Τετάρτη, 30 Ιουνίου 2010

ΕΡΕΘΙΣΤΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ


Σταύρος Σταυρόπουλος Ο ΕΡΩΤΑΣ ΘΑ ΜΑΣ ΚΑΝΕΙ ΚΟΜΜΑΤΙΑ
ΕΚΔ. ΑΠΟΠΕΙΡΑ
O συγγραφέας στέκεται πάλι μεταξύ ποίησης και πεζοτράγουδου και οι μυημένοι στο ιδιαίτερο στυλ του θα καταλάβουν απολύτως τι υπαινίσσεται με τον τίτλο της νέας συλλογής του.

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ Ρ.ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΑΠΟ ΤΑ "ΝΕΑ"
http://www.tanea.gr/default.asp?pid=30&ct=19&artid=4581809

ΝΥΧΤΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΔΕΝ ΠΕΡΝΑΕΙ


Για μια ακόμη φορά θα ξαναπώ ότι η ανταπόκριση που έχει η στήλη μου στην Ελευθεροτυπία είναι συγκινητική. Ευχαριστώ όλους αυτούς τους ανθρώπους που δεν γνωρίζω για την υποστήριξη και την αγάπη τους.

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ
http://www.sport-fm.com.cy/magazine2/admin/upload_pdf/1274513425612_37.pdf
http://stavrochoros.pblogs.gr/2010/01/masif-oneiro-.html
http://www.kerkinitoday.gr/2009_11_30_archive.html
http://www.alitheiaportal.com/alitheia/politismos/na-stroneis-ta-sentonia-me-xuraphakia.html
http://www.sport-fm.com.cy/magazine2/admin/upload_pdf/1276677995124_38.pdf
http://antimamalo.blogspot.com/
http://www.sport-fm.com.cy/magazine2/admin/upload_pdf/1275642903612_38.pdf
http://kollektivartact.blogspot.com/
http://imakolata-yfantokosmos.blogspot.com/2009_10_01_archive.html?zx=edc624ff3b7ef84
http://adegia.blogspot.com/2010_03_01_archive.html
http://adegia.blogspot.com/2010/06/blog-post_30.html
http://ieraodo.blogspot.com/2010_03_01_archive.html

Σάββατο, 26 Ιουνίου 2010

ΣΑΝ ΕΙΚΑΣΤΙΚΟ ΣΩΜΑ

Κείμενο υβριδικό, όπου συγχωνεύονται γοητευτικά και υποδόρια, ο τόπος και η ουτοπία. Οι ψηφίδες των φράσεων αθετούν εδώ τις ειδολογικές προκαταλήψεις, ενθέτοντας τις λέξεις, ως εικαστικό σώμα, στο κέντρο της αφήγησης - που παραλείπει ότι ονομάζεται πλοκή. Το πρώτο ενικό, η αυτοαναφορικότητα, είναι ουσιαστικά η συνθήκη που επιτρέπει να μιλήσεις για το «άλλο». Η ηλικία του έρωτα είναι η ηλικία του θανάτου. Ταυτιζόμενη συγχρόνως και με το δικαίωμα μιας νέας γέννησης.

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΘΑ ΜΑΣ ΚΑΝΕΙ ΚΟΜΜΑΤΙΑ
του Σταύρου Σταυρόπουλου
εκδ. Απόπειρα
σελ. 133, € 12.




ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΣΤΟ "ΕΘΝΟΣ" ΤΗΣ 28/6/10
http://origin.ethnos.gr/article.asp?catid=12200&subid=2&pubid=17728949

Παρασκευή, 25 Ιουνίου 2010

ΤΟ ΦΛΙΤΖΑΝΙ ΤΟΥ ΠΙΚΑΣΟ


ΤΟ τραγούδι των Τίντερστικς. She rode me down. Σαν προφητικός θάνατος - μετά Χατζιδάκις. Τα θερινά σινεμά που δεν προλάβαμε. Οι σκισμένες τέντες. Απέναντι. Λυπημένες σημαίες. Το μπαρ «Αλουστίνες», στο Θησείο. Στο τέλος τής Ηρακλειδών. Η Ακρόπολη, νύχτα. Υποφωτισμένη. Ας τη φώτιζες εσύ, που γνώριζες καλύτερα τη διάχυση του φωτός πάνω στο μάρμαρο. Τα ρακάδικα και οι ταβέρνες της Πανόρμου. Τα μαγαζιά στο Παγκράτι, στην πλατεία Καισαριανής. Η Ελευσίνα που περιμένει το όνειρο: Να γυρίσουμε νικητές απ' την παρακμή. Το «Flower» στη Μαβίλη. Ενα βράδυ.

Οι έρωτες λιώνουν όπως το μήλο μέσα στη σανγκρία. Αφήνουν έναν παγωμένο θρίαμβο πάνω στις αμυγδαλές. Εχουμε και οι δυο άσπρα μαλλιά. Χιονοπόλεμος.

ΕΝΑ παλιό αρχοντικό μισογκρεμισμένο. Κατεβαίνοντας τη Μαυρομιχάλη. Σε λίγα χρόνια θα έχει γίνει μπαρ. Στον τοίχο θα υπάρχει η φωτογραφία της γριάς αρχόντισσας που το κατοικούσε. Θα κοιτάζει αποσβολωμένη τους νέους που θα κουνούν τα κεφάλια τους. Αν μπορούσε, θα το κουνούσε κι αυτή. Από οίκτο. Της πήραν το σπίτι κάτι περίεργοι τύποι με πορτοκαλί μαλλιά και σκουλαρίκι στα χείλη. Την έκαναν φωτογραφία και τώρα χορεύουν. Η ηλίθια. Λέει.

ΗΜΟΥΝ ο χαρακτήρας που δεν μπόρεσε να δημιουργήσει ο Ντοστογιέφσκι στον «Ηλίθιο». Κάτι ανάμεσα στον πρίγκιπα Μίσκιν και στον Ραγκόζιν. Η Ναστάζια Φιλίπποβνα θα ένιωθε ενθουσιασμένη. Εσύ, σκοτεινή. Τίποτε.

Μέσα σε τρεις μήνες μου 'δειξες τι θα πει ποτέ. Πουθενά. Χωρίς. Οσα ήταν να σώσει η ομορφιά στον κόσμο, μέσω της Τέχνης, τα έσωσε. Από δω και πέρα, σχισμές. Χαράδρες. Για να καταδυθείς κι άλλο. Στα εσώτατα άκρα της λύπης. Που είναι ομορφιά. Ανυπόφορη. Μια ομορφιά τέχνη.
Η Τέχνη δεν σε βοηθάει να ζήσεις. Σε βοηθάει να πεθάνεις καλύτερα. Δεν το λέω εγώ, το λέει κάποιος πιο πεθαμένος από μένα. Μέσα στους πίνακες και τα ποιήματα ο θάνατος έχει άλλη υπόκρουση. Ο Νίκος Εγγονόπουλος πέθανε από ανακοπή καρδιάς. Επειδή είχε.

ΕΡΑΣΤΕΣ από την πρώτη ματιά. Strangers in the night. Χωρίς ομπρέλες. Τα βιολιά έχουν σπάσει. Η Ιπποκράτους κενή. Σιγά μην κλάψω. Στον δρόμο, καφέδες. Σε πλαστικό. Μολυσμένη αγάπη. Πάνω στη μηχανή -κρυώνεις; Το χέρι σου στο δικό μου. Βάλε μουσική. Τώρα. Το φλιτζάνι του Πικάσο, συσκευασία δώρου. Από το μουσείο της Βαρκελώνης. Τε κιέρο. «Θέατρο Σφενδόνη», μαγνητικά πεδία. Ο μυστηριώδης κύριος Masaki Iwana. Ο μυστηριώδης χορός που αναζητά τα εσωτερικά τοπία με τον τρόπο που προσπαθεί να αποφύγει: Τις προκαθορισμένες χορευτικές φόρμες που κατοικούν στα σώματα. Το μπούτο ως θεραπεία ψυχής. Δεν. Τα ρούχα πεταμένα στο πάτωμα. Εγώ θα ξεγελάω την πραγματικότητα, εσύ να τρομάζεις. Πάμε μια εκδρομή;

«Η λύπη θα 'ναι αιώνια». Η τελευταία φράση του Van Gogh πριν πεθάνει έδωσε τις απαντήσεις σε όσους θεωρούνται λιποτάκτες της ευτυχίας.

Η πλατεία με τις μπλε στολές και τα άσπρα κράνη έμεινε ορφανή. Από τις άδειες καρέκλες τού «Φλοράλ» βλέπω την κινηματογραφική μηχανή τού «Βοξ», η μπομπίνα γυρίζει. Οι φιγούρες απ' το πανί σκαρφαλώνουν στα σίδερα. Βαδίζουν τοίχο τοίχο, σε λίγο θα πλημμυρίσουν τους δρόμους. Αν ακουμπήσω κάποιον, θα λιώσει. Δεν πέρασες ούτε σήμερα.

Και τώρα ποιος θα μου εξηγεί τον κόσμο; Ποιος θα 'ναι η αφορμή για να αιωρούνται πραγματικότητες;


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=176621

Παρασκευή, 18 Ιουνίου 2010

ΧΑΛΑΣΜΑΤΑ


ΕΝΑ ΣΠΙΤΙ γκρεμίστηκε χτες. Απέναντί μου. Παλιά μονοκατοικία. Χαλάσματα. Ο πορτοκαλί εκσκαφέας με τον μακρύ τεντωμένο λαιμό του στέκεται από πάνω του, μοναδικός επιζήσας. Ερπύστριες σαν τανκς, σκουριασμένες. Από κάτω ζωές. Πρώην. Στιγμές Πολυτεχνεία. Χαμένες. Χώματα ανακατεμένα. Κουκουλωμένο συναίσθημα. Μια ρόδα. Ενα παιδικό κουκλάκι. Πατημένο. Του λείπει το ένα χέρι - σαν να ζητά βοήθεια. Δεν θα το ακούσει κανείς.

Τη νύχτα έβλεπα τα φώτα απέναντί μου· απ' τα ανοιχτά παραθυρόφυλλα. Αντηχούσαν ζωές. Με παρηγορούσαν. Διπλανές φωνές, τώρα ακυρωμένες. Τώρα σιωπή. Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται. Ούτε επιβεβαιώνεται. Μόνο διαγράφει.

ΠΑΝΩ στον ιερό βράχο του ναού του Ποσειδώνα, στο Σούνιο. Εμείς. Χτιζόταν παράλληλα με τον ναό της Αφαίας στην Αίγινα. Δέος. Πέρδικες. Εξήντα μέτρα από κάτω η θάλασσα. Το κύμα, live in concert. Με τη συμφωνική ορχήστρα των Αθηνών. Αν δω πλοίο να έρχεται με μαύρα πανιά, θα πηδήξω. Οπως ο Αιγέας. Οι πλευρές του ναού είναι κτισμένες στα μάτια σου. Δωρικοί κίονες, πρόναοι, μαλακό μάρμαρο. Αλλα χαλάσματα. Μοναδικά. Δυόμισι χιλιάδων ετών. Τα περισσότερα ανάγλυφά τους έχουν φθαρεί. Τουλάχιστον αυτά μένουν.

ΒΛΕΠΩ τη θάλασσα που κατεβαίνει αργά. Ο ήλιος βουτάει στα ανεκπλήρωτα, η επιθυμία του είναι θανάτου. Από τη φυλακή των ματιών σου περνάει κάποια στιγμή η Μακρόνησος. Να πάμε. Εμείς. Οι αιώνια καταδικασμένοι. Σαν κλειδωμένα προγράμματα. Σαν ιστορία της αρχαιότητας που περρίσσεψε από τη διδακτέα ύλη. Σαν ανομολόγητος εγκλεισμός απεξάρτησης.

ΜΗ ΜΙΛΑΣ. Κάθε λέξη είναι μια προδοσία. Αν ποτέ καταλάβουμε ότι οι λέξεις είναι πάντα εις βάρος μας, τότε ίσως μπορέσουμε να πλησιάσουμε περισσότερο τις ζωές μας. Γράφοντας προσπαθείς να κλείσεις κάποιες πληγές. Τελικά, τις ανοίγεις περισσότερο· για να μπορέσεις να δεις καθαρά μέσα τους: Μια τρύπα. Μια λεκάνη με αίμα. Μια φιάλη οξυγόνου. Μια αγκαλιά. Μόνη.

Τι είναι ευτυχία; Να ρωτήσουμε αυτούς που έγραψαν για τους ορισμούς της. Επειδή ήταν δυστυχισμένοι. Να ρωτήσουμε τον Αλντο Καροτενούτο, τον Ρολάν Μπαρτ, τον Ντοστογιέφσκι. Να μας πουν. Να σωθούμε απ' αυτήν γράφοντας. Μιλώντας. Οριστικά.
Ακου εν δυνάμει συναίσθημα. Εννοείς μήπως υπό κατασκευή; Εργο για σόλο βιολί;
Δεν γνωρίζω τον όρο. Υστερα από τόσο ρήμαγμα η θεωρία του έρωτα γίνεται θεσμικό πλαίσιο για την αποκήρυξή του.

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ενδεικτικό το ότι δεν μίλησες ποτέ για αντήχηση, αλλά μόνο για απόηχο; Αυτό που φεύγει κουβαλάει στο βλέμμα του τον θάνατο αυτού που υπήρξε. Το κενό βλέμμα ήταν μόλις πριν η διαφάνεια του κόσμου. Σήμερα, μια διαδικασία απόσυρσης. Η όψη των πραγμάτων αλλάζει, τα πράγματα παραμένουν ίδια. Ομως η αναστάτωση και η επιθυμία γι' αυτά έχουν γίνει αδιαφορία. Και φόβος.

Γκρεμός.

ΔΙΠΛΑ ΜΟΥ πια ξυπνούν οι λέξεις. Λυπημένες, ανοργάνωτες, με παραμορφωμένα χαρακτηριστικά. Παίρνω μια χούφτα απ' αυτές, τις σφίγγω στο χέρι μου. Ανοίγω την μπαλκονόπορτα και τις πετάω. Εκεί που κάποτε ορθωνόταν η παλιά μονοκατοικία, ένας σκύλος στρώνει προσεκτικά μια εφημερίδα για να καθίσει. Οι λέξεις πέφτουν στα δόντια του. Τις μασάει με δυσκολία, αλλά τις καταπίνει.

Ο Ντοστογιέφσκι, νεκρός από το 1881. Ο ναός τού Ποσειδώνα είναι ακόμα εκεί. Στο Σούνιο. Εμείς λείπουμε.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=174139

Δευτέρα, 14 Ιουνίου 2010

ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΥΣΤΑΘΙΑΔΗΣ: ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΧΑΙΚΟΥ




Καλησπέρα αγαπητοί φίλοι,

Αποφάσισα να ξεκινήσω την παρουσίαση αυτή, όχι με επαίνους, αλλά με ενστάσεις. Διευκρινίζω, ενστάσεις τρίτων.
Έτσι, θέλω στο ξεκίνημα να κάνω τον συνήγορο όχι του διαβόλου –άλλωστε διαβόλους έχει πολλούς μέσα του ο Σταυρόπουλος, ώστε να μην χρειάζεται άλλη συνηγορία–, αλλά του... αγγέλου!

Εξ άλλου, τα ερωτήματα που θα θέσω αφορούν περισσότερο τους πουρίστες, οι οποίοι, ως γνωστόν έχουν συνήθως λευκά φτερά.
Πρώτο ερώτημα ή, μάλλον, πρώτη ένσταση.
Αυτό είναι ένα έργο ψευδεπίγραφο. Είναι μυθιστόρημα;
Χμμ...
Εδώ, ο Σταυρόπουλος, μολονότι μνημονεύει τον Κλιμτ, ευφυώς ακολουθεί τον René Magritte, ο οποίος, ως γνωστόν, ζωγράφισε μια πίπα και ονόμασε τον πίνακα «Αυτό δεν είναι μια πίπα».
Ο Σταυρόπουλος έγραψε ένα ποίημα en prose και διευκρινίζει με έμφαση πως «αυτό δεν είναι ποίημα», είναι προσχέδιο για ένα μυθιστόρημα.
Στην ουσία το βιβλίο αυτό είναι η μαγιά, ο αόρατος χώρος, ο εναλλασσόμενος χρόνος, οι χαμηλόφωνοι διάλογοι ενός δυνάμει μεγάλου μυθιστορήματος.

Σ’ αυτούς τους πυλώνες, αν ήταν μπεστσελερίστας, ο Σταυρόπουλος θα είχε προσθέσει άλλες 300 αδιάκριτες σελίδες δράσης.
Η διακριτικότητά του –εν προκειμένω– έγκειται στο ότι κράτησε με λαβίδα χρυσοχόου μόνο όσα συντελούνται στον εσωτερικό χώρο της ψυχής και καλλιέργησε σχολαστικά τα συναισθήματα.

Στην ουσία έκοψε όλα τα περιττά λίπη και κράτησε μόνο τη λύπη. Ή, όπως λέει ο ίδιος, «τη λύπη του δέρματος». (23)

Ενίστανται και πάλι οι άγγελοι.
«Μα το μυθιστόρημα αφηγείται μία ιστορία. Έχει αρχή, μέση και τέλος».

Μα, αγαπητοί εν Ακαδημαϊσμώ αδελφοί, και εδώ υπάρχει μία ιστορία και μάλιστα συναρπαστική, με μεταπτώσεις, αμφισβητήσεις, αρνήσεις, καταφάσεις, παραδοχές, αναμνήσεις.

Κι ύστερα, να σας θυμίσω τον ιδιοφυή Godard, ο οποίος τελεσιδίκως έχει ξεκαθαρίσει: «Κάθε ταινία έχει αρχή, μέση και τέλος – αλλά όχι απαραίτητα μ’ αυτή τη σειρά».

Δεν ξέρω αν ο Σταυρόπουλος γνώριζε αυτόν τον αφορισμό, όμως τον εφαρμόζει άριστα καθώς, πολύ πριν απ’ το τέλος του βιβλίου, σπεύδει να γράψει: «Το τέλος του έρωτα είναι ο έρωτας».

Ακόμα θα πουν: Μα το μυθιστόρημα έχει ήρωες, πρόσωπα.
Α, όλα κι όλα. Εδώ ο Σταυρόπουλος πετυχαίνει διάνα.
Όχι μόνο γιατί έχει πρόσωπα, αλλά τα ονοματίζει κιόλας προλογικά.

Ακούτε πώς τα ορίζει:
- Εγώ
- Εσύ
- Αυτό
- Και το άλλο

Ας δούμε τους δύο πρωταγωνιστές, δηλ. τον «Εγώ» και την «Εσύ».
Θα λέγαμε, για τον πρωταγωνιστή ενός συνήθους μυθιστορήματος, για να τον ορίσουμε ψυχογραφικά και κοινωνικά:
Ο Α. είναι σχετικά νέος. Γύρω στα... Σπούδασε εδώ... Εργάζεται εκεί... Είναι φιλόδοξος, αλλά γεμάτος ανασφάλειες. Είχε δύσκολα παιδικά χρόνια. Έχει μια ουλή στο μέτωπο. Έχει σχέση με τη Β., μια δύσκολη σχέση με πολλά προβλήματα. Γοητεύεται από την τεχνολογία και αγαπά με πάθος τη μουσική. Έχει έναν αγαπημένο σκύλο. Πίνει πολύ, ιδιαίτερα τα βράδια... κ.λπ. κ.λπ.

Αντιθέτως, πέρα από τις συνήθεις κοινοτοπίες, ο Σταυρόπουλος ορίζει με διαφορετικό τρόπο τον ήρωά του, τον Εγώ.

Τον εμφανίζει να έχει επιφυλάξεις για τα ενδυματολογικά λάθη εκείνου του καλοκαιριού. Να πεθαίνει κάθε απόγευμα σε κάθε τετραγωνικό μέτρο. Να μένει ακίνητος από τη μαθητεία του σε κείνην.
Πιστεύει ακράδαντα πως το πιο ενδιαφέρον από τα αισθήματα, είναι η αδιαφορία.
Θα ήθελε να είναι ταχυδακτυλουργός. Ονειρεύεται να σιδερώσει πάλι τη ζωή στη ζωή του.
Στον τόπο της εκτέλεσης δένει εκείνος τα μάτια του δήμιου. Σκέπτεται να εγκατασταθεί μονίμως σ’ ένα καρφί.
Δηλώνει πως δεν ήταν ποτέ υπέρ των φωνηέντων.
Και βέβαια –σημαντικό–, ο Εγώ δεν γράφει πια. Γράφεται.

Αυτά τα ελάχιστα που παρέθεσα, αρκούν θαρρώ για να αποδείξουν πόσο πιο σύνθετος, πιο πολυεπίπεδος, πιο αντιφατικός και -εντέλει- πιο ενδιαφέρων είναι ο ήρωας του Σταυρόπουλου, σε σχέση με έναν κοινό πρωταγωνιστή, από εκείνους που κυκλοφορούν μέσα στις γραμματοσειρές εκατοντάδων τυπογραφικών άλλων βιβλίων.

Θα μπορούσα πολλά να πω και για την ηρωίδα του, την Εσύ. Μου αρκεί όμως ελάχιστα να σταχυολογήσω: είναι εκείνη που ένας σπασμένος καθρέφτης λιώνει ανάμεσα στους ώμους της, εκεί όπου παλιά ήταν το πρόσωπό της.
Τα χέρια της είναι μια κυβέρνηση χαδιών, το στόμα της μια συγκομιδή γλώσσες, πάντα γκρεμίζεται προς τα μέσα – μ’ έναν τρόπο που είναι μεταδοτικός και είναι τόσο απούσα που σχεδόν είναι παντού: ένας θάνατος σε συνέχειες που κυκλοφορεί ανάμεσα στις λέξεις.

Όσο για τα άλλα πρόσωπα του έργου, το «αυτό» και το «άλλο», παρεμβαίνουν για να σχολιάσουν, κάποτε δηκτικά.
Π.χ., ακούστε τον διάλογο των δύο ηρώων.

-Σ’ αγαπώ μου λες.
-Και γω σ’ αγαπώ.
-Ε, και;

Αυτό το «Ε, και;» που δυναμιτίζει τη στιγμή και την ατμόσφαιρα, είναι σαν να ακούγεται από αυτό το τρίτο πρόσωπο.

Κάποτε επίσης το «αυτό» ή «το άλλο» λειτουργούν σαν αφηγητές, σαν ουδέτεροι παρατηρητές της ερωτικής δράσης, κυρίως σε κείνα τα μονόστιχα ιντερλούδια που κατά κάποιο τρόπο διακόπτουν την αφήγηση και αποφορτίζουν το κλίμα – με αφοριστική διάθεση.

Ακούστε: Σχέδιο 29
Αληθινό είναι μόνο ό,τι ονειρευόμαστε.
Σχέδιο 31
Ο ορίζοντας σπαταλήθηκε άδικα.
Σχέδιο 86
Πιο νύχτα δεν γίνεται.
Σχέδιο 101
Κάθε σχέση είναι ένα μνημόσυνο.
Ο θάνατός της έχει προηγηθεί.
Σχέδιο 108
Να είναι αυτή η τελευταία γοητεία;


Είναι οι ίδιοι που αφήνουν στις σελίδες να κυλήσουν μελωδίες –σαν να είναι ιδιότυποι πομποί– των Beatles, των Rolling Stones, του Dylan, του Van Morrison, του Neil Young.

Μπορώ, ωστόσο, να ακούσω και μια άλλη ένσταση από τις τάξεις των αγγέλων.
Είναι ένα έργο ανώριμο και ανολοκλήρωτο, γιατί δεν δίνει απαντήσεις, δεν ξεκαθαρίζει, δεν τελεσιδικεί.

Πρώτον, ερωτικά μιλώντας, δεν νομίζω πως φαντάστηκε κανείς σ’ αυτήν την αίθουσα ότι υπάρχει ώριμη ερωτική εξομολόγηση.

Δεύτερον, λογοτεχνικά μιλώντας, η ωριμότητα του συγγραφέα έγκειται στην ανωριμότητα να μη γνωρίζει τις απαντήσεις. Δουλειά του είναι να θέτει ερωτήματα και μόνο.

Το σημείο στίξης του συγγραφέα είναι το ερωτηματικό.
Και αυτό, ο Σταυρόπουλος, άριστα το χειρίζεται.

Θέτει υποδόρια ερωτήματα για τον έρωτα, αλλά και τον χρόνο και το θάνατο και την μοναξιά, σε μια εμπύρετη κατάθεση που ο ίδιος ονομάζει μυθιστόρημα.

Εγώ μπορώ να του προσφέρω μια άλλη, σύνθετη ονομασία, την οποία η δομή του μου ενέπνευσε: μυθιστόρημα χαϊ κου!

Θέλω τελειώνοντας να προσθέσω τρία πράγματα:

Πρώτον, πως αυτή η αυθάδης προσέγγισή του στο είδος, δεν θα μπορούσε καλύτερα να στεγασθεί παρά σε εκδόσεις που έχουν το όνομα «Απόπειρα».

Δεύτερον, να διαβάσω από το Σχέδιο αρ. 91, μία φράση που ανάμεσα σε πολλές, ιδιαίτερα με συγκίνησε, και δείχνει εύγλωττα την ικανότητα γραφής και δημιουργικού προβληματισμού του Σταυρόπουλου:
«Ας καίει ακόμη το φως από κείνη τη χάρτινη λάμπα, αριστερά, όπως μπαίνεις στο φόβο»

Τρίτον -και τελευταίο- αφού ο συγγραφέας, με τέτοια απόλυτη βεβαιότητα δηλώνει πως «Ο έρωτας θα μας κάνει κομμάτια», δεν έχω, ως γοητευμένος αναγνώστης, παρά να συμφωνήσω αντιφωνώντας «κομμάτια να γίνει!»

Σας ευχαριστώ

Γιάννης Ευσταθιάδης

περιοδ. Δέκατα, καλοκαίρι 2010
(η ομιλία του το βράδυ της Τετάρτης 9 Ιουνίου στον "Ιανό")
--------------------------------------------------------------------------

ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΚΛΕΙΣΙΜΟ: ΕΡΩΤΕΣ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΕΣ


Η Πάτι Σμιθ έλεγε ότι η φωνή του Μπομπ Ντύλαν της θυμίζει τον ήχο μιας μοτοσυκλέτας μέσα σε ένα χωράφι με καλαμπόκια. Ίσως αυτό να είναι ο έρωτας: Μια μοτοσυκλέτα μέσα σε ένα χωράφι με καλαμπόκια.

Οι έρωτες διαφέρουν από πόλη σε πόλη και από χώρα σε χώρα. Στην Ελευσίνα, ας πούμε, έρωτας μπορεί να είναι ένα σκουριασμένο πλοίο στο λιμάνι ή ένα σπασμένο ποδήλατο αφημένο σε μια αυλή. Στο Παρίσι, ένα φιλί υπό βροχή, κάτω από τον πύργο του Άιφελ. Στη Νέα Υόρκη, μια σκοτεινή αίθουσα, δυο ενωμένα χέρια: Δυο άνθρωποι που παρακολουθούν την τελευταία ταινία του Γούντι Άλλεν.

Εδώ σε μας, σε αυτή την πόλη που όποτε το θυμηθεί κάνει την μητρόπολη του πολιτισμού, διαφημίζοντας από δω κι από κει τις πρωτοπορείες της, οι έρωτες είναι βιαστικοί, απρόσωποι και μεγαλόσχημοι, όπως τα παλιά σπίτια που γκρεμίζονται: γίνονται πολυκατοικίες για να στεγάσουν οικογένειες που μετά θα χωρίσουν.
Ειλικρινά για την Αθήνα δεν μπορώ να σκεφτώ καμία εικόνα. Ίσως γιατί οι έρωτές της είναι τόσο άνευ σημασίας που δεν μπορεί να τους καταγράψει κανένας φακός, καμία ιστορία.

Είναι πρωτίστως θέμα πολιτισμού ο έρωτας. Και αισθητικής. Νομίζω ότι δεν έχουμε κανένα απ’ τα δύο – άρα δεν δικαιούμαστε να ομιλούμε γι αυτούς με λέξεις. Άλλωστε, οι λέξεις δεν λένε ποτέ, ούτε αλήθεια, ούτε ψέμματα. Λένε μόνο αυτό που αντέχουν να πουν.

Σήμερα είναι μια πολύ ιδιαίτερη βραδιά για μένα. Όταν έχεις να πεις πολλά, είναι προτιμότερο, καμιά φορά, να μην λες τίποτα.

Ευχαριστώ πολύ τις εκδόσεις Απόπειρα και το βιβλιοπωλείο Ιανός, που τόσα χρόνια είναι στο πλευρό μου. Τον Κώστα Τσόκλη για το δεύτερο συνεχόμενο εξώφυλλο που μου δωρίζει. Τους ομιλητές μου, Θανάση Νιάρχο, Γιάννη Ευσταθιάδη και Βασίλη Χατζηιακώβου. Την Έφη Θεοδώρου που διάβασε αποσπάσματα από το βιβλίο. Και τον Θάνο Ανεστόπουλο που ζωγράφιζε καθ’ όλη τη διάρκεια της παρουσίασης, πασχίζοντας να αναπαραστήσει εικαστικά τον έρωτα. Τον οποίον και πρόλαβε να καταστρέψει στο τέλος. Ως όφειλε.

Υπάρχει μια στενή νησίδα, στην άκρη της αίθουσας του βιβλιοπωλείου, που βρέχεται από θάλασσα. Της Ελευσίνας. Θέλω να ευχαριστήσω ιδιαίτερα για την παρουσία τους εδώ σήμερα αυτούς τους ανθρώπους από την Ελευσίνα – παρότι σήμερα στην πόλη υπάρχει μια σημαντική εκδήλωση στο μπαρ «Κικεών» με τον Μανόλη Ρασούλη, και είναι εκ των διοργανωτών της.

Τέλος, να ευχαριστήσω την Μαρία Καστάνη. Για τα καλά και τα κακά. Ο συνδιασμός αυτών των δυο κάνει την ζωή, που είναι – ούτως ή άλλως – έρωτας.

Να είστε καλά
Σταύρος Σταυρόπουλος

Κυριακή, 13 Ιουνίου 2010

ΙΑΝΟΣ LIVE ΕΡΩΤΑΣ: ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ

Το έργο του Θάνου Ανεστόπουλου


Αναμονή. Συγκίνηση. Ο "Ιανός", ασφυκτικά γεμάτος. Από την μια άκρη της Σταδίου έως την άλλη, του Artshop. Έμπαινε κόσμος. Συνέχεια. Γνωστοί και άγνωστοι. Οι "γνωστοί άγνωστοι". Η ομάδα των συγγραφέων. Των ποιητών. Γ.Δάλλας, Κ.Αγγελάκη-Ρουκ, Γ.Ευσταθιάδης, Μ.Μήτσορα, Κ.Τζούμας, Γ.Κακουλίδης, Δ.Παπαχρήστος, Β.Καλαμαράς, Γ.Βέης, Μ.Γκανάς, Β.Πολύζος, Θ.Νιάρχος, Τ.Μενδράκος, Α.Στρατηγοπούλου, Ν.Σιώτης, Μ.Μήτρας, Γ.Σουλιώτης, Α.Μήτσου, Γ.Πούλιου, Μ.Ροδοπούλου κ.α.

Η ζωντανή παροικία της νεολαίας. Η παρέα των φίλων. Η νησίδα της Ελευσίνας. Όλοι εκεί. Το ένα ζητούμενο είχε απαντηθεί. Το άλλο ήταν να διαχειριστώ την απουσία. Μέσα σε τόσες παρουσίες. Την διαχειρίστηκα.

Η Κατερίνα ήρθε από την Αίγινα. Ο Μηνάς απ' τη Χαλκίδα. Ένα κορίτσι απ' τη Σαλαμίνα. Εκείνη έμεινε εκεί που έμενε πάντα: Λίγο πουθενά, λίγο τίποτε. Λίγο καθόλου. Λίγο.

Καθυστερούσαμε λόγω της συνεχούς προσέλευσης. Δωδεκάμετρα μπλουζ. Ο θρήνος των Blood, Sweat and Tears. Όταν ακούστηκε η Κατερίνα Γώγου, "Θαρθεί καιρός που θα αλλάξουν τα πράγματα. Να το θυμάσαι, Μαρία", κατάλαβα.
Ήταν εννιά παρά εννιά, εννιά του μηνός. Ο Θάνος πήρε τα καρβουνάκια του, στήθηκε μπροστά στο άδεια τελάρο. Ανεβήκαμε.
Προς στιγμή, σκοτείνιασε. Θα έφταιγε ο φωτισμός - ο έρωτας αντέχει μόνο στα σκοτάδια. Κοίταξα τα κόκκινα λουστρίν του Βασίλη.

Και ξεκινήσαμε.

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΟΛΟ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗΣ
http://www.vimeo.com/12462705

Παρασκευή, 11 Ιουνίου 2010

ΑΝΕΠΑΝΟΡΘΩΤΑ ΣΙΩΠΗΛΗ ΚΑΙ ΛΙΓΟΤΕΡΗ


ΣΙΩΠΗ. Τη στιγμή ακριβώς που η ψυχή των αισθημάτων απαιτεί. Κανένα σημάδι. Καμία λέξη. Σιωπή. Απέραντη. Απόλυτη. Διαλυτική. Σιωπηλοί και μόνοι οι κτύποι της καρδιάς. Να μην ακουστούν, να μην προδώσουν την ταχυπαλμία. Η καρδιά χτυπά δυνατά. Το αίμα παγώνει. Ο νους ακινητοποιείται. Και το σκοτάδι πέφτει.
Αρχίζει η μάχη. Η λογική και το θυμικό - εχθροί θανάσιμοι. Η μάχη μαίνεται. Η ζωή χάνει. Τα νεύρα τρέμουν βαθιά μες στο σώμα. Και το πρόσωπο, μάσκα.

Οι χαραμάδες να κλείσουν προσεκτικά. Είναι επικίνδυνες. Αν ξεχυθεί από κει η αλήθεια, θα τρομάξει. Αλλωστε η αλήθεια δεν αφορά κανέναν. Ούτε εμένα - γιατί δεν την αντέχω.

Σκληρότητα. Αδιαφορία. Απόφαση;

Σιωπή.

Ποτέ το όλον; Δύσκολο και να το νιώσει και να το προσφέρει και να το δεχτεί κανείς. Μόνος ο άνθρωπος συγκρούεται με τα αισθήματά του. Στην καλύτερη εκδοχή ο άλλος αντιλαμβάνεται αυτή τη σύγκρουση και την παρατηρεί, τη ζυγίζει. Στη χειρότερη απλώς αδιαφορεί. Είτε από αδυναμία είτε από πρόθεση.


ΦΩΝΗ. Οι λέξεις δεν βλέπουν παρά μόνο τριγύρω. Εχουν ένα ξαπλωμένο πέπλο στα μάτια τους. Δεμένο μαντίλι. Είναι οι υπνοβάτες της ψυχής. Από τις χαραμάδες μπαίνουν τα γεγονότα στον κόσμο. Τα συναισθήματα. Σπάνια διασώζονται. Συμβαίνει εντός. Η μάχη. Η εσωτερική σύγκρουση. Οχι, δεν αφορά τη ζωή. Η ζωή ποτέ δεν χάνει, αν η αλήθεια της δεν τρομάζει.

Ερωτεύονται την κατάσταση του έρωτα. Την ιδέα του. Εχουν ανάγκη τον έρωτα - όχι τον άλλον. Ο άλλος μόνο μεσολαβεί. Διευκολύνει το έργο. Είναι το soundtrack. Ενας κάθε φορά. Το ίδιο volume. Τερματισμένο. Η ίδια ματιά. Τους νοικιάζουν. Μετά φοβούνται.

Μουσική με λέξεις. Χωρίς λέξεις. Κοιτάχτηκαν και αγκαλιάστηκαν. Σαν τελευταία ζωή. Επί πόσες φορές; Επί τριάντα;

ΑΥΛΑΙΑ. Κλείνουν κουρτίνες. Απότομα. Αναγγέλλω τα μάτια σου. Δεν υπάρχει πρόσωπο, όλο μάτια είναι. Μάτια α-πρόσωπα. Γκρεμισμένες σπηλιές. Η αρχή της παράστασης ήταν το τέλος της.

Θα σε δακρύσω. Να βγεις. Από τις χαραμάδες. Οι δικές μου ήταν ανοιχτές. Ετρεχαν. Δύσκολο δεν είναι να προσφέρεις, αλλά να μπορείς να δεχτείς.

Εβγαλα το δέρμα μου και το άφησα στο καμαρίνι του θεάτρου. Δίπλα σε μια φωτογραφία. Και δυο ποτήρια κρασί. Αμέσως κοκκίνισε. Η καταγωγή του αίματος είναι η καταγωγή του πόθου. Δεν το δέχτηκες. Δεν το φόρεσες ποτέ. Είναι μεγάλο. Μου πλέει. Φοβάμαι.

Ηταν το νούμερό σου. Ακριβώς. Λες και κάποιος το είχε ράψει στα μέτρα σου. Λες και κάποιος ορκίστηκε να κάνει ύφασμα το κορμί σου.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=171499

ΚΕΡΙΑ ΣΤΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ ΣΤΗ ΣΤΑΔΙΟΥ





Ο Βασίλης Χατζηιακώβου μιλάει στον Σταύρο Σταυρόπουλο

ΑΠΕΝΑΝΤΙ από τον «Ιανό». Στη Σταδίου. Το κτήριο της Marfin θυμίζει είσοδο νεκροταφείου. Μια ελληνική και μια μαύρη σημαία είναι καρφωμένες στην κεντρική πόρτα. Χιαστί. Τόσα πολλά λουλούδια. Πένθος. Αταίριαστο. Η τράπεζα είναι καμένη.
Οχι μόνον αυτή. «Δουλεύω κι εγώ σε τράπεζα. Θα με κάψετε ζωντανή»; Υπογραφή: Νικολέτα. Σημείωμα εν θερμώ. Εν μέσω της κρίσης. Του δανειακού προβλήματος. Των ευρωπαϊκών μηχανισμών στήριξης. Του ΔΝΤ.

Η επανάσταση. Μια ξοφλημένη, ευφυής δικαιολογία. Ο στίχος του Νικόλα Ασιμου στον τοίχο της εισόδου. Επικεφαλίδα. Δίπλα τα στεφάνια. Ο «χώρος» που δεν ξέρει κανείς πια ποιοι τον αποτελούν. Διάφορα μπλογκ. Ολα μαζί. Ανάκατα. Μπερδεμένες σημαίες. Κατηφόρα. «Αυτοί» που είναι «εμείς».

Η εποχή της ευθείας γραμμής. Του λίγο από δω, λίγο από κει. Τρεις νεκροί. Τέσσερις. Ο κόσμος μοιάζει με βόμβα. Θα σκάσει. Η Αθήνα από κέντρο του πολιτισμού, κέντρο των διαδηλώσεων. Των δακρυγόνων. Των ΜΑΤ. Φιλοξενεί τρεις πορείες την ημέρα. Αυτό το ένθετο δεν έχει πολιτικό στίγμα. Στηρίζει τον πολιτισμό. Μόνο. Τη χώρα του Παρθενώνα, του Πλάτωνα. Είναι καταφύγιο ιδεών. Δίνει αγώνα κάθε βδομάδα. Ειρήνης. Και λυπάται. Ανατρέχω στον Μπέκετ: Κάποια στιγμή η ανία τού να ζεις αντικαθίσταται με την οδύνη τού να υπάρχεις.

Μόνο οδύνη. Χωρίς ήχο. Θυμός. Ανθρώπινος, στα όρια του ξεσπώ. Για το αφαιρεμένο δικαίωμα. Η ζωή στη σακούλα. Η αναφαίρετη. Πολύ πριν χαθούν ακόμη τρεις από μας, είχε χαθεί η ταυτότητα. Το ανθρώπινο στίγμα. Η επικοινωνία. Ο έρωτας. Οι σχέσεις έγιναν πόλεμος. Τυφλός. Φταίει κανείς; Ποιος; Το κράτος; Το παρακράτος; Το βαθύ κράτος; Εμείς;

Αφού δεν θα μας απαντήσουν ποτέ, ας μας αφήσουν τουλάχιστον να διατυπώσουμε κάποια ερωτήματα.

Ο Βασίλης Χατζηιακώβου, εκδότης και διευθυντής του βιβλιοπωλείου «Ιανός», είναι εδώ. Ηταν εκεί. Μέσα. Μαζί με τα παιδιά που κάλυπταν τις περιπτώσεις εκτάκτου ανάγκης του μαγαζιού. Το βιβλιοπωλείο κλειστό. «Θα σε κάψουμε». Τους περιέχυσαν βενζίνη. Είδε τον θάνατο. Ακουσε τον απόηχό του να χτυπά.

Θυμάμαι που, όταν ήταν πρόεδρος του συλλόγου εκδοτών, πριν από 8-9 χρόνια, είχε πει ότι το συλλογικό ήθος καρποφορεί μόνον όταν το όνειρο γίνεται ζωή. Και η ζωή μετουσιώνεται σε όνειρο. Τώρα μιλάει. Απέναντί μου. Δίπλα σε δύο ποτήρια σαγκρία. Για τη ζωή που επιμένει να ονειρεύεται. Είναι ποταμός.

Τέτοιο συλλαλητήριο δεν έχω ξαναδεί. Ηταν η μεγαλύτερη πορεία στο κέντρο μεταδικτατορικά. Πάνω από 100.000 άνθρωποι όλων των ηλικιών και των αποχρώσεων να φωνάζουν συνθήματα που κάποτε «ανήκαν» μόνο σ' έναν συγκεκριμένο πολιτικό χώρο. Αυτό σημαίνει ότι η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο. Ο κόσμος έχει αγανακτήσει. Η υπομονή του εξαντλήθηκε. Τόσα χρόνια παίζουν στις πλάτες του ένα βρόμικο παιχνίδι. Αυτός ο κόσμος είναι ο τελικός αποδέκτης της αρρώστιας του πολιτικοκοινωνικού συστήματος της τελευταίας 35ετίας. Μετά τόσα χρόνια δημοκρατίας είναι δυνατόν να μην υπάρχει όνειρο και όραμα για έναν ολόκληρο λαό; Τους τα πήραν και έβαλαν στη θέση τους τον λογαριασμό από ένα μεγάλο φαγοπότι. Μετά τους λένε να τον πληρώσουν. Αυτοί. Πώς;

Λένε μήπως ήταν στόχος ο «Ιανός». Λένε ότι ο Βγενόπουλος δεν έπρεπε να ανοίξει την τράπεζα. Μα κι εμείς κλειστοί ήμασταν. Το μαγαζί απεργούσε. Εσπασαν την πόρτα. «Θα σε κάψω, εσένα», μου λέει. Θα του 'χαν πει: τον ψηλό, τον χοντρό, τον καραφλό... Αυτόν. Μπορεί να τον είχανε φέρει εδώ και την προηγούμενη μέρα να με δει, ξέρω 'γώ. Πού να ξέρω. Για μένα όλο το πράγμα βρομάει. Πολύ.

Από τον «Ζάρα» και μετά χτύπησαν όλα τα καταστήματα. Και τον «Κάουφμαν». Και το διπλανό με τα γυαλικά. Και στον «Μοσχούτη» βρέθηκε μολότοφ. Αν έπιανε φωτιά, θα ήταν τελειωμένο και το «Εσπέρια». Είναι η όγδοη φορά που επιτίθενται στον «Ιανό». Αυτός που έρχεται να κάψει έναν τέτοιο χώρο είναι εχθρός του πολιτισμού. Είναι ένα μηδενικό. Δεν έχει κανενός είδους σχέση με κανέναν ιδεολογικό χώρο.

Περιμέναμε ότι θα μας σπάσουν, όχι ότι θα πετάξουν μολότοφ μέσα στο μαγαζί. Κατεβήκαμε με τους πυροσβεστήρες να σβήσουμε τη φωτιά. Είχαν αρπάξει τα βιβλία. Ποιοι ήταν; Ποια πρόσωπα κρύβονταν κάτω απ' τις κουκούλες; Οταν γίνεται μια τέτοια επίθεση δεν μπορείς ποτέ να ξέρεις ποιοι βρίσκονται από πίσω. Ακούστηκαν πολλά για τον κόσμο των Εξαρχείων. Δεν τα πιστεύω. Δεν μπορεί τέτοια περιστατικά τυφλής βίας να προέρχονται από τον κόσμο των αντιεξουσιαστών. Αδύνατον. Ο αντιεξουσιαστικός χώρος είχε πάντα ιδεολογία. Οι περισσότεροι από αυτούς είναι φανατικοί πελάτες των βιβλιοπωλείων.

Συμπορεύτηκα με αυτόν τον χώρο από τον οποίον προήλθαν όλες οι ιδεολογικές ζυμώσεις μεταδικτατορικά. Ημουν δίπλα στη Σύλβια όταν καταστρεφόταν το τεράστιο αρχείο της «Διεθνούς Βιβλιοθήκης», με επιστολές του Αγη Στίνα, του Καστοριάδη κ.λπ. Η Σύλβια σήκωσε το πανό που έγραφε «Ελευθερία» στη Νομική το '73, μαζί με τον Μπαλή και τον Κωνσταντινίδη.

Ημουν παρών στην επίθεση που έγινε στο «Κάραβελ» το '85. Αλλά μέσα στο «Κάραβελ» βρισκόταν ο Λε Πεν, ο νέος ευρωπαϊκός φασισμός. Είχε έναν συμβολισμό αυτή η πράξη, ένα περιεχόμενο. Την ίδια χρονιά δολοφονείται ένας δεκαπεντάχρονος, ο Καλτεζάς, στα Εξάρχεια. Μπροστά στα μάτια μου. Η πρώτη αντίδραση ήταν να κλειστούν κάποια παιδιά στο Χημείο. Η δεύτερη ήταν να γίνει μια πολύ μεγάλη πορεία, στην οποία φυσικά δεν κάηκε η Αθήνα. Από τότε, βέβαια, άλλαξαν πολλά.

Να σου πω κάτι; Δεν φταίνε μόνον οι πιτσιρικάδες που δεν ξέρουν τι τους γίνεται.

Αυτή η γενιά έχει μεγαλώσει γύρω απ' τη βία, μαθαίνοντας ότι το μοναδικό όπλο για να αντιμετωπίσεις μια κατάσταση είναι αυτό. Πού να βρεθεί χώρος για όνειρα; Τα ποδοπάτησαν κάποιοι άλλοι, πριν. Τώρα τους ζητάμε και ευθύνες. Για τις ευθύνες τις δικές μας θα μιλήσει κανείς;

Μεγαλώνει ένα παιδί σήμερα και δεν υπάρχει κανείς να του πει μια λέξη. Μια λέξη. Βλέπει τον πολιτικό να είναι ο πρώτος που κλέβει την Εφορία. Βλέπει μια ολόκληρη πνευματική κιβωτό να εκποιείται, τους καλόγερους στο Αγιον Ορος να το 'χουν ρίξει στο real estate. Εχει έναν καθηγητή στο σχολείο ο οποίος δεν ξέρει τι να του διδάξει. Είναι αγράμματος. Το διαπιστώνω κάθε μέρα. Γιατί δεν υπάρχει παιδεία, υπάρχει ένα σύστημα εκπαίδευσης, όπου βρίσκουν δουλειά κάποιοι άνθρωποι. Πρωτοετής της Φιλοσοφικής και δεν έχει ανοίξει ένα εξωσχολικό βιβλίο. Ποτέ! Και έρχεται ο τεταρτοετής της Θεολογικής και λέει λάθος τα ονόματα! Αυτοί θα απαιτήσουν αύριο να μπουν στο Δημόσιο, να διδάξουν κ.λπ... Τα ζούμε κάθε μέρα αυτά.

Κληροδοτήθηκε σ' αυτή τη γενιά μια απόλυτη μοναξιά. Ενα μεγαλειώδες κενό. Είναι επόμενο να βγάλει μίσος. Μόνο. Και δεν μιλάω για ταξικό μίσος. Είναι ένα γενικό μίσος. Εναντίον όλων. Απέχθεια, απαρέσκεια. Κενό πολιτισμού.

Σ' αυτό εδώ το μαγαζί προσπάθησα να δώσω ρόλο σε πολλούς. Να κάνω μια ανασύνθεση και αναδιανομή ευκαιριών. Αυτό που προσφέρουμε εμείς εδώ είναι το φάρμακο για την κρίση. Το φάρμακο της ψυχής. Και του μυαλού. Μόνον ο πολιτισμός μάς έμεινε. Το βιβλίο. Το αναγνωστικό κοινό είναι η μόνη κοινωνική ομάδα που αντιστέκεται.


Τα ποτήρια έχουν αδειάσει. Η σαγκρία ποτέ δεν είναι αρκετή. Ηρθε ο Κάιν. Ο Ρασούλης. Σκέφτομαι την εποχή που τελειώνει. Την άλλη που αρχίζει. Τις μάσκες που φοράει ο κόσμος.

Εδώ και 2.500 χρόνια ζούμε με το φάντασμα ενός πολιτισμού ο οποίος δεν μας ανήκει. Μιλάμε εξ ονόματός του. Εκ του ασφαλούς. Κάποιοι θα βγουν να υπερασπιστούν το κράτος. Κάποιοι θα μιλήσουν για επανάσταση. Εδώ εμείς μιλάμε για πολιτισμό. Για ιδέες που είναι, καμιά φορά, αποτελεσματικότερες από σφαίρες.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=171482

Δευτέρα, 7 Ιουνίου 2010

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΘΑ ΜΑΣ ΚΑΝΕΙ ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΣΤΟΝ ΙΑΝΟ

Οι εκδόσεις Απόπειρα και το βιβλιοπωλείο Ιανός παρουσιάζουν το νέο μυθιστόρημα του Σταύρου Σταυρόπουλου, Ο έρωτας θα μας κάνει κομμάτια

την Τετάρτη 9 Ιουνίου στις 8 το βράδυ

Για το βιβλίο θα μιλήσουν:

ο συγγραφέας Γιάννης Ευσταθιάδης,
ο συγγραφέας Θανάσης Νιάρχος και
ο εκδότης και διευθυντής του Ιανού Βασίλης Χατζηιακώβου

Αποσπάσματα από το βιβλίο θα διαβάσει η σκηνοθέτις Έφη Θεοδώρου.

Ο μουσικός Θάνος Ανεστόπουλος (ex - Διάφανα Κρίνα) θα ζωγραφίσει επί σκηνής μια άλλη «Πολιτεία»- αυτή του έρωτα - και θα κλείσει τη βραδιά με ένα ανέκδοτο τραγούδι του.


Ιανός στην Αθήνα, Σταδίου 24, τηλ. 210/3217917
Απόπειρα, Ναυαρίνου 18-20, τηλ. 210 /3640817

Παρασκευή, 4 Ιουνίου 2010

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΑΓΝΗΤΟΤΑΙΝΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΣΙΝΑΣ


ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ μεσάνυχτα. Καταδικασμένα. Ποτέ άλλοτε δεν ξαναήχησε τέτοια σιωπή όταν κοιτάχτηκαν δυο άνθρωποι. Ολα ήταν στα μάτια της. Εκεί. Η γη έμοιαζε ακατοίκητη.
Καθηλωμένος σ' ένα μικρό τραπέζι, στο κέντρο του δωματίου, απέναντι σ' ένα παλιό κασετόφωνο. Κανένα παράθυρο. Πολλές ηχογραφημένες μαγνητοταινίες. Τακτοποιημένες σε κουτιά. Νεκροταφεία στιγμών. Χθες. Που ήταν αύριο. Θέλει να τις μασήσει. Να τις περάσει σκοινί στον λαιμό του, να τις ακουμπήσει στα μάτια του. Τα κουρασμένα από ομορφιά μάτια του. Δεν βλέπουν άλλο.

Ακραία καιρικά φαινόμενα. Η βροχή τού κόβει την ανάσα. Κάνει την απώλεια σπαρακτική. Το χαλάζι πέφτει μέσα του, του τρυπάει το στομάχι. Μπομπίνα, αριθμός 3.

Ακούει τη φωνή του να απαντά στη φωνή της. Θα θυμάσαι πώς κάναμε έρωτα; Θα θυμάται. Εξάρχεια, τριάντα τρία χρόνια πριν. Αντίο. Πολυαναμενόμενο. Με σημαιάκια.

ΕΛΕΥΣΙΝΑ μου. Ενα θαύμα στον ήλιο. Λαμπυρίζουν τα τραύματα. Ενα μισό φεγγάρι. Αυτή η πέτρα δεν θα γελάσει ποτέ. Ο πολιτισμός της είναι ραμμένος στη φόδρα της. Από πάνω φοράει ζακετάκι την αρχαία γη· για να μην κρυώνει. Τις νύχτες που φωτίζεται ο αρχαιολογικός χώρος νομίζεις πως μια πυρκαγιά βγαίνει απ' τα σπλάχνα της. Γύρω γύρω τα σπίτια. Τα μαγαζιά των ανθρώπων. Και η θάλασσα. Σάρκινος λόγος. Απλώνει τα πλοκάμια της έτοιμη να σε καταπιεί· για να σε ξαναγεννήσει σοφότερο. Στο λιμάνι κάνει βόλτα η Περσεφόνη. Θλιμμένη. Να ζήσουμε εδώ μια μέρα. Θα ζήσουμε;

Οδός Θησέως, μια αυλή σαν χαμόγελο. Μια καλοσυνάτη, μεγαλειώδης, ανυπεράσπιστη φτώχεια. Εδώ ονειρεύτηκε τη συνέχειά του. Οδός Θησέως, τον πέρασαν για Μινώταυρο. Κανείς δεν βγαίνει από τον λαβύρινθο της ψυχής. Κανείς. Δεν υπάρχει μίτος της Αριάδνης. Εξοδος ποτέ. Τελικά σε σκοτώνει αυτό που περισσότερο από οτιδήποτε άλλο αγάπησες. Ασυγχώρητα, διαδοχικά play. Μήπως και την ξαναφέρει κοντά. Το μαζί μόνο του. Θα θυμάσαι όπως σε φίλαγα; Θα θυμάται.

ΠΕΡΠΑΤΑΕΙ αργά στο δωμάτιο. Αναγνωρίζει τη φωνή του, είχε ακόμα χροιά.

Βασανιστικά βήματα. Πρέπει να ήταν τότε, στο Ερέχθειον, Κυριακή στο Θησείο. Ηταν τυχαίο που το ξενοδοχείο στην Ακρόπολη είχε το όνομα του μέρους που φιλονίκησαν η Αθηνά και ο Ποσειδώνας για την κυριαρχία της πόλης; Κλάμα. Οσο και να χτυπήσει, δεν θα φυτρώσουν άλλες ελιές. Του είχε δωρίσει ένα κασετόφωνο. Χωρισμός.

Ετσι κι αλλιώς μια μέρα θα χωρίσουμε. Από έρωτα, από θάνατο, από χρόνο. Θα 'θελα, όμως, να χωρίσουμε μαζί. Οχι χώρια(1).

Πέρασαν τόσα χρόνια και το κρατάει ακόμα. Τα κουμπιά του έχουν ξεβάψει από τον ιδρώτα των δακτύλων. Θα θυμάσαι τον τρόπο που αγκαλιαζόμαστε; Θα θυμάται. Ενα τελευταίο φιλί. Αγκάλιασέ με, κρυώνω.

ΓΥΡΙΖΕΙ λίγο την ταινία. Πατάει το play. Ξανά. Δεν μπορούμε να είμαστε μαζί. Πριν μπεις στην Ελευσίνα. Φωτιά. Με ρήμαξες. Σ' αγαπώ. Δεν γίνεται. Θα με πονέσεις;

Πονάει. Τριάντα τρία χρόνια μετά. Η ίδια μαγνητοταινία. Η ίδια φωνή. Η Ελευσίνα κολυμπάει εκτός των πόλεων. Την άφησα κάτω απ' το χαλάκι να αναπνέει καλώδια.

Δίπλα στο ιερό της Δήμητρας, ένας τάφος. Ενα μπουκέτο λουλούδια. Μια κενή θέση στο χώμα. Δίπλα. Μην κρυώνεις.

Ερχομαι.

(1). Νίκος Δήμου.

(2). Το κείμενο της σημερινής νύχτας είναι αφιερωμένο στην παράσταση που έδωσε ο Bob Wilson, στο «Θέατρο πέρα απ' τα όρια», για το έργο του Μπέκετ. Η τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ. Και σε κάτι άλλο. Ιερό. Σαν την Ελευσίνα.



ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=168899