῆς θαλάσσης τὸ θεῖον ἄρωμα. Ἦτο πνοή, ἴνδαλμα ἀφάνταστον, ὄνειρον ἐπιπλέον εἰς τὸ κῦμα· ἦτον νηρηίς, σειρήν, πλέουσα, ὡς πλέει ναῦς μαγική, ἡ ναῦς τῶν ὀνείρων...

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ (1851-1911)
Όνειρο στο κύμα – 1900

Σάββατο, 15 Ιανουαρίου 2011

ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΒΛΕΠΕΙΣ ΝΑ ΕΡΧΕΤΑΙ


ΑΦΗΣΕ πίσω του τετράγωνες λέξεις. Σαν κληματαριές έπεφταν. Τους είχε δωρίσει ζωή. Και τον δηλητηρίασαν. Δεν θα τις έβλεπε ξανά. Το βράδυ, όταν θα γύριζαν σπίτι, αυτός θα έλειπε. Θα είχε μαζέψει τα πράγματά του. Ακόμη κι εκείνη την παλιά μονοκατοικία ιδρώτα. Πίσω απ' τις κουρτίνες. Κανένα ίχνος. Μόνο ένα ποτήρι. Στολισμένο. Κόκκινο γάλα. Ενα χειμωνιάτικο φως. Μαύρα ψίχουλα. Πάνω στο τραπεζομάντιλο. Κάποτε ήταν λέξεις.

ΑΠΟ ΤΟΤΕ που άρχισαν να μένουν μαζί, συνήθιζε να τις ταΐζει. Στο στόμα. Ηταν μικρές και ανόρεχτες - τα μεγάλα ψέματα πρέπει να γευματίζουν σωστά για να αντέχουν. Τα βράδια τις συγκέντρωνε όλες κάτω απ' την παλάμη του. Φυσούσε τη σκόνη από το ξύλινο δέρμα τους για να μπορούν να κοιτάζουν. Μακριά, όσο φαντάζονταν.

ΑΠΟ ΤΟΤΕ που πίστευε μέχρι τώρα που είδε. Ποτέ δεν περίμενε να ζήσει το τέλος. Εκείνο που από μακριά το βλέπεις να έρχεται και λες, έχει δρόμο ακόμη. Ομως ο καιρός πάντα ξεπερνά. Μόνο ό,τι αντέχει μένει και γίνεται.
Οταν οι λέξεις μεγαλώνουν, ονειρεύονται να σκοτώσουν. Και να σκοτωθούν. Μεταξύ τους.

ΣΤΗ ΖΩΗ οι άνθρωποι οπλοφορούν γεγονότα. Διαρκούν το κοινόχρηστο, το μεταφέρουν σαν φήμη. Αυτό γυρίζει αργά τον πανικό του προς τα μέσα και γίνεται εμπόδιο. Εννοεί άμυνα.
Πηδάς τον εαυτό σου για να φτάσεις στον εαυτό σου. Οι λέξεις ανάμεσα παρακολουθούν. Σκαρφαλώνουν λιμάνια. Η ιστορία λήγει πάντα με θάνατο.

ΣΟΥ ΕΙΠΑ να μαζέψεις όλο τον κόσμο σ' ένα μπουκάλι κρασί και να τον κάνεις να χωρέσει. Χόρεψε, χόρεψε. Το τραγούδι του Ιγκι Ποπ είναι ολόκληρη όπερα. Αφαιρώντας το χάρισμα, αγγίζεις τα όρια της ζωής. Να τη μεγαλώνεις μέσα σου. Μετά να την αφήνεις να κυλάει.

ΑΥΤΟ το μπαλέτο είναι πολύ παλιό. Σχεδόν αρχαίο. Οι χορευτές αναγνωρίζονται από το τραγούδι και αποχωρούν μόνοι τους. Τα παιδιά που θα γεννηθούν θα επιστρέψουν στο νερό. Στη νοημοσύνη του χρόνου. Τα παιδιά του ωκεανού.
Η τέχνη της επιβίωσης ξέρει καλά να ουρλιάζει.

ΤΩΡΑ οι λέξεις. Κολυμπούν στο κόκκινο γάλα, ένα χειμωνιάτικο φως. Οι λέξεις είναι ο φόβος των λέξεων. Δεν πρόκειται να επαληθευτούν. Κανένα μεγάλο δωμάτιο δεν χώρεσε ποτέ την αληθινή υγρασία τους. Οσο και να ανάβει το σπίτι, δεν θα στεγνώσουν.

ΜΙΛΗΣΕ τρεις φορές και βγήκε. Χωρίς βήματα. Στην ανοιχτή εξώπορτα δεν στεκόταν κανείς. Τα μάτια του. Σκεπασμένα από τους οργασμούς, έτοιμα να ξεχάσουν. Δυο πρόστυχοι υποδοχείς. Εκκρεμούν λαγνεία.

ΟΙ ΕΙΚΟΝΕΣ ζουν βιαστικά, όσο τους επιτρέπεις, μια σιωπηλή ζωή και μετά πεθαίνουν. Καταπατημένες. Τιμωρημένες να γίνουν χθες.
Μέσα στο σκοτάδι περιμένουν τα πράγματα που θα λάμψουν. Με μια απελπισμένη ικανοποίηση. Ο έρωτας γι' αυτά είναι η συνειδητοποίηση του θανάτου τους. Κάθε αρχή είναι προσκολλημένη στο τέλος της. Δεσπόζει και εξηγεί το σύμπλεγμα των ανθρώπων.

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ τους, σαν εξαντλημένες, σβήνουν πάνω στο χώμα. Αδύναμοι, σκοτεινοί σπόροι.

ΟΜΩΣ, παραλίγο να πω νύχτα.

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗΝ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=240870

Τρίτη, 11 Ιανουαρίου 2011

REMEMBER YOUR MORTALITY




Ο Θάνος Ανεστόπουλος (ex - Διάφανα Κρίνα) στην πρώτη του ατομική έκθεση ζωγραφικής προσκαλεί το κοινό να διαβεί μαζί του το κατώφλι για ένα προσωπικό σουρεαλιστικό σύμπαν.
Διάρκεια έκθεσης: 4-17 Ιανουαρίου 2011

Στις 14 Ιανουαρίου στις 22:00 ο ίδιος ντύνει με νότες τα ζωγραφικά του έργα σε ένα ακουστικό live σετ στην σκηνή του Ιανού με παράλληλη προβολή των εικαστικών δημιουργιών του.

Η βραδιά θα μεταδοθεί ζωντανά από το ianosradio.gr

Ιανός/Σταδίου 24 Τηλέφωνο: 210 3217810 Καθημερινά: 09:00 με 21:00
Σάββατο: 09:00 με 21:00

Εισιτήρια
Για την Έκθεση: είσοδος ελεύθερη
Για την μουσική παράσταση στις 14/01/11: 10€
Πληροφορίες/ κρατήσεις: 210 321781

-----------------------------------------------------------
δεν μετανιώνω πια
όλα ή τίποτα
δάσος και ερημιά
αυτή ήταν η ψυχή μου
πάει πια.

δεν κόβεται στα δυο η ζωή
είναι ήλιος και βροχή μαζί
κι ούτε για μια αιωνιότητα
δεν θ' άλλαζα μια μέρα απ' αυτή
δεν κόβεται στα δυο η ζωή
είναι κόλαση, παράδεισος μαζί
κι αυτά που έζησα
είτε άσκημα είτε όμορφα
ήσαν εγώ κι εσύ

(Τελευταίος σταθμός)


Μουσική ΔΙΑΦΑΝΑ ΚΡΙΝΑ
Στίχοι ΘΑΝΟΣ ΑΝΕΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΠΙΝΑΚΩΝ

http://www.facebook.com/media/set/?set=a.1660701390205.2087794.1017296979&type=3

http://www.facebook.com/media/set/?set=a.3773169600590.2149842.1017296979&type=3

http://www.facebook.com/photo.php?fbid=3724355620271&set=a.3724351660172.2148656.1017296979&type=3&theater

http://www.facebook.com/photo.php?fbid=2502911284926&set=a.2502910444905.2125620.1017296979&type=3&theater

http://www.facebook.com/photo.php?fbid=2306753621107&set=a.2306752941090.2121809.1017296979&type=3&theater

http://www.facebook.com/photo.php?fbid=2261224242901&set=a.2261223642886.2120407.1017296979&type=3&theater

http://athanasiosanestopoulos.blogspot.gr/

Σάββατο, 8 Ιανουαρίου 2011

ΕΝΑ (ΑΚΟΜΗ) ΜΑΘΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΛΟΓΟ


ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ έμπαιναν συνέχεια στο φωταγωγημένο σπίτι και ήταν έτσι μικροί, που το σπίτι χωρούσε όλο και περισσότερους. Με το σάλιο που έσταζε, σχεδόν γκρεμισμένοι. Από την άκρη των ματιών υφαίναν ένα κουκούλι. Αυτό το κουκούλι γεννούσε χαλασμένα αντίτυπα. Το μέγεθος ήταν τέτοιο, που ακόμη και η μέσα παρουσία τους ήταν αμφίβολη. Σαν σκουλήκια σερνόνταν.

ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΑ ερπετά, χωρίς γλώσσα. Βουτούσε ο ένας στο στόμα του άλλου για να βρει καταφύγιο. Από εκεί μέσα μιλούσαν πεθαμένα φωνήεντα. Με ελάττωμα γραμματικής.
Μοίραζαν τα χαρτιά μιας κακέκτυπης τράπουλας. Όπως μοιράζει η πόλη χειμώνες τσέπης. Η διάρκειά τους. Εκ γενετής. Ασυγχώρητη.

ΗΤΑΝ ο καιρός που έβρεχε συνέχεια και σημαδεμένοι. Ο αέρας έπαιρνε τα μαλλιά τους και τα πέταγε κάτω. Η παραλία ήταν γεμάτη σκουπίδια. Το σπίτι είχε απαιτήσεις που τους ξεπερνούσαν και δεν γνώριζαν. Κανείς δεν είχε αφουγκραστεί τη φωνή του σπιτιού που σαν βραχνιασμένη και με προσευχές αόρατες ωρυόταν.

ΜΟΝΟ η νύχτα χωρούσε αυτή τη φωνή και μπορούσε. Σκαρφάλωνε στα παραθυρόφυλλα και ως το τέλος να διακρίνει με σιωπή την θλιβερή ομοιομορφία τους. Δεν γινόταν να συμμετάσχει ποτέ στην επιθυμία να γίνει ο κόσμος όμοιος.
Όπως έπεφτε η σκιά της βαριά στους τοίχους, άλλαζαν όλα τα ονόματα σε ένα. Γίνονταν όλοι ένα μικρό όνομα χωρίς συνοδευτικό που σημαίνει. Ένα όνομα ορφανό πολιτισμού.

ΤΟ ΣΠΙΤΙ θα σκάσει. Που μεταδίδει κενότητα και την ενσαρκώνει και ενδίδει σαν σκλάβος αιώνιος. Η κοιλιά του είναι μπαλωμένη νεκρά κεντήματα. Η ομορφιά έχει μουχλιάσει. Βρέχει συνέχεια ζωντανούς. Με πεθαμένα ονόματα. Οι αρθρώσεις του έχουν εξαντληθεί. Θα φύγει το σπίτι για να ξεσκεπάσει. Μέχρι η νύχτα. Χωρίς προειδοποιήσεις να ανέβει στη πλάτη του και να περπατήσει αργά.

ΕΠΕΙΤΑ μαζεύτηκαν όλοι γύρω από ένα ντενεκέ με σκουπίδια. Και ανακύκλωναν. Και έτρωγαν απ’ αυτό και έβγαζαν από το στόμα κάτι μακρουλές λέξεις σαν μύξα για να αλλάξουν ύψος. Κόντεψε να χαθεί το νήμα, κινδύνευσαν κάποια πράγματα.
Όμως το σπίτι μεταμόρφωσε τα δωμάτια του. Έκανε επικίνδυνες στροφές σαν παρκέ που γλιστρούσε, και χτύπαγαν ο ένας πάνω στον άλλον, τα άδεια κεφάλια των νάνων ντιν νταν προσπαθώντας να μπουν και όλοι βγήκαν. Σαν εμετός.

ΜΕΤΑ μόνο η νύχτα, μ’ ένα κόκκινο θόρυβο περπάτησε μέσα. Και ξανάρχισε η ιστορία του σπιτιού απ’ τη λήξη του, ξανάρχισαν οι ήχοι να γράφουν αυτό για το οποίο ακούγονταν.
Χαράχτηκε σαν τατουάζ στο σπίτι που χαμογέλασε.
Να κρατάς όλες τις παρελάσεις ανάμεσα στα πόδια σου, είπε.

Η ΕΠΙΒΙΩΣΗ είναι ανταρσία.


ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗΝ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=238458

Πέμπτη, 6 Ιανουαρίου 2011

ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΑΛΛΑΖΩ ΖΩΕΣ



< ΤΙΠΟΤΕ δεν υπάρχει όπως το βλέπεις. Κι αν το νόμισμα έχει δυο όψεις, είναι για να ξεγελάμε τους εαυτούς μας. Ότι αλλάζουν τα πράγματα >

< Η ΣΥΜΠΟΡΕΥΣΗ με την απώλεια έχει ανάγκη το όλον >

< ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ του μόλου, δίπλα στον παλιό φάρο, χαράζω ορίζοντα με θέα τη φυγή. Θα ξεράσω την άγκυρα με το πρώτο φως που θα δω θάλασσα >

< Ο ΜΟΝΟΣ δρόμος για τη σωτηρία είναι αυτός που δεν θα χρειαστεί να διαβούμε ποτέ >

< ΖΩΓΡΑΦΙΖΩ ενοχές στις κουρτίνες. Φυτεύω φωτιές στο δωμάτιο. Λέω σημάδι τα κρίνα στο μπαλκόνι. Στο ταβάνι μου υπάρχει μια παράξενη αντανάκλαση αγάπης >

< ΠΕΡΑΣΕ ο καιρός κι οι λέξεις πάλιωσαν >

< ΚΑΜΙΑ ΦΟΡΑ τυχαίνει τα πιο μεγάλα ψέματα να τ’ ακούς πριν καν ειπωθούν >

< ΤΕΛΙΚΑ η υποχρέωση είναι εκείνη που γεννά την αγάπη ή μήπως η αγάπη κρύβει μέσα της την υποχρέωση >

< ΑΥΡΙΟ όλα θα είναι χθες. Αρκεί το αύριο να είναι σήμερα >

< ΔΕΝ ΕΧΩ πια άλλες απορίες για τη ζωή. Μου τις έλυσαν τα φαντάσματα >


(Μαρία Χρονιάρη, Εκεί που αλλάζω ζωές, εκδ. Απόπειρα, 2010)

Τρίτη, 4 Ιανουαρίου 2011

ΓΙ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΩΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΑΒΟΗΘΗΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ

ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ είναι ότι η γυναίκα είναι σκανδαλωδώς ευνοημένη από τη φύση. Βρίσκεται πιο κοντά της, την έχει πάντα με το μέρος της, η φύση συνεχίζεται μέσα της, χρησιμοποιεί το σώμα της για ν' αναπαραχθεί.
Ας μην το ξεχνάμε: η γυναίκα έχει συγγένεια με το φως του φεγγαριού (που στον άντρα προκαλεί την επιληψία), με τις παλίρροιες των ωκεανών. Ο άντρας είναι αφύσικος, τεχνητός. Κατασκευασμένος μέσα σ' ένα ανοίκειο γυναικείο ικρίωμα, το σώμα της μητέρας του, κατασκευασμένος ακόμα από εντολές κύρους και εξουσίας, «ανδρισμού» και αντοχής, τις οποίες, στη διάρκεια της σύντομης ζωής του, είναι καταναγκασμένος πειθήνια και καθημερινά να εκτελεί.
Κι ας μην επικαλεστεί κανείς τις κοινότοπες ιστορικοκοινωνικές αιτιότητες - ασφαλώς ισχύουν, αλλά βασίζονται στους δεδομένους, βιολογικούς χαρακτήρες του φύλου του.

ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΕΝΟΣ από το άλλο ανθρώπινο σώμα, μη έχοντας ποτέ καμιά ενσυνείδητη συγκοινωνία αίματος με το άλλο σώμα, όπως έχει η γυναίκα με το κύημά της - ούτε καν έξοδο αίματος, όπως εκείνη, παρά μονάχα όταν το σώμα του εκτεθεί στη βία, έχει ένα σώμα μοναχικό κι αδιαπέραστο• κλειστό, δηλαδή απειλημένο. Που δεν ανοίγει ποτέ, ούτε κατά την ερωτική του δράση, οπότε κλείνει ακόμη περισσότερο και το κάθε σώμα αποχωρεί, αποσύρεται στην πιο απόλυτη δική του σιωπή, που είναι η ηδονή.
Αντίθετα, το σώμα της γυναίκας, προτού κι αυτό απουσιάσει από την ερωτική ένωση, είναι ένα σώμα πάντα ανοιχτό: ο υπέροχος αυτός κάλυκας που είναι φτιαγμένος για να υποδέχεται και για να περιβάλλει.

ΚΙ ΑΦΟΥ η γυναίκα τον άντρα μονάχα να τον αγαπάει μπορεί και τίποτε άλλο, θα κάνω εγώ, ένας άντρας, το εγκώμιο γι' αυτό το αυτοδημιούργητο θαύμα που είναι ο άντρας.
Χαριστικά θα βάλω πρώτη στη σειρά τη συμβολή της γυναίκας, που σίγουρα βοηθάει να συντελεσθεί, κυρίως με το ανεκτίμητο (και κατ' εξοχήν γυναικείο) χάρισμα της, που είναι ο αλάθητος ρεαλισμός της.
Χωρίς αυτόν ο άντρας θα παράπαιε, ακόμα θα περιπλανιόταν, θα είχε χαθεί μέσα στις ομίχλες των επικών του φαντασιώσεων - ένα χάρισμα που η γυναίκα, αν το θελήσει, μπορεί να το μεταποιήσει σε θανάσιμο ανδροκτόνο εργαλείο - αν θελήσει να υπονομεύσει, χρησιμοποιώντας το, όλες τις ευσυγκίνητες μυθολογίες, που χάρη σ' αυτές και αποκλειστικά μ' αυτές ο άντρας επιβιώνει.

ΧΕΙΡΩΝΑΚΤΑΣ του πολιτισμού αλλά και εγκέφαλός του, έκτισε από την αρχή τον κόσμο με μέτρο τον άνθρωπο. Κι αν αυτός ο κόσμος φαίνεται να είναι ανδροπρεπής, εκεί που χρειάζεται γίνεται θηλυκός, πολύ τελειότερα απ' ό,τι θα τον έπλαθε η ίδια η γυναίκα: χάρη στον άντρα η τέχνη κατοικήθηκε από εξαίσιες (αν και ανύπαρκτες) γυναίκες και πήραν γυναικείο όνομα οι πιο αυστηρές εξουσίες της ζωής - ενώ κράτησε για τον εαυτό του τον δυστυχισμένο ρόλο του ηττημένου, δηλαδή αυτός επωμίστηκε με αυταπάρνηση τη μεταφυσική μοίρα της ήττας που βαραίνει το ανθρώπινο γένος.
Δεν δέχθηκε χαρμόσυνους αγγέλους όπως η Θεοτόκος, δεν έπεσε σε ερωτική έκσταση όπως η Αγία Θηρεσία• ταπεινά κι αγόγγυστα υπηρέτησε τη θητεία του στα τάγματα του Θεού. Δεν είχε μεγαλομανιακές ακουστικές ψευδαισθήσεις όπως η Ιωάννα της Λωρραίνης - ανώνυμος αφανίσθηκε σε ατέλειωτους και άδικους πολέμους (και καμιά δεν έχει σημασία ότι ο ίδιος τους ξεκίνησε), εξοντώθηκε σε ισόβιες δουλείες.

ΑΝΙΔΙΟΤΕΛΗΣ, αθώος αλλά ευφυής, εύπιστος με τη θέλησή του, εύθραυστος και χωρίς - σε αντίθεση με τη γυναίκα - να επιζεί του θρυμματισμού του• ασκημένος από ένστικτο να επινοεί τεχνάσματα του κυνηγιού για την τροφή της ομάδας, να αγρυπνάει για τους κινδύνους• από γεννήσεως ανυπεράσπιστος, γιατί η φύση τού πήρε πίσω όλα τα όπλα του, έμεινε πάντα πολεμιστής, άοπλος και με χίλιους τρόμους γενναίος. Εκπνευμάτωσε τη φυσική του ρώμη και την έκανε δύναμη, κυρίως τόλμη, μυαλού και κραδασμό ιδεών. Αυτός είδε τα όνειρα όταν ήρθαν οι μεγάλες νύχτες - κι όλα αυτά από το τίποτα, χωρίς ουσιαστική βοήθεια από κανέναν. Έχοντάς τα όλα αντίξοα, και πιο πολύ αντίξοη τη γυναίκα που τον αγάπησε.

ΚΑΙ ΛΥΠΗΘΕΙΤΕ ΤΟΝ, με την πιο ευγενική , την πιο τρυφερή λύπη, γι' αυτή την απέραντη, την ως το τέλος αβοήθητη μοναξιά του. Δείτε τον, παραμερίζοντας τις αγορίστικες κομπορρημοσύνες του, τα απελπισμένα χάδια της μάνας του - παραμερίστε τα όλα: τα αφηρημένα αγγίγματα της γυναίκας του, τα αρπαχτικά και φιλημένα χεράκια των παιδιών του και δείτε τον σε όλη του την ανέχεια.

ΚΑΙ ΜΗ του μιλάτε, αφήστε τον να σωπαίνει όταν σωπαίνει.

ΚΑΙ ΑΝ αρχίσει να κλαίει ξαφνικά, ποτέ μην τον ρωτήσετε γιατί.

(Γιώργος Χειμωνάς)

> Tο άγνωστο αυτό κείμενο του Γιώργου Χειμωνά, είχε κυκλοφορήσει σε περιορισμένα αντίτυπα, εκτός εμπορίου, από το «Άλεκτο» του Γ. Καρτελιά.

Δευτέρα, 3 Ιανουαρίου 2011

ΧΩΡΑ


ΒΡΑΔΥ ΔΕΥΤΕΡΑΣ. Ακροβατεί. Μια θάλασσα χωρισμένη στα τρία. Διαφορετική υφή. Χορός χρωμάτων. Ο πεζόδρομος, νοητή γραμμή μιας αλλόκοτης γεωγραφίας.
Το παλιό τραίνο χορεύοντας της κλείνει το μάτι. Ενα καρουζέλ ασάλευτα στημένο απέναντί της με όλα τα καθαρόαιμα να χτυπούν τα πέταλά τους. Πλησιάζει. Το αγγίζει. Τα δάχτυλά της βουλιάζουν. Ακινησία. Της στιγμής. Γλείφει τα νύχια της. Σουφλέ σοκολάτας. Με παγωτό. Στη μέση.

Ο ΣΤΕΝΟΣ καναπές έχει πάρει το σχήμα του. Τη φοράει. Δεύτερο ρούχο. Της αλητείας. Σκισμένο τζιν σε λευκή επιδερμίδα. Ενα ευμέγεθες κτήριο στα δεξιά της. Επιγραφή της Εθνικής. Παλιγγενεσίας;

ΤΟΥ ΒΓΑΖΕΙ τη γλώσσα και προσπερνά καρφώνοντας το πέτρινο οδόστρωμα.


Μαρία Χρονιάρη


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΧΡΟΝΙΑΡΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=236934