Σάββατο, 28 Αυγούστου 2010

Η ΑΓΑΠΗ ΓΡΑΦΕΤΑΙ ΜΕ ΗΤ(Τ)Α



ΕΙΝΑΙ μια γυναίκα. Σαν αιτία που κολλάει σταυρόλεξα κι όλο ακυρώνει. Το λίγο φως που είχε υπάρξει πριν το έκανε σπίτι και εκεί. Γεννούσε πεθαμένες ιστορίες σαν εντόσθια. Αργά κατέβαιναν μέσα τα θαύματα: η αμίλητη αγωνία της αγάπης. Η ανίκητη πάλη με το σκοτάδι. Ο τρόμος της καθαρής όρασης. Δεν θέλει να δει.

Οι εντός κορυφές είναι σαν τις ψυχές: μπορείς να κρεμαστείς για λίγο από πάνω τους, αλλά δύσκολα τις αντέχεις.

Φοράει μάσκα και από κάτω άλλη. Μετά άλλη. Αλλη. Το πρόσωπό της σαν πούδρα, δεν βρέθηκε ποτέ. Μόνο φλούδα - άδειο προκαλούσε. Και ξοδευόταν στον αέρα επίσημα. Χωρίς χλωρίδα και πανίδα ζωής.

ΠΗΓΕ και ήρθε και σταμάτησε κι όπως τα άλογα γονατίζουν να συναντήσει το περαστικό φως. Πάνω σε σπέρμα από σοκολάτα αμύγδαλο. Ενας απαθής θρίαμβος με φυλαχτά ήταν κρεμασμένος απ' τον λαιμό της και βάραινε. Με φόντο την Ακρόπολη όλο βάραινε. Σαν μουσική πολυκαιρισμένης όπερας.

Οστρακωμένη πάνω στον χρόνο, πέτρα σκληρή. Σισύφεια. Μόνο η λύπη μετακινούσε και γυάλιζε σαν αρπακτικό «με τρομερές συνέπειες». Θα την έλεγες χωρίς ζωή, σκισμένη.

ΓΙΑ να γράφεις όπως ακούς μουσική, όπως ψάχνεις δίσκους, όπως οδηγείς, όπως χορεύεις. Και έκανε. Δύο άσοι ενός κουτσού μήνα, σαν άδεια, παγωμένα πόδια, τον είχαν υποδεχτεί. Γενέθλιος μήνας. Οριστικός. Που βράδιασε ζωή μέσα σε μια κάρτα. Μέσα σε λίγο καιρό.

Τώρα περπατάει στη γη, με ανάγλυφο βήμα. Ο,τι βαδίζει, αποτυπώνεται. Σε όλη τη μετά ζωή θα υπάρχει αυτό το πρόστυχο βήμα που ζει. Θα υπάρχει στη σιωπή. Η νικημένη δούλα που πεθαίνει την αγάπη στη φωλιά της. Να ζει στη σιωπή.

ΗΘΕΛΕ να διπλώσει τον πόνο της και με τον τρόπο αυτόν που ξεκληρίζονται όσοι πιστεύουν ότι η αγάπη. Ενώνεται. Λες και είχε ανοίξει κάποια βουβή τρύπα και μέσα εκεί χυνόταν σαν λύπη. Αυτός έμπαινε για να ζει και τη σκεπάζει. Εκεί σαν σε σπάνια αρρώστια αγωνίζεται. Και διαταράσσεται η τάξη του κόσμου και σκορπίζεται, αλλά με μια περίεργη εμμονή να επιμένει αγάπη. Διαμέσου των άλλων ανθρώπων συνεχίζεται ο θάνατος του ανθρώπου.

ΘΑ έρθει, όμως, ο επιστήθιος καιρός που το τέλος. Και ο κόσμος αυτός θα περάσει με τη λύπη καρφωμένη στα μάτια του, αλλά με πλούτο πολύ. Πάνω στο γυμνό δέρμα θα έρθει ο καινούργιος να κολλήσει και έτοιμος από μαρτύριο θα αφοσιωθεί.

Παρουσιάζεται και συνεχώς ξημερώνει. Μέχρι η αγάπη. Μια δίκαιη ανάμνηση στο κορμί του. Η νύχτα να νικηθεί. Ποτέ άλλοτε τέτοια ήττα να διεκδικεί τον καινούργιο κόσμο με τη λευκότητά της.

ΑΠΕΝΑΝΤΙ, πάντα ένας καθρέφτης απλώνεται σαν μοίρα. Θα απαλλάξει τα γεγονότα απ' το χρέος τους. Τους ανθρώπους από αυτό που εξακολουθούν να σημαίνουν. Θα διατηρήσει το ίδιο όνομα σε άλλο σώμα. Θα συνεχίσει να έχει αυτή την περίεργη εμμονή να επιμένει αγάπη. Θα συνεχίσει.

Και η νίκη αυτή θα γράφεται με ήτα.



ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=196587

Σάββατο, 21 Αυγούστου 2010

ΓΥΑΛΙΑ ΗΛΙΟΥ






ΠΑΛΙ ζωντανός, ταξιδεύει. Θέλει ένα καλοκαίρι, ένα νησί, έναν χάρτη. Οι άνθρωποι δίπλα, ιδρωμένες πετσέτες. Στο beach bar, αντιηλιακά σώματα. Ηρθαν για να γκρεμίσουν όσα πέτυχε ο χειμώνας. Οσα κατάφερε η ανθεκτικότητα της ζωής.

Πήρε εκείνο το παλιό μηχανάκι που ήθελε να φύγει απ' το πολύ και το κρέμασε στα φτερά του. Μιλάει για έναν άνθρωπο, μια στιγμή, ένα μέρος. Ακούει ένα τραγούδι.

Μόνον ο ίσκιος του είναι δικός του και τον ακολουθεί σ' αυτό το αρχαίο νησί που τον θέλει. Ασπρα, παραταγμένα κουκλόσπιτα, με τις μπλε ασπίδες τους, φιλοξενούν τους αιώνες. Τους οδηγούν απειλημένους σε στενά, με την κάννη καρφωμένη στην πλάτη τους. Πιστεύει σ' ένα όνειρο, μια εποχή, ένα φως.

Πριν, που τα πράγματα ήταν λιγότερα, μπορούσε να δημιουργήσει το πολύ μέσα του. Το γεννούσε η υπογεννητικότητα των καρδιών. Τώρα, τις βλέπει φουσκωμένες να περιφέρονται και χαμογελά. Τις βρέχει η θάλασσα, τις μαθαίνει να υποτάσσονται. Αρρωσταίνουν τα μάτια του από το πολύ που είναι καθόλου. Γυαλιά ηλίου. Υπερασπίζεται έναν γκρεμό, μια νύχτα, ένα σώμα.

ΠΟΛΛΑ ονόματα μαυρίζουν κάτω απ' τον ήλιο, ανακατεύονται στο πύρινο καζάνι του, μπαίνει το ένα μέσα στο άλλο. Η μνήμη παίρνει φως, καίγεται. Δεν μπορεί. Τρία γράμματα όλα κι όλα. Είναι λίγα για μια ζωή που μεγαλώνει. Που γίνεται δέντρο ολόκληρο. Στη σκιά του, ένα κοριτσάκι κρατάει το φεγγάρι απ' το χέρι. Θέλει να βαφτίσει τα παιδιά του. Ενα κοριτσάκι ζωή. Ιερή, να ευαγγελίζεται.

Πόσα καλοκαίρια κρεμάστηκαν σε ντουλάπες και μπήκαν σε ζελατίνη να μην τα φάει ο σκώρος; Πόσα πολλά τραγούδια, πόση ναφθαλίνη. Δεν έφτασε. Οσα γράμματα και να είχε η ζωή, δεν θα χωρούσε. Φαντάζεται έναν ορίζοντα, μια ματιά, ένα σπίτι.

ΤΟ κάστρο δίπλα του, στην παλιά πόλη. Φωτισμένος φρουρός. Μαγαζιά με νεράιδες, ονειροπαγίδες. Τζαζ και μπλουζ. Αλλη Μαρία. Εδώ δεν μαυρίζουν, κολλούν ετικέτες ζωής. Κατεβαίνουν με βραδινά χαμόγελα. Διακόπτουν από κάτι που θα ξαναρχίσει αμέσως μετά. Ποτά στον ασβέστη.

Διακοπές έως τότε, υπολογισμένες στιγμές, βαρύ άρωμα. Είσαι πολύ όμορφη σήμερα, φλας. Χαμογέλα. Ενθύμια φωτογραφίες, κλέβουν κι άλλη ζωή. Η ηλικία τους είναι η ηλικία των λαθών τους. Εχει μια ιστορία, έναν καιρό, μια λύπη. Αύριο θα ξεκινήσουν γενναίοι για τα ορεινά. Χωριό σαν παραμύθι, κυπαρίσσια, εμφιαλωμένο νερό. Καφές με λιακάδα. Ντόπια κρέατα.

ΑΚΟΥΕΙ τη μουσική που βγάζουν οι λαιμοί των κατσικιών μέσα από τις καλαμιές που γέρνουν· σαν να υποκλίνονται για να περάσουν. Στο κουδούνισμά τους παραδίνονται όλες οι συμφωνικές της γης. Εδώ το τοπικό αποκτάει παγκοσμιότητα.

Οπως φυσάει ο αέρας, το δέρμα της θάλασσας ανατριχιάζει. Βγάζει το μπουφάν του και το πετάει στο νερό. Τη σκεπάζει να μην κρυώνει. Η θάλασσα δεν πρέπει να γεράσει ποτέ.

Μιλάει για έναν θεό, μια λέξη, έναν έρωτα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=194133

Παρασκευή, 13 Αυγούστου 2010

ΕΞΙ ΜΗΝΕΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ


ΘΑ πάει να δει πίσω. Να κοιτάξει τα πράγματα που άφησε να μυρίζουν στους τοίχους. Θα 'χει φυτρώσει γκαζόν εκεί που περπάτησαν. Να μιλήσει στο φωτιστικό της κουζίνας, να το καθησυχάσει. Θέλει να πάει με το σώμα να δει εκεί που κατάγονται τα χρώματα. Χρώμα είναι ό,τι αθαύμαστο προεξέχει. Εχει περάσει καιρός. Κι αυτός προεξέχει.

ΒΑΔΙΖΕΙ αργά, δίνει χώρο στο χάλασμα. Οταν ανοίξει την πόρτα, θα τον βρουν τα μεσάνυχτα. Τα κλειδιά δεν ταιριάζουν. Χάδια σε βαθμό κακουργήματος. Αγκαλιές. Κρέμονται απ' τις καρέκλες, σαν παλιά ελαιοτριβεία. Δεν θα μπει στην κρεβατοκάμαρα, εκεί μια κόκκινη θάλασσα. Εκεί, σταυροί - πιστεύεις στους χωρισμούς; Δυο ξεχωριστοί. Φοβάται μη τον πετύχει ο θάνατος. Σκελετοί φυτρωμένοι στο χώμα. Κρασί, πετσέτες, να πλυθούν τα κόκαλα. Κασελάκι. Αλλος τρόπος από τάφος δεν έμεινε. Δεν θα μπει εκεί που το τέλος και ο τάφος επέζησαν.

Επαληθεύτηκαν τα λόγια που έλεγαν για τους λυπημένους, σαν χρησμοί έπεσαν και βάρυναν πάνω του. Αύριο 15 Αυγούστου, να πάει να ανάψει κερί σε ό,τι πολύτιμο. Εφυγε.

ΞΕΚΙΝΗΣΕ από πριν και με τον φόνο τον καταδικασμένο των ανθρώπων να κινηθεί προς αυτό που ονομάζεται ζωή. Αυτό το τρομαχτικό, θεόρατο θαύμα, που να τολμήσει να ζήσει. Κανείς. Κλείνουν με τις δυο παλάμες τα μάτια τους, για να μην κατευθυνθούν προς τα 'κεί που λέγεται ότι μυρίζει ζωή. Και τρομάζουν γιατί φορούν μαύρα, για να υποκρίνονται το πένθος που στερούνται ζωή. Τρομαγμένοι να κλείσουν γρήγορα τις χαραμάδες, μην προλάβει και μπει αυτό που ονομάζεται ζωή.

ΞΕΚΙΝΗΣΕ να κατευθυνθεί και μετέωρος. Απαγορευόταν να μπει εκεί που η αρχή του ήταν το τέλος της. Του φάνηκε πως αναγνώρισε τη ζωή, ήταν η ανατριχιαστική αντανάκλαση μιας τρελής επιθυμίας. Δεν αρκούσε να σταθεί απέναντι στον καθρέφτη, έπρεπε να τον σπάσει και να περάσει μέσα του, να συναντήσει τα φαντάσματα που τον κατοικούν και να τα σκοτώσει. Τον έσπασε και έσπασε.
Τα αίματα έκαναν μια λίμνη που μαζεύτηκε τρυφερά στα πόδια του, κόκκινη λίμνη και την ήπιε. Την άντεξε μέσα του να βάφει.

ΜΕΤΑ προσπάθησε να θυμηθεί όλες τις λεπτομέρειες. Με σκεπασμένα τα μάτια του. Είδε την πόρτα να πέφτει, σαν σκηνικό απ' το Dogville. Μέσα ο εσωτερικός χώρος άστραφτε σαν ράχη ψαριού. Καθάρισε τα λέπια και άρχισε να βρέχει άπληστα βλέμματα. Ξεπατώθηκε το χρυσάφι τους, πάει. Σώθηκε απ' το κοίταγμα και έπεσε σαν παλιά στέγη. Κατέρρευσε πάνω του. Την ώρα ακριβώς που είχε αρχίσει να έχει νέα του και ο ουρανός κατέβαινε να τον συναντήσει. Την ώρα που ήθελε τη ζωή ολόκληρη να τιμωρηθεί.

Η διάρκεια του ονείρου βασίζεται σε ένα λάθος βλέμμα. Ο λάθος τόπος θα σταματούσε να είναι. Θα συσκεύαζε όλο το σπίτι στο μυαλό του να είναι κλειδωμένο. Να μην μπει ποτέ ξανά σαν ρίζα εκεί. Να μην μπει ποτέ ένα λάθος σπίτι στο μυαλό του.

Γι' αυτό έσπρωξε την πόρτα. Και τα είδε με ορθάνοιχτο πρόσωπο. Είδε το σπίτι να λιώνει σε σταγόνες, σχηματίζοντας μια λίμνη. Κόκκινη, ανάμεσα στα λαμπαδιασμένα πόδια του.

Καμία νύχτα να μη χωρέσει. Αυτή την εικόνα. Ποτέ.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=192548

Πέμπτη, 12 Αυγούστου 2010

ROUTE 66


Κάποιοι φίλοι και φίλες - ανώνυμοι και γι αυτό σημαντικοί - συνεχίζουν αυτό το μακρύ ταξίδι με τις λέξεις μου, μαζεύοντας τα "χαρτάκια" που "μοιράζω" κάθε Σαββάτο πια (παλιά κάθε Παρασκευή) στη στήλη μου στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ.

Πράγματι. Τα λόγια που περιγράφουν πράγματα δεν χωρούν σε λόγια. Ένα ευχαριστώ λοιπόν. Ξανά. Χωρίς λόγια. Ή καλύτερα: Με τα λόγια του Leonard Cohen.

And what can i tell you my brother my killer
What can i possibly say
I quess that i miss you
I quess i forgive you
I' m glad you stood in my way

(Famous Blue Raincoat, 1971)

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ
http://get-your-kicks.blogspot.com/2010/08/blog-post.html

ΚΑΙ ΕΔΩ
http://imakolata-yfantokosmos.blogspot.com/?zx=3c55ecd889bf81e8

http://www.cycladesnews.gr/greece-islands-naxos/66-newscategory/57076-2010-08-10-09-05-06.html

http://eimaistahaimou.blogspot.com/2010/07/2572010-3172010.html

Σάββατο, 7 Αυγούστου 2010

ΝΑΞΟΣ ΕΩΣ ΕΚΕΙ






ΖΕΙ ακόμα. Μαζί μου. Μικρή βασίλισσα που στερήθηκε άδικα το ινδιάνικο στέμμα της. Την καθαίρεσαν γιατί ερωτεύτηκε ένα μπλε σε όλους τους πιθανούς συνδυασμούς που το μάτι του ανθρώπου μπορεί. Συνέχισε να το αγκαλιάζει σαν μωρό, να διασώζει το νερό μέσα του, να το ανακατεύει με το μαγικό κουταλάκι της, μεγαλώνοντάς το. Είναι σημαντικό να μπορείς να αποδέχεσαι κάτι που δεν σου αξίζει για να καταφέρεις να πλησιάσεις κι άλλο αυτό που είσαι.

ΤΗΝ είδα ξανά και ήταν στολισμένη. Στο λιμάνι. Αμμώδης θεότητα με φως επιδερμίδα κολλημένη πάνω της, κάπως λευκή από την ιστορία που έμεινε. Διάβασα τα χείλη της από μακριά, έλεγε σ' ευχαριστώ, ακούστηκε μέσα μου σαν πάντα. Ηταν πάντα αυτή η σχέση· ένα δερμάτινο βραχιολάκι ζωής που αντί να χαλαρώνει, έσφιγγε.

Είχε ψηλώσει πολύ, τα μαλλιά της τρυπούσαν τα σύννεφα. Τα μακριά πόδια της, αυτά τα ατέλειωτα, αγαπημένα χιλιόμετρα με τις παραλίες, ξανθές μες στη μελαχρινή τους διάθεση, με έκαναν σχεδόν να φοβάμαι. Το βλέμμα της από μαρμελάδα· πάντα με ησύχαζε. Να γυρίσεις, έλεγε. Γύριζα. Αλλες φορές για να θυμηθώ, άλλες φορές για να ξεχάσω.

ΠΑΝΤΑ εκεί. Σκαλωμένη στη μεγάλη πόρτα, ό,τι έμεινε απ' το ιερό του Απόλλωνα. Να κοιτάζει την Πάρο με το βλέμμα που ένας ποιητής κοιτάζει έναν μυθιστοριογράφο: Υπεροπτικά, σαν σύγχρονη μνήμη. Που υπερέχει.

Τα μοναστήρια των Καπουτσίνων και των Ουρσουλινών. Η ομορφιά της οφείλεται. Την παίρνω στα χέρια μου, τη στριφογυρίζω, πάμε για μπάνιο; Πάμε. Θα κρυφτούμε στους αμμόλοφους και μετά μακαρονάδες στον φούρνο, πατάτες τηγανητές, ιδρωμένα ρούχα, αιώνια μάτια. Ανεμόμυλοι, Χώρα. Καφές. Μην πας στο πλοίο, μη.

ΤΑ αγέννητα παιδιά μας τα σωσμένα. Στους αγίους που την βρέχουν από παντού. Στα καλοκαίρια που σιδερώθηκαν στάμπα πάνω της και έμειναν κέδροι. Μια γενναία Καρυάτιδα που αγνόησαν προκλητικά οι αρχαιολόγοι. Η λύπη που στεφανώθηκε τη χαρά και έγινε νησί. Θα με θέλεις πάντα; Θα σε θέλω.

Στο Χαλκί, κλειδωμένα σπίτια. Βενετσιάνικα κάστρα, μιλάει η ερημιά. Το ιερό της Δήμητρας στο Σαγκρί. Ενας κούρος κοιμάται στους Μέλανες. Από τον Αϊ-Γιώργη στην Αγιασσό, μια παραλία: Είκοσι δύο ξελιγωμένα χιλιόμετρα. Η Γαλλική Επανάσταση ξεκίνησε από την Πλάκα. Ο Μαρά πάνω σε μια χελώνα σχεδίασε εδώ τα επόμενα βήματα. Η φωτιά καίει δυνατά δίπλα στις καλαμιές. Κιθάρες. Το τραγούδι των America, ένα άλογο χωρίς όνομα.

ΚΕΡΑΜΩΤΗ - Κόρωνος, χωριά βουλιαγμένα στο πράσινο. Αχνίζει ζωή. Κατάγεται. Χώμα. Αμίλητο. Σμυριδωρυχεία, φιλούν το μάρμαρο. Αναφέρεται για πρώτη φορά από τον Ηρόδοτο η «Ναξία σκόνη». Στο Φιλότι οι γειτονιές ενώνονται με μπαλκόνια και με πλατάνια. Ερωτεύονται με θυμαρίσιο μέλι.

ΜΕΤΑ, Απείρανθος. Καρπούζι με φέτα. Μια παλιά ιστορία στο καφενείο. Χρόνος τεντωμένος στον 17ο αιώνα. Ενα αγαλματάκι, δώρο. Θα σε ξαναδώ;

Πριν το πλοίο, ορθάνοιχτες αγκαλιές. Τόξο. Μια ζωή χωρίς ζωή. Με. Το καλοκαίρι χοροπηδάει σαν αρπακτικό. Παίζει με τις ακρίδες στην προβλήτα. Ντοκ. Βραδινή τουαλέτα αποφοίτησης, η Μικρή και η Μεγάλη Αρκτος, πούλιες κομμένες. Ενα άγριο φύσημα αποχαιρετισμού.

Την άλλη φορά να με περιμένεις στο εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής. Εκεί, πάνω απ' το Αλικό. Στον αιώνιο τοίχο.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=190130