Τρίτη, 30 Νοεμβρίου 2010

ΦΛΟΡΑΛ ΠΑΛΙ


Τετάρτη, 1η Δεκεμβρίου. Μουσικές που μας μεγάλωσαν και με μεγάλωσαν. Στα πικάπ του Floral. Ροκ. Από τις 22.00μμ.

http://www.noiz.gr/index.php?topic=182180.msg513211;topicseen

Σάββατο, 27 Νοεμβρίου 2010

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ ΚΟΣΜΩΝ


ΧΤΕΣ, είδα μια ολόκληρη βιβλιοθήκη από κόσμους στον ύπνο μου. Ηταν τυλιγμένοι με σαντιγί για να διαφεύγει από μέσα αόρατο το περιεχόμενό τους. Κρατούσαν άσπρα κεριά που ασήμιζαν μέσα στην πάχνη του ονείρου. Στα αχάιδευτα σώματά τους στεκόταν μια αντίρρηση: Γι' αυτό που υπήρξαν, γι' αυτό που είναι, γι' αυτό που σε λίγο θα καταστούν.
Ακόμη και οι νεότεροι είχαν ασπρίσει. Κάθησαν όλοι γύρω μου και με κοιτούσαν. Με τα κουρασμένα, κενά μάτια τους. Μόνο κοιτούσαν. Και με δέος, για ό,τι δεν κερδηθεί ποτέ.

ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΑΝ λέξεις, υποτιτλισμός, μετάφραση. Οι τοίχοι ήταν πτυσσόμενοι. Καθένας που έμπαινε, τους μετακινούσε για να χωρέσει. Και ήταν αμίλητοι γιατί ήταν το τέλος εποχής και είχαν έρθει να απολογηθούν χωρίς λόγια.
Η πιο έντιμη απολογία είναι το βλέμμα. Στέκεσαι σε μια κολόνα, σχεδόν την παρακαλείς να σε συμπεριλάβει στον όγκο της, να σου παραχωρήσει κάποια τετραγωνικά ζωής, την αγκαλιάζεις, και κοιτάς. Οπως κοιτάμε τη θάλασσα. Με χαμηλό βλέμμα.

ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΑ να αγγίξω κάποιους για να σιγουρευτώ. Ηταν αδύνατον. Στα όνειρα απαγορεύεται η σαρκική επαφή. Τα σώματα στο περιβάλλον αυτό είναι αμόλυντα. Πρέπει να διατηρηθούν άυλα, αβαρή. Το ανέφικτο είναι μεγάλος στόχος.
Ημουν υποχρεωμένος να γράφω τη σιωπή τους σε μικρούς παπύρους και να αρχειοθετώ. Να συντάσσω την αδυναμία εκπλήρωσής τους.
Όλες οι εκδοχές ζωής ήταν εκεί, όμως αμίλητες. Μεταχειρισμένες. Μια ζαρωμένη εικόνα, χωρίς φωνή, που παρέμενε άγνωστη στις έξοχες πολιτείες.

ΜΕ ΤΟ ΞΗΜΕΡΩΜΑ, το κρεβάτι γέμισε ρούχα. Εμοιαζε με βεστιάριο θεάτρου, οι κόσμοι είχαν φύγει γυμνοί. Παρουσιάστηκε μπροστά μου ο Καρυωτάκης, ντυμένος επίσημα. Μου ζήτησε να του ιστορήσω τον Πόνο των Πραγμάτων και του Ανθρώπου. Ο Λωτρεαμόν, με δυο κούτσουρα που έβλεπαν από τη θέση των καμένων ματιών του. Πέρασε ο Μαλαρμέ, πάνω στο σκουριασμένο του ποδήλατο, «αφήνοντας πάντοτε από τα μισάνοιχτα χέρια του να χιονίζει μπουκέτα λευκά από αρωματισμένα άστρα». Μου είπε: «Να αγαπάς τις λέξεις περισσότερο για το πιθανό τους νόημα, παρά για το πραγματικό». Και έφυγε, πριν προλάβω να το υποσχεθώ.

ΜΕΤΑ έφυγαν και οι άλλοι: Οι ποιητές, οι τοίχοι, τα γράμματα. Το όνειρο διαλύθηκε. Εξαπατήθηκε απ' τον δελεασμό του ήλιου.

ΟΤΑΝ ο άνθρωπος αρνηθεί τον εαυτό του από τη λάσπη, οι μέρες θα αποκατασταθούν. Και γεμάτες, με άπληστο τρόμο θα ζητήσουν νερό.
Ξέρω έναν κόσμο άθικτο, μακριά, χωρίς ξύπνημα, που διδάσκει η ομορφιά στα κελάρια του. Τα δειλινά του είναι από κύματα της αρχαιότερης λύπης και πάνω στο στήθος του έχει γραμμένο το θαύμα: πορσελάνινο θαύμα, με νερό, σαν βάζο που χωράει όλα τα όνειρα.

ΕΚΕΙ, η μόνη ηλικία που υπάρχει είναι η παιδική.

ΝΑ ΠΑΜΕ μια μέρα. Να μείνουμε.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=227560

Σάββατο, 20 Νοεμβρίου 2010

ΟΧΙ ΑΛΛΟ ΕΔΩ



ΚΑΤΩ απ' τα μάτια μου απλωνόταν μια γερασμένη γεωγραφία. Μια πελώρια στάμνα, σαν αρχαίος αμφορέας, είχε σπάσει στην είσοδο. Περνούσες από μέσα της - το τούνελ της ιστορίας είναι σκοτεινό. Στο σημείο που καθαρίζει ο ορίζοντας, εκεί ξεκινά.
Ψηλά στον ουρανό τα σύννεφα σχημάτιζαν τον χάρτη της Κρήτης. Εκοψα τον Νομό Χανίων και τον κρέμασα στον λαιμό μου. Η Κρήτη έχασε την ισορροπία της και βούλιαξε προς τα κάτω. Επεσε μέσα στην Αίγυπτο και πνίγηκε.

ΗΤΑΝ τέτοιο και τόσο το χρώμα που σχεδόν εξαπατούσε. Κι ας το είχαν σκοτεινιάσει. Μην κοιτάξεις μπροστά, απαγορεύεται. Στη μέση του θαλάσσιου σκάμματος έλαμπε σαν νησί η κρυμμένη γη. Ενα νεογέννητο θαύμα είχε βγει απ' τις αίθουσες για να κάνει τα πρώτα του βήματα. Ο αέρας οδηγούσε τα σώματα σε μια γιορτή. Επλενε με κρασί τα αναζωογονημένα μέλη και τα έβαφε κόκκινα.

ΝΕΡΑ του χειμώνα, σαν βραδινή περίπολος. Μπήκα στο κάδρο όπως μπαίνει κανείς στις ταινίες του Ταρκόφσκι: υγρός, αμήχανος, χωρίς πτυχίο. Το βλέμμα του έρωτα είναι ίδιο με το βλέμμα του θανάτου. Δύσκολα ξεχωρίζει κανείς ποιανού θύμα είναι ποιος.
Η πυκνότητα και η στάθμη του νερού καθορίζουν τη συνέχεια. Με χωρίζουν στη μέση. Ο στεγνός άνθρωπος μέσα μου σκέφτεται το ποίημα. Ο βρεγμένος είναι το ποίημα. Και οι δύο εκδοχές μου προσπαθούν να απαντήσουν στο ολοκαύτωμα του εαυτού. Ο ένας ανοίγει μια πόρτα, ο άλλος την κλείνει.
Τίποτε δεν μπορεί να συμβεί χωρίς τη διαμεσολάβηση του αντίθετου.

Η ΖΩΗ της γραφής ορίζει τη ζωή της ζωής με τρόπο αμετάκλητο. Αποκλειστικό. Υπάρχει ένας εμφύλιος πόλεμος και γράφει. Μια δυνατότητα αμοιβαίας ανταλλαγής αιχμαλώτων.
Εμφανίζονται διλήμματα. Γράφω, πεθαίνω. Μετά ζω. Ως νεκρός που γεννιέται ξανά ή ως ζωντανός που πεθαίνει; Δεν έχει σημασία, είναι μάλλον το ίδιο. Στο πρίσμα δεν αναζητάς τις πλευρές, αλλά το διάστημα που τις περικλείει. Εκεί η λάμψη γίνεται εκτυφλωτική. Και μαραίνει τα μάτια.

Η ΠΟΡΤΑ στο δωμάτιο είναι μισάνοιχτη, η κουρτίνα ανασηκωμένη. Το κορίτσι του έρωτα πετάει το σώμα του στο κρεβάτι. Συνθήκη βιασμού. Αχανής. Περνάω την πύλη. Ο,τι θεωρείται αφύσικο και εμποδισμένο, είναι μεγαλειώδες. Να ζήσουμε. Να ακούσουμε τη σιωπή. Η παράδοση στην επιθυμία θέτει εξαρχής μία προϋπόθεση: Να μπορέσεις να αγγίξεις το μηδέν για να δεις. Και να επιστρέψεις ελεύθερος.

ΑΣΚΟΥΜΑΙ στην παρατήρηση του απαγορευμένου. Μετά το βάζω στα κερδισμένα, το αφήνω να γίνει μέρος των εντέρων μου. Καταπίνω τη σημασία που κρύβει. Καταπίνω αυτό το δωμάτιο, αυτό το σώμα, αυτή την ακραία μυθολογία που συνιστά ζωή. Τα περιέχω.
Στο βάθος η μοίρα δείχνει διαφορετική. Πλανιέται σαν περιπέτεια του ματιού που φτάνει έως τον πάτο. Ο,τι ήταν να παραδοθεί, παραδόθηκε.

ΤΟ ΕΔΩ είναι αλλού. Εχει μετακομίσει σε αυτό τον ανυπέρβλητα ιδιωτικό χώρο που θα κατοικήσει ο άνθρωπος.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=225162

http://www.alitheiaportal.com/alitheia/politismos/kato-ap-ta-matia-mou-aplonotan-mia-gerasmene-geographia.html

Κυριακή, 14 Νοεμβρίου 2010

Ο ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ


από το σ' αγαπώ / λείπουν πολύ / η περισπωμένη / κι εσύ
(ΔΥΟ ΜΕΡΗ ΣΙΩΠΗ, ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΛΕΞΕΙΣ, εκδ.Μεταίχμιο, 2009)



Πρέπει να σας πω ότι δεν ήμουν πάντοτε υπέρ των τόνων.

Τούς θεωρούσα διακοσμητικά στολίδια, κατάλοιπα άλλων εποχών, που δεν χρειάζονται πια. Και καθώς δεν ήμουν ποτέ καλός στην ορθογραφία, το μονοτονικό με διευκόλυνε.
Βέβαια, η γλώσσα χωρίς τόνους φάνταζε στα μάτια μου σαν σεληνιακό τοπίο, αλλά νόμιζα ότι αυτό ήταν μια προσωπική μου εντύπωση, θέμα συνήθειας. Ώσπου συνέβη το εξής:

Είχα βρεθεί για ένα διάστημα ν’ ακούω συστηματικά, καινούργια ανέκδοτα τραγούδια, επωνύμων και ανωνύμων, για λογαριασμό τής δισκογραφικής εταιρείας “ Λύρα”, προκειμένου αυτή να τα ηχογραφήσει ή να τα επιστρέψει στους συνθέτες.
Είναι δύσκολο ν’ απορρίπτεις και ακόμα δυσκολότερο να εξηγείς το γιατί. Όταν βέβαια το τραγούδι είναι τετριμμένο ή άτεχνο, η εξήγηση είναι εύκολη. Μού συνέβη όμως να δω τραγούδια όπου οι στίχοι δεν ήταν άσχημοι και η μουσική δεν ήταν τυχαία, επιπλέον ταίριαζε θεματικά και με τους στίχους. Κι όμως, το τραγούδι συνολικά δεν “ κύλαγε” όπως λέμε, οπότε το επιστρέφαμε στον ενδιαφερόμενο με διάφορες ασάφειες και υπεκφυγές.

Το πράγμα με απησχόλησε. Έφερνα στο μυαλό μου μεγάλες ωραίες επιτυχίες, παλιά τραγούδια (…) και τα συνέκρινα μ’ αυτά που απέρριπτα, ώσπου μετά από μήνες διεπίστωσα κάτι πολύ απλό: Όταν μια μουσική μετατρέπει συστηματικά τις μακρές συλλαβές σε βραχείες ή όταν ανεβάζει την φωνή εκεί όπου υπάρχει απλώς μια περισπωμένη, ενώ την κατεβάζει συστηματικά εκεί που υπάρχει ψιλή οξεία, όταν δηλαδή η μουσική κινείται αντίθετα -προσέξτε, αντίθετα όχι στο ρυθμό τού ποιήματος, αλλά αντίθετα στις αναλογίες τονισμού και αντίθετα στην ορθογραφία του- τότε όσο έξυπνη και να ‘ναι, κάνει το τραγούδι δυσκίνητο και ασθματικό.

Στα πετυχημένα τραγούδια δεν συμβαίνει αυτό. Βέβαια, όταν γράφει κανείς πάνω σ’ ένα ρυθμό ή σ’ ένα μουσικό δρόμο, πρέπει να ακολουθήσει τα καλούπια τους, οπότε θα υπάρχουν σημεία όπου αυτή η πείρα που περιέγραψα, δεν τηρείται.
Αυτό όμως θα συμβεί μόνον όταν δεν γίνεται αλλιώς. Και πάντα η βιασμένη λέξη θα τοποθετείται έτσι ώστε να προηγούνται και να έπονται επιτυχείς στιγμές, ώστε να μειώνεται η εντύπωση τής ατασθαλίας, η οποία έτσι συνδυασμένη ωφελεί, διότι το τραγούδι αλλιώς θα ήταν μηχανικό. Κάτι τέτοιο δεν το είχα προσέξει. Και ήταν η πρώτη φορά που αισθάνθηκα ότι οι τόνοι και τα πνεύματα ίσως να μην ήταν διακοσμήσεις, ίσως να είχαν λόγο.(…)

Μέσα στο στούντιο είχα και δύο εκπλήξεις. Να η πρώτη: Προσπαθώντας να ακούσω την διαφορά οξείας και περισπωμένης, διάβασα την φράση: “ Λυγά πάντα η γυναίκα”. Το “ πάντα” ακούγεται ψηλότερα από το “ λυγά” που παίρνει περισπωμένη. “ Λυγά πάντα η γυναίκα’ ακούγεται όμως περιέργως ψηλότερα κι από το “ γυναίκα”, που όμως παίρνει οξεία. Γιατί άραγε; Τηλεφώνησα σ’ έναν φίλο και έμαθα ότι η “ γυναίκα” οφείλει να παίρνει παρισπωμένη, διότι είναι τής τρίτης κλίσεως, η οποία όμως καταργήθηκε, γι’ αυτό πήρε οξεία η “ γυναίκα”.

Να λοιπόν, που από άλλο σημείο ορμώμενος, αναγκάστηκα να συμφωνήσω ότι κακώς καταργήθηκε η τρίτη κλίση αφού στην φωνή μας εξακολουθεί να υπάρχει “ Λυγά πάντα η γυναίκα” λοιπόν και παίρνει και περισπωμένη. Η δεύτερη έκπληξη: Έδωσα σ’ έναν ανύποπτο νέο, που παρευρισκόταν στο στούντιο, να διαβάσει λίγες φράσεις. Εκεί μέσα είχα βάλει σκοπίμως την ίδια λέξη ως επίθετο και ως επίρρημα, διότι είχα πάντα την περιέργεια να διαπιστώσω αν προφέρουμε διαφορετικά το ωμέγα από το όμικρον. Ακούστε τις φράσεις:

Είν’ ακριβός αυτός ο αναπτήρας. Ας μην είν’ ωραίος, έχει την αξία του. Ναι, ακριβώς αυτό ήθελα να πω”.
Ακουστικώς δεν παρατήρησα διαφορά. Έκοψα τις δύο λέξεις και τις κόλλησα την μία κατόπιν της άλλης. Ακούστε το!
“ Ακριβός… ακριβώς”.
Ελάχιστη διαφορά στο αυτί’ ο ηχολήπτης μόνον επέμενε ότι το δεύτερο είναι κάπως πιο φαρδύ. Ας το ξανακούσουμε:
“ Ακριβός… ακριβώς”.
Ασήμαντη διαφορά. Συνδέσαμε τότε τον παλμογράφο. Να το διάγραμμα του επιθέτου ακριβός, όπως προέκυψε, και να το πολύ πλουσιότερο τού επιρρήματος. Δεν είναι καταπληκτικό;

Όταν το είδα, τα μηχανήματα του στούντιο μού φάνηκαν σαν όργανα του παραμυθιού. Ο παλμογράφος μού φάνηκε σαν μια σκαπάνη που, κάτω από το έδαφος της καθημερινής ομιλίας, ανακαλύπτει αυτό που δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει, έστω μέσα σε χειμερία νάρκη, αυτό που συνειδητοποίησαν και προσπάθησαν να μνημειώσουν οι Αλεξανδρινοί δύο χιλιάδες χρόνια πριν.

Τίποτε δεν χάθηκε.
Όλα υπάρχουν.

Αρκεί να προσέξουμε αυτό το τραγούδι της καθημερινής ομιλίας που πηγαινοέρχεται συνεχώς ανάμεσά μας. Ακούστε πώς ηχούν οι τονισμοί. Ακούστε τα μακρά. Ακούστε την λαϊκή τραγουδίστρια πώς αποδίδει το ωμέγα ή την ψιλή οξεία (…).
Τέλος, ακούστε την θεία φωνή του Ανδρέα Εμπειρίκου, την παράξενη απαγγελία που κυνηγά την λάμψη της οξείας, τον πλούτο της διφθόγγου, τους τόνους και την ορθογραφία, σαν μουσικά σύμβολα μιάς φωνής που προϋπάρχει αδιάκοπα και οδηγεί το ποίημα.(…)

Δεν περιφρόνησα καμμιά άποψη και δεν κολάκευσα καμιά. Προσπάθησα να πω τρείς φορές τρείς αλήθειες.
Πρώτον: Τα ελληνικά είναι τραγούδι. Κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ να απλοποιήσει ένα τραγούδι ή να το δει πρακτικά. Γιατί να δούμε λοιπόν τα ελληνικά, πρακτικά;
Δεύτερον: Όποιος σταθεί αλαζονικά απέναντι στα ρεφρέν που τον ψυχαγώγησαν διά βίου, στρέφεται εναντίον της προσωπικής του ιστορίας και πίστης. Τα ίδια μπορεί να πάθει ένας λαός με την γλώσσα. Ιδίως αν η γλώσσα του είναι τα ελληνικά.
Τρίτον: Τα ελληνικά ως τραγούδι είναι ανυπόφορα δύσκολα. Κανείς δεν τα βγάζει πέρα με τα ελληνικά. Απέναντι στα ελληνικά θα είμαστε πάντα φάλτσοι και αγράμματοι. Αλλά τί να γίνει;
Σημασία έχει η συνείδηση ότι τα μιλάμε, όχι για να γίνουμε δεξιοτέχνες, αλλά για να γίνουμε άνθρωποι.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ

Σ.Σ.

Σάββατο, 13 Νοεμβρίου 2010

ΕΝΑΣ ΛΥΚΟΣ ΜΕ ΟΝΟΜΑ


Κουράστηκα να περιμένω το θαλάσσιο ρεύμα που θα με φέρει κοντά στον άλλο πάγο.

Θα πέσω στη θάλασσα. Θα κολυμπήσω. Μέχρι την ακτή. Ακόμη και στα παγωμένα τοπία· που τελειώνουν. Υπάρχει ακτή. Ενα φυσικό τέλος. Μια αρχή. Θα κατεβώ στην πόλη. Θα κάνω άλλη δουλειά. Θα γίνω φυτοφάγος. Θα κάνω ό,τι μου ζητήσουν. Θα περνώ από στεφάνια που φλέγονται. Από σκάλες που καταλήγουν στον ουρανό. Σε πισίνες με ιαματικό νερό. Θα ζητήσω δουλειά στα βιντεοκλίπ.

Οι σκηνές στο κρεβάτι θα είναι μοναδικές. Θα γίνω ο φύλακας. Ο δραγουμάνος του βεζίρη. Κανείς δεν θα πλησιάζει όταν κοιμούνται. Οταν βλέπουν όνειρα. Θα φωνάξει τον Μέγα Αλέξανδρο, τους στρατιώτες του να με προσέχουν. Θα προστεθώ στη σκηνή. Του φόνου. Οταν τα διαμάντια στο Τίφανι είναι ψεύτικα.

Ξέχασα να πω πώς θα με φωνάζουν στα δοκιμαστικά.

Τσέχοφ.

(Γιώργος Χρονάς)


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΡΟΝΑ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=13/11/2010&id=222648

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ



ΔΕΝ είμαι παρών. Απουσιάζω. Είχα ελπίσει σ' αυτό το λευκό διάστημα, σ' αυτή την προσωρινή σχέση με το εφήμερο, σ' αυτή την προσπάθεια μη επαφής με το κενό που εκφράζει το σώμα. Αυτό το χυδαίο όστρακο είναι η διαιώνιση της πρωτόπλαστης πληγής. Το κέντρο της ντροπής ενός εκκωφαντικού λόγου. Το άνανδρο κρησφύγετο που καταργεί το βλέμμα. Της ψυχής.
Αυτό που θέλω να συναντήσω πια είναι το βλέμμα. Ανθισμένο, όπως το φως. Θέλω να το αφήσω να γράφεται πάνω στο σώμα μου, ασημένιο. Να πλεονάζει. Κεντημένο με ζάρες φρικτές.

ΕΝΑΣ κατεστραμμένος Φεβρουάριος σκεπάζει τον κόσμο. Η άδικη μοίρα των ανθρώπων κρέμεται πάνω του. Κουτσός, ελλιπής, διαλυμένος. Μήνας Παπαδιαμάντης: «Εβλεπα την αμαυράν και όμως χρυσίζουσαν κόμην της, τον τράχηλόν της τον εύγραμμον, τας λευκάς ως γάλα ωμοπλάτας, τους βραχίονας τους τορνευτούς, όλα συγχεόμενα, μελιχρά και ονειρώδη εις το φέγγος της σελήνης. Ητον πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον, όνειρον επιπλέον εις το κύμα· ήτον νηρηίς, νύμφη, σειρήν, πλέουσα, ως πλέει ναυς μαγική, η ναυς των ονείρων».

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΩ αθόρυβα το σώμα να δικάζεται για την απουσία του. Το σώμα, δαπανημένο στην αναζήτηση του ανύπαρκτου, του άλογου, του ατελούς. Είναι ηλεκτρικό ρεύμα. Οπως όλα τα ρεύματα, όταν το αγγίξεις, πεθαίνεις.
Για να συναντήσεις την πραγματική ζωή, πρέπει πρώτα να σκοτώσεις μέσα σου αυτό που υποδύεται τη ζωή. Περνάς απ' τον θάνατο του χρόνου. Ομως, ο χρόνος απαγορεύεται.

ΜΕΤΑΦΕΡΩ τον χρόνο σε ένα φλασάκι για να τον σώσω. Είναι τόσο εύθραυστος που μοιάζει με μωρό. Αυτός ο ανήμερος γέρος που απαγορεύεται, έχει εκατομμύρια ζωές. Τον παίρνω στα δόντια μου, τον βάζω κάτω από τη γλώσσα μου να μαλακώσει, τον πιπιλάω σαν καραμέλα. Ο χρόνος είναι καραμέλα.
Χορεύεις ένα μπλουζ μαζί του κι αυτός λιώνει στην αγκαλιά σου, αφήνοντας λεκέδες στα ρούχα σου. Ο χρόνος λερώνει.

ΣΤΟ άδειο δωμάτιο τα παράθυρα ανοίγουν προς τα έξω. Μοιάζουν με τεντωμένα αυτιά. Σαν να παρακαλούν την επικοινωνία, να σε καλούν να διαπιστώσεις αυτό που συμβαίνει εντός. Τίποτε δεν συμβαίνει εντός. Χούφτες χώμα σκεπάζουν τα έως πριν σώματα. Μόνο η μουσική συνεχίζει. Ανυπεράσπιστη. Στριμωγμένη. Γαλάζια.
Ο χρόνος είναι ο τελευταίος που θα συνηγορούσε υπέρ της. Η ορχήστρα έχει αποχωρήσει. Στο τέλος της επίσκεψης υπάρχει γλυκό. Για ποιους;

ΕΞΩ βαθαίνει ο πόλεμος. Της ζωής εναντίον της ζωής. Ο άνθρωπος αναβάλλει τον εαυτό του γιατί δεν τον αντέχει. Κάποιες σελίδες λείπουν. Ο αέρας μυρίζει άδειες ταβέρνες. Μπροστά στα χαλασμένα μάρμαρα η ιστορία υποχωρεί.
Εχουν καιρό να φανούν τα χελιδόνια. Οι φωλιές με τις οικογένειες που έφτιαχναν στα μπαλκόνια του κόσμου έχουν χαθεί.

ΟΤΑΝ ΞΑΝΑΡΘΟΥΝ τα πράγματα, θα είμαι εκεί. Στο λυκόφως του κήπου, μ' ένα μπρούτζινο κηροπήγιο. Θα λέει: Ο χρόνος πέθανε.

*Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ονειρο στο κύμα



ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=222674

ΜΑΡΚ ΣΑΓΚΑΛ: Ο,ΤΙ ΖΩΓΡΑΦΙΖΩ ΜΟΥ ΕΡΧΕΤΑΙ ΣΕ ΟΝΕΙΡΟ





Ο Marc Chagall στην Ελλάδα

ποιήματα, μτφρ. Γιάννης Σουλιώτης

εκδ. Αρμός, σ. 223, ευρώ 60,59



Ο ιπτάμενος βιολιστής


Ο ΜΑΡΚ ΣΑΓΚΑΛ γεννήθηκε τον Ιούλιο του 1887 στο χωριό Βιτέμπσκ της σημερινής Λευκορωσίας. Ηταν ο πρωτότοκος γιος μιας εβραϊκής οικογένειας, πιστής στις ιουδαϊκές παραδόσεις, με εννέα παιδιά. Από πολύ μικρή ηλικία ξεκίνησε να ασχολείται με τη μουσική και το σχέδιο και το 1906 εγκαταστάθηκε στην Αγία Πετρούπολη της Ρωσίας, όπου κέρδισε υποτροφία για τη γνωστή σχολή Svanseva.

Το 1910, με τη βοήθεια του προστάτη του Max Winawer, μετακινείται στο Παρίσι όπου του δίνεται η δυνατότητα να έρθει σε επαφή με το έργο πρωτοπόρων καλλιτεχνών της σχολής των ιμπρεσιονιστών, όπως ο Πολ Γκογκέν και ο Ανρί Ματίς. Την περίοδο εκείνη γνωρίζεται με τους γάλλους ποιητές Γκιγιόμ Απολινέρ και Μπλεζ Σαντράρ, που τον βοηθούν βρίσκοντάς του χώρους για να εκθέσει τα έργα του. Αποτέλεσμα αυτής της φιλίας είναι ο πίνακας που ζωγράφισε ο Σαγκάλ, με τίτλο «Φόρος τιμής στον Απολινέρ».

Αυτή η πρώτη παραμονή του στο Παρίσι θεωρείται η πιο δημιουργική περίοδος της σταδιοδρομίας του. Σε κάποιους από τους πίνακες της εποχής εκείνης συναντάμε στοιχεία από τον κυβισμό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι επηρεάζεται άμεσα από τους θεμελιωτές του κινήματος, Πάμπλο Πικάσο και Ζορζ Μπρακ. Τα χρώματά του, μολονότι κάποιες φορές αραιά, αρχίζουν να αποκτούν την τελική τους πολυσύνθετη πυκνότητα και τον παλμό που τον καθιέρωσε. Τα παράξενα παραστατικά στοιχεία, τοποθετημένα συχνά ανάποδα, κατανέμονται στους πίνακες του αυθαίρετα, δημιουργώντας την αίσθηση κινηματογραφικού μοντάζ και υποβάλλουν έναν χώρο ονειρικό.

Στα έργα του, που τα χαρακτηρίζει το έντονο προσωπικό στοιχείο, καθώς και μια «απλοϊκή» ιδιομορφία, συναντώνται η ποίηση και η φαντασία σε μια προσπάθεια αποκάλυψης της εσωτερικής πραγματικότητας της ψυχής. Ο ίδιος είχε πει πως «όλοι ξέρουμε ότι ο καλός άνθρωπος δεν είναι απαραίτητα και καλός καλλιτέχνης. Κανείς όμως δεν θα γίνει σπουδαίος καλλιτέχνης, αν δεν είναι σπουδαίος άνθρωπος, κι επομένως καλός».

Ο Σαγκάλ κινείται συστηματικά γύρω από τον άξονα της εβραϊκής παράδοσης και στους πίνακές του σπανίζουν οι προσωπογραφίες. Στο κατοπινό έργο του απομακρύνεται από αυτόν τον άξονα και ύστερα από ένα ταξίδι του στην Ελλάδα, στο νησί του Πόρου (συμπτωματικά, η ιδιαίτερη πατρίδα τού μεταφραστή και σύμφωνα με τη μυθολογία ο πατέρας του Ερωτα, που διαπνέει όλο το έργο του μεγάλου ζωγράφου), αλλάζει γραμμή. Αντλεί πλέον τη θεματική του από μυθολογικά πρόσωπα και γεγονότα της ελληνικής αρχαιότητας, όπως στους πίνακες «Πτώση του Ικαρου», «Ο μύθος του Ορφέα», ή τις 82 λιθογραφίες για την Ομήρου Οδύσσεια, γοητευμένος από το ελληνικό φως: «Εκεί όλα είναι φως, μιας απερίγραπτης διαφάνειας και απλότητας».

Μεταξύ του 1930 και του 1975 γράφει σαράντα ποιήματα στα ρώσικα και τα γίντις, τα οποία μαζί με 25 ξυλογραφίες του κυκλοφόρησαν στα γαλλικά το 1968. Δεν μεταφράστηκαν σε καμία ξένη γλώσσα. Η πρώτη παγκόσμια μετάφραση έγινε στα ελληνικά από τον συγγραφέα και ποιητή Γιάννη Σουλιώτη, για τις εκδόσεις Αρμός. Ο Σουλιώτης είχε την τύχη να τον γνωρίσει και προσωπικά το 1973, όταν ζούσε και εργαζόταν στη Γαλλία, στο σπίτι του, στο Saint Paul de Vence.

Ο Σαγκάλ πέθανε σε ηλικία 97 ετών στη νοτιοανατολική Γαλλία, στις 28 Μαρτίου 1985. Δώδεκα χρόνια μετά το θάνατό του, το 1997, δημιουργήθηκε στη γενέτειρά του το Μουσείο Σαγκάλ με αντίγραφα των έργων του.

Μολονότι οι κριτικοί παραπονέθηκαν αρκετές φορές για εύκολη «αισθηματολογία», άνιση ποιότητα και μια υπερβολική επανάληψη μοτίβων στην τεράστια συνολική παραγωγή του καλλιτέχνη, όλοι συμφωνούν ότι το έργο του Σαγκάλ, στην καλύτερη έκφανσή του, έφτασε σε ένα επίπεδο εικαστικής ομορφιάς που σπάνια συναντούμε στη μοντέρνα τέχνη.

Τα ιπτάμενα ποιήματα

Τα ποιήματα του Σαγκάλ μοιάζουν με προσευχές σ' έναν έρωτα που πέταξε. Οι μνήμες της αγαπημένης του συζύγου Μπέλα Ρόζενφελντ που πέθανε νωρίς στοιχειώνουν -στον βαθμό που συμβαίνει και με τους πίνακές του- τον λόγο και τον καθιστούν κραυγή. Οπως η ζωγραφική του είναι κατά κανόνα ποιητική, έτσι και τα ποιήματά του, εκκινούν από μια εικαστική βάση, σε σημείο που, πολλές φορές, να μοιάζουν με μελοποίηση των πινάκων του. Εκεί που στους πίνακές του πετούν ερωτευμένοι, βιολιστές, ψάρια, ζώα, πρόσωπα του τσίρκου και ό,τι αντικείμενο τού προξενεί εσωτερικό ενδιαφέρον, στα ποιήματά του οι λέξεις χορεύουν πάνω απ' το χαρτί. Τα μάτια του είναι γεμάτα πινέλα και μεσογειακά χρώματα Η λυχνία που τον παρακινεί και «ανάβει» το χέρι του είναι το πάθος:

«Τα χέρια μου διπλώνονται και σκύβουν / Για να ζωγραφίσουν τη σύντομη ζωή σου / Το στόμα μου και η καρδιά μου ανοίγουν / Ωστε η προσευχή μου να έρθει κοντά σου /

Από τους πίνακές μου / Το όνειρό μου κυλάει / Στα πόδια σου / Αλλά πού είσαι.

Οι θρησκευτικές αναφορές (Θεός, εκκλησία, συναγωγή, ψαλμοί, Κιβωτός, Μωυσής, Ισαάκ κ.λπ.), όπως και η αποτύπωση του ονείρου της φύσης, είναι ευκρινώς παρούσες και χαραγμένες στον κορμό της ποιητικής του, εκείνο όμως που κάνει εντύπωση είναι ότι, ακόμη και στα αμιγώς ερωτικά του ξεσπάσματα, ένας φανερός ή κρυφός διάλογος με το Θείο ακούγεται χαμηλόφωνα, χορηγώντας του τη δύναμη της δημιουργίας:

«Μερικές φορές θα ήθελα να φωνάξω κάποιον / Να ζητήσω να ανθίσουν τα τριαντάφυλλα / Στον ερχομό σου

Θα ήθελα να φωνάξω κάποιον / Να ζητήσω η αυγή / Να σκεπαστεί και πάλι / Με το μπλε της νύχτας.

Το υλικό για τον Σαγκάλ, είτε πρόκειται για απεικόνιση είτε για χρώμα είτε για λέξεις, απλώς αναβλύζει: Είναι ένας πίδακας «οπτικών» λέξεων που ξεχύνονται καταπάνω σου με την ορμητική απλότητα ενός παιδιού. Μια εν θερμώ αυτοπαρατήρηση:

«Με βλέπω ακίνητο και καθ' οδόν / Χάνομαι / Μπροστά στη φωτιά που έρχεται από τον κόσμο / Η αγάπη μου είναι σαν σκορπισμένο νερό / Στις τέσσερις γωνίες

Πίσω μου έρχονται οι πίνακές μου.

Ο διάλογος με την αγαπημένη, η επίκληση της εξιδανικευμένης θηλυκής μορφής που παρηγορεί αλλά και βασανίζει, μετατρέπει την απουσία σε παρουσία δυσβάσταχτη, γεμίζει έναν κενό χώρο με «ομιλούσα» θλίψη. Ο ζωγράφος συναντά τον ποιητή που θα «ζωγραφίσει» την ερήμωση εντός του:

«Μη με ψάχνετε σήμερα ούτε αύριο / Εφυγα μακριά από μένα / Είμαι / Σε ένα λάκκο δακρύων.

Οι ιπτάμενοι συντελεστές

Ο Γιάννης Σουλιώτης πραγματοποίησε, ίσως, τη μετάφραση της ζωής του. Βασισμένος στο απλό μέτρο της στιχουργικής του Σαγκάλ και με οδηγό την αγάπη του για τον μεγάλο ζωγράφο, κατάφερε να μεταδώσει, σε «θερμά» ελληνικά, αυτή την εκτυφλωτική αύρα της λευκότητας και της διαφάνειας που κρυσταλλώνεται και καθαγιάζει τους στίχους και τον ρυθμό των ποιημάτων. Θα του χρωστάμε τη γνωριμία μας με αυτή -την εξίσου μαγική- πλευρά της δημιουργικότητας του Σαγκάλ.

Η έκδοση, που είναι πολυτελής και σκληρόδετη, σε περιορισμένο, λόγω του κόστους της, δυστυχώς, αριθμό αντιτύπων, οφείλεται σε έναν μεγάλο βαθμό και στην εγγονή και εκπρόσωπο των κληρονόμων του Σαγκάλ, Meret Meyer, καθώς και στην αμέριστη βοήθεια και συμπαράσταση της Colette Bonavia-Pariente, που εισήγαγε στον μεταφραστή το «μικρόβιο» του πειρασμού τού εγχειρήματος. *

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=222665

Παρασκευή, 12 Νοεμβρίου 2010

Τρίτη, 9 Νοεμβρίου 2010

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ PETER HAMMILL



ΗΤΑΝ, κατά την διάρκεια της εφηβείας μου, ο πιο κοντινός μου φίλος. Ο άνθρωπος που άκουσε τις περισσότερες εξομολογήσεις μου, αυτός που ξεφλούδιζε αργά το άλλο πρόσωπο της θλίψης. Ο μάγος που με πέρασε απέναντι, στο φως του σκοταδιού.

Οι τοίχοι του σπιτιού μου, αν ποτέ γκρεμιστεί, θα βγάλουν από μέσα τραγούδια των Van der Graaf Generator.
Έμαθα να ακούω τις νότες απ' τη φωνή του. Ήμουν 16 χρονών όταν στο πλατό του πικάπ μου στριφογύρισε πρώτη φορά το Refugees. Και μετά το My room, το House with no door, το Lost, το Childlike faith in childhood's end.

Από τότε συναντηθήκαμε πολλές φορές. Κάθε μια είχε την δική της ξεχωριστή σημασία.
Την Κυριακή 14 Νοεμβρίου, στο Κύτταρο Live, στις 8.30μμ, θα τον ξαναδώ. Η φωτογραφία που κρέμεται από πάνω μου, παραπέμπει απλώς στα χρόνια που πέρασαν.
Όμως το βλέμμα είναι ίδιο. Και πλέον, θυμίζει πολύ Μπέκετ.

http://www.youtube.com/watch?v=nU0wg5nupXM&feature=related---------------------------------------------------------------------------------

ΑΥΡΙΟ όμως, 10 Νοεμβρίου, υπάρχει και άλλος συγγενής του Μπέκετ. Ο Κωνσταντίνος Τζούμας, αυτή η τεράστια μορφή κατσαρίδας που χώνει τη μύτη της, εδώ και δεκαετίες, σε κάθε τι πνευματικό και πρωτοποριακό συμβαίνει σ' αυτή τη χώρα, θα είναι στην καινούργια αίθουσα του Passport ( Καραίσκου 119, Πλατεία Κοραή, Πειραιάς ), στις 8μμ, με την αφορμή των τριών αυτοβιογραφικών βιβλίων του.

Τον παρουσιάζω εγώ και ο Γιώργος Χρονάς.

Come together.

Κυριακή, 7 Νοεμβρίου 2010

Η ΜΟΝΗ ΗΛΙΚΙΑ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΙΝΑΙ Η ΠΑΙΔΙΚΗ


Το "ΈΘΝΟΣ" της Δευτέρας 25.10.2010, χρησιμοποίησε ως μότο της σελίδας βιβλίου της εφημερίδας, ένα απόσπασμα απ' το βιβλίο μου "Ο ΕΡΩΤΑΣ ΘΑ ΜΑΣ ΚΑΝΕΙ ΚΟΜΜΑΤΙΑ".

Το ευχαριστώ.

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗ ΣΕΛΙΔΑ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ
http://content-mcdn.feed.gr/pegasus/Multimedia/pdf/ethnos/2010/10/25/ETH_2510_038_CMYK.pdf

Σάββατο, 6 Νοεμβρίου 2010

ΑΛΛΙΩΣ


ΚΑΘΕ νύχτα έρχεται μες στα άγρια σαξόφωνα και προστίθεται στο κρεβάτι μου.Με το άσπρο σεντόνι του φόβου χιονισμένο στο κορμί της. Η παγίδα ενός αγγλικού γιου περιμένει στην άκρη του. Μια αύρα από κλεμμένα τριαντάφυλλα είναι κλειδωμένη στη μύτη της. Ερχεται με παλιές μονοκατοικίες και θυμωμένα ενοικιάζεται πάνω στον ξεφλουδισμένο τοίχο μου. Σαν επείγουσα είδηση, παγωμένη. Τα χείλη της, ξεβαμμένα ποτάμια. Ρηχά.

ΒΛΕΠΕΙΣ εκεί; Αυτό το αίμα είναι δικό μου. Ενα έκτακτο δελτίο καιρού τρέχει από τα μάτια της. Να αφήσουμε τα όνειρα στα τελάρα τους, μου λέει. Να κάνουμε πικ νικ στα γεγονότα. Ακούς;

Ακούω. Θέλει να εξηγήσει όσα δεν έχουν ανάγκη εξήγησης και τους στερεί τη γοητεία. Ακυρώνει τη μαγεία τους πριν καν εμφανιστούν. Μια υπερβολή φωνηέντων είναι κρεμασμένη στο ανοιχτό στήθος της. Την επιδεικνύει σαν ακριβό κολιέ. Μιλάει. Γύρω γύρω, η δύναμη που δεν έχει ο άνθρωπος. Η δύναμη. Που δεν μπορεί.

ΓΙΑΤΙ το μόνο που μπορεί να μιλήσει ο άνθρωπος είναι αυτό που δεν μπορεί να αλλάξει. Ως πολίτης του εαυτού του, να χαλάσει το ήδη χαλασμένο. Καταδικασμένος να φαίνεται με αυτό το λαμπρό ξεγέλασμα των ματιών.

Αν δεν αφήσουμε τη σιωπή να αλλάξει το θέαμα του ανθρώπου, δεν θα γίνει ποτέ ο κόσμος αγνώριστος.

ΜΠΡΟΣΤΑ στο παράθυρό μου εκτυλίσσεται ο παγωμένος χρόνος. Ολα τα στιγμιότυπα έχουν παραγραφεί. Είναι σα να βλέπεις μια παλιά κινηματογραφική μηχανή να γυρίζει. Δεν προβάλλεται τίποτε. Τα υγρά απ' το φιλμ έχουν στεγνώσει. Ακόμη και η διάχυση του φωτός, αυτή η διάσημη δέσμη κενού αέρα, έχει χαθεί.

Εχω την εντύπωση ότι ο ίδιος ο χρόνος είναι μια θυσιαστική ζώνη.

Ο θάνατος, τόσο συχνός και ακάλεστος, έχει μετατρέψει τους θεατές σε αγάλματα που παρακολουθούν τη ζωή μου. Βαδίζω με χαμηλά βήματα. Σχεδόν επιπλέω. Και να ήθελα να υπάρξω αλλιώς, δεν γίνεται. Είναι τόσα τα μάτια του ουρανού πάνω στην πλάτη μου, που φτάνουν έως το αίμα.

Η βιογραφία του ανθρώπου είναι το αίμα. Που τον πολιορκεί.

ΚΟΙΤΑΖΩ αυτό που μοιάζει με ζωή. Αυτό που κάποτε θεώρησε ότι μπορεί να αντικαταστήσει τη ζωή, ότι είχε τις δυνατότητες να εξελιχθεί σε ζωή. Κοιτάζω αυτό το μεταμφιεσμένο, υγρό πράγμα που υποδύεται τη ζωή, που έχει προστεθεί στη ζωή της και κάνει τη ζωή. Στο κρεβάτι μου το σεντόνι είναι τσαλακωμένο. Από το παράθυρο οι νεκροί συνεχίζουν να περνούν.

Μοιάζει με Δευτέρα Παρουσία, αλλά δεν είναι. Είναι ο ανάποδος όρος, το αντίστροφο νόημα, η αντίθετη κίνηση αυτού που ονομάζεται ζωή.

Κλείνω τα μάτια και την ακουμπώ. Είναι νεκρή, παγωμένη, ακίνητη. Εχει γίνει συνώνυμη του θανάτου.



ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=220306

Τετάρτη, 3 Νοεμβρίου 2010

ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ: ΤΑ ΣΙΩΠΗΛΑ ΛΑΦΥΡΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ



(κείμενο της Παυλίνας Παμπούδη στο περιοδικό POETIX για το βιβλίο ΔΥΟ ΜΕΡΗ ΣΙΩΠΗ, ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΛΕΞΕΙΣ, εκδ. Μεταίχμιο, 2009)

Δυο μέρη σιωπής, ένα μέρος λέξεις: Αυτή είναι η συνταγή μιας αναψυκτικής, ελιξήριας ποίησης.
Ο Σταύρος Σταυρόπουλος αδειάζει στο γυάλινο μέτρο της μοναξιάς του τον αφρό και το κατακάθι των ημερών. Προσθέτει σταγόνες ηδύποτης λύπης κι άλλα μυστικά συστατικά, καθώς και αρωματικά πικρά και αψιά από παιδικές μνήμες. Ρίχνει μετά έναν έρωτα με το κουκούτσι του, και ανακατεύει με θρυμματισμένο πάγο από ψυχή. Στο τέλος, φτύνει τον εαυτό του: Παραχαϊδεμένο παιδί, οργισμένο έφηβο, νηφάλιο ενήλικα, τον εκσφενδονίζει κατάμουτρα στον καθρέφτη:

Τρεις αλλαξιές φαντάσματα / Για να μπερδεύουν τον καθρέφτη

Αυτοβιογραφείται, επηρμένος και απολογούμενος: Αρχίζει με απολογισμό:

Εγώ πάντα ήμουν /Χαμηλού δείκτη προστασίας / Χαμηλών ποσοστών συμμετοχής / Χαμηλής περιεκτικότητας σε λύσεις (...) Έτσι έζησα/ Όλη μου τη ζωή/ Σε υψηλές κλίμακες.

Είναι ένας ευγενής χειρώναξ που δουλεύει διπλοβάρδια τη ζωή του, προμηθευτής και καταναλωτής των υλικών της, αποστασιοποιημένος, σαν να μην τον αφορά και πολύ (αλλά αναγκασμένος, σαν να την αφορά εκείνος) - και περιφρονώντας τα φιλοδωρήματά της. Δεν της έχει μεγάλη εκτίμηση. Ούτε εμπιστοσύνη:

Η ζωή μια τρύπα.

Είναι ποιητής της πόλης, συγκεκριμένα, ποιητής δρόμου - μικρών αποστάσεων. Αν τύχει να απομακρυνθεί, φέρεται πολύ προσεχτικά:

Μετακινούμαι μόνο κάτω από υπόστεγα / Για να μη στάζουν οι παραλίες στα μάτια μου.

Πάντως, συχνότερα κρύβεται, υποδύεται τον εαυτό του, έγκλειστος πίσω από τα (οχυρωματικά) έργα του, φρουρούμενος από ανύπαρκτα υπάρχοντα. Αρέσκεται να ζει με τη διαδικασία του επείγοντος, μέσα σε μινιμαλιστικό σκηνικό και υποτυπώδη σκηνοθεσία που κινεί ελάχιστα τα συμβάντα από και προς το παρελθόν, από και προς το μέλλον του. Σε χρόνο σχετικό και άσχετο:

Είναι πάντα πεντέμισι.

Στους τοίχους πίσω και μπροστά του προβάλλεται συνεχώς (δεν φωτίζεται πάντα) μια γυναίκα: μητέρα, κόρη, ερωμένη - όλες οι γυναίκες μαζί –, εικόνα προστασίας, παραμυθίας, αναφοράς. Μια πανταχού παρούσα παρουσία, δοσμένη με σχέδιο κάπως αφηρημένο, αλλά με χρώματα έντονα, τοξικά και διαβρωτικά:

Μεταξύ μας / Όλον αυτό τον καιρό / Δεν παριστάνω τον θλιμμένο // Απλά καμιά φορά / Αναρωτιέμαι αν υπάρχεις.

Η Παρουσία γίνεται αντιληπτή κυρίως μέσω της απουσίας:

Έφυγες απ’ το σώμα μου / Και ξέχασες τα μάτια σου αναμμένα.

Ή μέσω του τάματος για την πραγμάτωση της επιθυμίας να υπάρξει ξανά η τάξη του κόσμου:

Θα σιωπώ / Μέχρι να ξαναγίνουν όλα / Καλαμιές και αμμόλοφοι.

Ο Σταύρος Σταυρόπουλος, ως ποιητής, λειτουργεί μέσω κλειστού κυκλώματος – όπως συμβαίνει και στο μεγαλύτερο μέρος του πεζογραφικού του έργου, το οποίο συχνά εναλάσσει - σε ίσες αναλογίες - με το ποιητικό.
Η πρόζα του είναι συμπαγής, ακέραιη, μέχρι να επιτρέψει να εισχωρήσει μέσα της ο ποιητικός ρυθμός· και να την αναποδογυρίσει, καθορίζοντάς την με αμετάκλητο τρόπο.
Στη γραφή του τα είδη ανακατεύονται. Γίνεται δήθεν κοινωνικός, ευπροσήγορος, αφήνει να διαφανεί κάποιος κρυφός διάλογος στους μονολόγους του, καθώς καλλιεργεί, συντηρεί και εκμεταλλεύεται στενές ή επιφανειακές σχέσεις με ετερόκλητα στοιχεία και στοιχειά, με ζώντες και τεθνεώτες.

Σ’ αυτό εδώ το όγδοο βιβλίο του, τον στηρίζουν και τον ερεθίζουν, τον βοηθάνε και τον κοντράρουν η Κατερίνα Γώγου, οι Pink Floyd, ο Paul Elyard, ο Γιώργος Βέλτσος, ο Rene Char, ο Jim Morisson, ο Γιάννης Βαρβέρης κ.α. Βάζει συχνά μότο ή τίτλο στίχους ποιητών και τραγουδοποιών, συνομιλεί μαζί τους ή και τους ενσωματώνει, κοιτάζει με το δικό του φως (ή σκοτάδι) κάποια πολυπρισματική ιδέα, την μπολιάζει στον κορμό του δικού του ποιήματος, την ωθεί σε άλλες κατευθύνσεις και, έτσι, εξελίσσει την ποίηση:

Γράφω ένα ποίημα / Μετά αφαιρώ τα ρήματα / Τα ουσιαστικά / Τα επίθετα / Τους συνδέσμους και τις μετοχές / Μένει μόνο ο ίσκιος του / Κάτι άναρθρα άρθρα / Και μερικές προθέσεις / -Ανέντιμες - / Τα τσαλακώνω / Και τα ρίχνω στην τσέπη μου // Δεν θα μάθω ποτέ / Πώς γράφεται / Ένα ποίημα // Καλύτερα / Να κόψω τα χέρια μου / Ή να ρωτήσω // Την Έμιλι Ντίκινσον.

Κάτω απ’ την πόρτα ασφαλείας των ποιημάτων του γλιστράνε κάπου κάπου, σαν πολύχρωμα διαφημιστικά φυλλάδια, μνήμες από τόπους «διακοπών». Εκείνος, με υπομονή, χαρτογραφεί την ουτοπία του.
Στους στίχους του μπαίνει η Σέριφος, η Νάξος ξεβάφει, περνά η Σαντορίνη, κινδυνεύει να χυθεί η Αμοργός, ανασυντάσσονται οι Κυκλάδες – όλοι αυτοί οι μη τόποι αναγνωρίζονται ως υπολείμματα κάποιας βυθισμένης Ατλαντίδας στην αυλή του σπιτιού των παιδικών του χρόνων.

Οι αναδρομές / επιδρομές στα παιδικά χρόνια είναι συχνές, και πάντα κομίζουν λάφυρα. Ο Σταύρος Σταυρόπουλος ανασύρει κάθε τόσο τα δικά του παιχνίδια: ένα αεροβόλο, κάτι σημαιάκια, λούτρινα ζώα, χαρταετούς, μολυβένια στρατιωτάκια, ένα ποδήλατο – ολόκληρη την τρομαχτική Λιμνούπολη, όλους τους στοιχειωμένους ήρωες των κόμικς – και τα ταχτοποιεί στα κοιλώματα και τα εξάρματα των ποιημάτων του. Ανασύρει και παραμύθια, από αυτά όμως κρατά μόνο τον μαύρο καμβά τους και υφαίνει πάνω του τις δικές του λευκές λέξεις. Στήνει:

Ένα μνημείο πεσόντων / Υπέρ ουτοπίας.

Πάντως, πολλές φορές - δεν μπορεί να κάνει αλλιώς- υποδύεται και τον μέτοχο: Θυμάται άλλους ρόλους, δεν μιλάει μόνο εκ μέρους του. Τότε, στα ποιήματά του εγγράφονται και απόηχοι κουρασμένων επαναστάσεων / εκδρομών / διακοπών σε ηλιόλουστες ιδεολογίες:

Εγώ φταίω που τα συνθήματά μας ήταν πάντα παρατατικός / Και μιλάω για τη γενιά μου.

Τίποτα όμως δεν τον έχει κρατήσει ποτέ και δεν τον κρατάει για πολύ.
Επειδή:

Έχω ζήσει το μέλλον / Στις κερκίδες μιας κιθάρας ηλεκτρικής.

Και επειδή:

Ούτε κατάλαβα /Μετά από τόσες σχέσεις / Πού ξέχασα / Τα βατραχοπέδιλά μου.

Έτσι, βρίσκεται (και πάλι) (τελικά) μόνος, αναχωρητής, στην μπλε πολυθρόνα του δωματίου του, να αυτοαπασχολείται, ασκώντας την τέχνη του. Καθώς συνεχίζει να ψάχνει, εντοπίζει ίχνη ποιητικότητας σε παραφθορές φθαρμένων καθημερινών εκφράσεων, αρπάζει συχνά κάποιο σχήμα λόγου στον αέρα, όχι ως θήραμα, αλλά ως παιχνίδι που το δαγκώνει και το αφήνει και το ξαναπιάνει μέχρι να το εξαντλήσει.

Στο βάθος κάθε επιφάνειας και σε πείσμα κάθε κανόνα, ο Σταύρος Σταυρόπουλος δεν ενδιαφέρεται ούτε να τραφεί ούτε να θρέψει. Είναι ποιητής: Ορφανός, ανάδελφος, άκληρος - αθώος, σαν να μην έχει γραφτεί ποτέ. Και το ξέρει:

Απαρηγόρητος συγγενής του εαυτού μου.

Είναι ποιητής: με προσωπική μοίρα και προσωπικό στίγμα. Και το ξέρει:

Έχω ράψει όλα μου τα ποιήματα / στο στόμα ενός μικρού παιδιού.


Παυλίνα Παμπούδη
περιοδικό POETIX, Άνοιξη 2010, τεύχος 3

Τρίτη, 2 Νοεμβρίου 2010

ΝΤΙΝΟΣ ΣΙΩΤΗΣ: ΟΤΑΝ ΟΙ ΛΥΚΟΙ ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ


Χορταστική από κάθε ποιητική άποψη είναι η συλλογή Δυο μέρη σιωπή, ένα μέρος λέξεις (Μεταίχμιο) του Σταύρου Σταυρόπουλου.
Ξεφυλλίζεις το βιβλίο και λες «Νύχτα είναι, θα περάσει», το διαβάζεις και λες «Σταύρος είναι, δεν θα περάσει».

Όμως δεν είναι ούτε το ένα, ούτε το άλλο, καθώς ο ποιητής περπατά στην πόλη όταν οι λύκοι είναι εδώ ή μάλλον εκεί έξω και περνούν από μπροστά του κι εκείνος τους κάνει παρέα και τους κερνάει ποτά σε ξέμπαρκα μπαρ, μιας και τα εγχειρισμένα χρόνια του είναι ψίχουλα που τα τσιμπάνε τα αγριοπερίστερα και ο φόβος είναι συλλεκτικό κομμάτι (και όλοι έχουμε γίνει μανιακοί συλλέκτες του τελευταία) και οι Κυριακές έγιναν υπόστεγα όπου βρίσκουν καταφύγιο οι ποιητές – μόνο που βρέχει ανηλεώς και το υπόστεγο έχει μεγάλες τρύπες…

Μπράβο Σταύρο, και σε άλλα με υγεία.

Ντίνος Σιώτης
περιοδικό poetix, άνοιξη 2010