Παρασκευή, 28 Μαΐου 2010

Ο ΚΑΙΡΟΣ ΤΕΛΕΙΩΣΕ



ΣΤΟ ΜΠΑΡ της Μαυρομιχάλη. Σφιγμένο χαμόγελο, για ζώνη ασφαλείας. Τα δόντια θυμίζουν κάστρο χωρίς πολεμίστρες. Οροσειρές ήττας. Μια αμήχανη μάσκα σκεπάζει το πρόσωπο: το μέσα δεν μπορεί να κρύψει πολλά. Καφέ κοντή φούστα, στο χρώμα του χώματος. Ανασηκωμένη. Από κάτω διαπρέπει το ριγωτό καλτσόν. Το σταύρωμα των ποδιών αφήνει να διαρρεύσουν τα μυστικά του θανάτου. Αρχαία, αλλά πάντα επίκαιρα. Χαρακτηριστικά τραβηγμένα. Στο ρετιρέ των χειλιών κάθεται μια ψεύτικη βεβαιότητα. Μαύρο κάστανο. Φεβρουαρίων σαράντα δύο. Μιλάει για τις κινήσεις της ψυχής, χωρίς ψυχή. Μεταμφιέσεις τού χτες. Της μνήμης. Του τώρα.

Η ΦΩΤΙΑ έχει σβήσει. Ούτε έρωτας ούτε θάνατος. Η πόλη έχει αποσύρει τα γεγονότα της· σχεδόν δεν υφίσταται. Ο,τι αποτελούσε τη μέχρι σήμερα πόλη έχει καεί μαζί της. Τα μάρμαρα είναι φτηνά, τα μαγαζιά γκρεμισμένα. Οι άνθρωποι κατακόμβες. Τα Εξάρχεια έχουν μετακομίσει. Στο Ζάλογγο.

Υποδύεται στάσεις, ανατροπές, συναισθήματα. Ανακατεύει μια στάχτη. Υποδύεται τη φωτιά λες και είναι ο Ηφαιστος. Η ερμηνεία έχει σαρώσει κάθε τι το πρωτεϊκό μέσα της. Είναι υπερβολικά σίγουρη: αν υπήρχαν θεατές, θα είχαν αποχωρήσει.

ΗΘΟΠΟΙΟΣ σημαίνει φως; Οχι, βέβαια. Ο Χατζιδάκις θα εννούσε τη Σάρα Μπερνάρ. Προτιμώ να είμαι, παρά να υποδύομαι. Να μιλάω, αντί να ερμηνεύω. Οι ερμηνείες σηκώνουν πολλές ερμηνείες. Προσπαθώ να κρατηθώ μακριά απ' αυτές. Πάμε μια βόλτα;

Να χτίσουμε ξανά αυτόν τον άσπρο ναό στον ήλιο. Μια διάσημη λωρίδα φωτός, αν ξεμείνουμε από γόνατα. Να περπατήσουμε πάνω στις χαραμάδες. Να χώσουμε το αυτί μας βαθιά στην άμμο. Με απελπισία. Μιλάω. Λέω. Βίκυ, Κριστίνα, Μπαρτσελόνα. Καμία Μαρία. Καμία φωτιά. Πουθενά.

Η ΠΟΛΗ σύντομα θα αναγκαστεί σε απομιμήσεις: στους δρόμους θα κυκλοφορούν μόνον ηθοποιοί που υποδύονται τους ηθοποιούς. Γεμίζουν τα κρεβάτια μας με σπασμένα ποδήλατα. Εκεί που χαλάει η φωνή. Και ραγίζει. Σαν μοναξιά δωρικού ρυθμού. Γιατί ήρθες; Πάλι.

Ψωμί και αλάτι, λοιπόν. Το επιστέγασμα. Ο θλιβερός απολογισμός ενός χωρισμένου μαζί. Το αλάτι για τις πληγές. Το ψωμί: τούτο εστί το σώμα μου. Φάε. Φάε. Θα φορέσω το στεφάνι και θα βγω μια βόλτα στο μέλλον. Που είναι πίσω μου. Το αίμα στο μέτωπο είναι καλυμένο με μέικ απ. Δεν με νοιάζει. Τώρα έχω πάρει μαθήματα. Τώρα ξέρω. Εχω τ' αστέρια. Εσύ φάε.

ΕΚΟΨΕ τα ποδαράκια από τα τελευταία στρατιωτάκια μου. Η παρέλαση δεν θα γίνει. Στο δωμάτιο οι τοίχοι είναι στρογγυλοί. Νομίζω πως ζω σε μια μεγάλη τσιχλόφουσκα. Φουσκώνει. Θα σκάσει. Το σπίτι θα σκάσει πάνω στα χείλη μου. Θα κολλήσω το στόμα μου στα μπετά του για να τιμωρηθεί. Και μετά;

Τίποτε. Τίποτε. Ούτε ήχοι. Ούτε βροχή. Ούτε μάχη. Μόνο μια τομή. Σαν χαντάκι. Ενα σεντόνι στο στόμα. Ενας ουρανός πεζοδρόμιο. Ακέφαλος.

Ας κάνει ό,τι καιρό θέλει. Ο καιρός τελείωσε.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=166736

ΚΙ ΕΔΩ ΑΚΟΥΣΤΕ ΤΗ
http://www.youtube.com/watch?v=W0ycraEdtu0

Παρασκευή, 21 Μαΐου 2010

ΝΑ ΣΤΡΩΝΕΙΣ ΤΑ ΣΕΝΤΟΝΙΑ ΜΕ ΞΥΡΑΦΑΚΙΑ



ΟΣΟ ΠΑΕΙ, απομακρύνεται. Σαν καράβι. Σε λίγο θα φαίνεται μόνον ο καπνός των φουγάρων της. Η σκόνη που σκεπάζει τον ουρανό μοιάζει με ακτινογραφία καπνιστή. Κανένα λιμάνι στον κόσμο δεν κατάφερε να δέσει ποτέ κανένα πλοίο.
Σε μερικούς ανθρώπους αρέσει να τα κοιτάζουν να φεύγουν, αναβοσβήνοντας τα φωτάκια τους. Ολοκληρώνονται μέσα απ' αυτή τη διαδικασία φυγής. Μέσα απ' αυτό που αδιανόητα και αδιάλειπτα θα λείπει. Ακόμη και όταν το 'χεις μπροστά σου, ένα μέρος του θα επιμένει να λείπει. Θα επιμένει να παραμένει αθέατο.

ΜΠΟΡΟΥΜΕ να κρατήσουμε τις στιγμές σε κουτιά; Αν ο χρόνος είναι σχετικός, αν η αποθήκευσή του σε ντάνες, φακέλους, συρτάρια μνήμης, προικοδοτεί το μέλλον, τότε δεν μπορεί να υπάρξει διάρκεια στο παρόν. Κονταίνουμε το παρόν για να το εμποδίσουμε να συμβεί; Ή για να το βοηθήσουμε να τελειώσει; Μήπως το μόνο που κάνουμε είναι να μην το αντέχουμε;
Πονάει. Μιλάς συνέχεια για τον απόηχο και χάνεται ο ήχος. Πονάει. Οταν δεν βλέπεις και δεν ακούς, το μόνο που σου μένει να κάνεις είναι να πονάς.

Η ΚΟΥΖΙΝΑ είναι βρόμικη, κάπου αναστενάζει μια βιόλα· από το άλμπουμ τής Καραΐνδρου. Πλένω με μανία τα πιάτα, υποβαστάζω έναν βαρύ έρωτα. Αν πέσει, θα με πλακώσει.
Τις νύχτες να θυμάσαι να στρώνεις τα σεντόνια με ξυραφάκια. Να θυμάσαι να πετάς τα σπασμένα γυαλιά στο πάτωμα και να χορεύουμε. Θέλω να νιώθω το κόψιμο αυτού που υπήρχε. Χωρισμός. Λέγε.

Οι άνθρωποι ερωτεύονται για είκοσι μέρες, προσπαθώντας να στριμώξουν εκεί είκοσι χρόνια. Κόβονται για δεκαπέντε. Συζητούν. Μετά νομίζουν ότι μιλάνε γι' αυτό που υπήρξε. Για την αλήθεια του. Και το τιμούν. Δεν καταλαβαίνω. Το ποίημα του Αναγνωστάκη αφορούσε μάλλον και σένα.

ΣΑΠΙΣΜΕΝΑ αισθήματα στο ψυγείο. Σε ληγμένες κονσέρβες. Μιας εβδομάδας, δύο, τριών. Αληθινά; Να καθαρίσουμε γιατί βρόμισε. Οταν ανοίγω την πόρτα με παίρνει η μπόχα. Η αρρώστια. Πόσο μου έλειψε. Το δωμάτιο είναι γεμάτο αίματα. Σοκολάτες. Πρέπει να βγω. Να βγω. Θα κάνω τις εκσκαφές στην Ελευσίνα. Εσύ να λες τις λέξεις: βαθύ, απόηχος, ματιά. Διαφορετικού πολιτισμού. Αγάπη. Να λες: μαζί, όλον, ουσιαστικά. Να τις απαγγέλλεις, όπως τα ποιήματα. Να τις εκφωνείς, καταστρέφοντάς τες. Εννοώντας τες με το αντίθετο νόημα. Προς όλους. Κάποτε πρέπει να πιστέψουμε. Ο ένας τον άλλον.

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ότι δεν έμαθα. Εμαθα. Να πλένω τα χέρια μου πριν φάω. Να ξεχωρίζω την ανακύκλωση στα σκουπίδια. Να ονομάζω το σκοτάδι από το φως των ματιών σου. Να ακουμπάω τους άλλους και να βάφω τα χέρια μου. Αλλά.
Οι λέξεις πάντα σημαίνουν. Για πολλούς αυτό που φοβούνται περισσότερο. Ή αυτό που είναι ανίκανοι να βιώσουν ως διάρκεια. Γιατί θα γκρεμιστούν.

Δεν υπάρχει κακό που να μου κάνει κακό. Πια. Εγιναν όλα.

Τα υπόλοιπα είναι ιστορία. Ακράδαντη.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=164403

ΚΙ ΕΔΩ ΑΚΟΥΣΤΕ ΤΗ

http://www.youtube.com/watch?v=PuF-fjp_ANA

Παρασκευή, 14 Μαΐου 2010

15α (ΟΛΟΜΟΝΑΧΟΙ ΜΑΖΙ)


ΤΟ ΣΠΙΤΙ ήταν έκπληκτο, η ψυχή του είχε μεγαλώσει. Απ' τα αγκαλιασμένα σώματα έπεφταν συνεχώς διαλυμένα μηνύματα. Ενα ψαλίδι έκοβε τις λέξεις στη μέση και τις μοίραζε στο πάτωμα. Πολλά βιβλία σκορπισμένα στα ράφια, πεθαμένη Τέχνη παντού: Το βολικό άλλοθι του θανάτου.

Ενα πόστερ του Βαν Γκονγκ κρεμόταν στο κεφάλι μου. Το φως ήταν καθηλωμένο. Μια αγκαλιά: Σαν εκκλησία. Σπάνιας ομορφιάς. Πάνω στο καθιστικό ένα κόκκινο ριχτάρι κρατούσε σημειώσεις απ' τα κορμιά που έτρεμαν· το ένα από την ανάγκη του άλλου. Η ακραία ηδονή είναι ακραία οδύνη. Στους τοίχους σημάδια από σοκολάτα. Από Μπαχ. Από Γκαίτε. Βέρθερος. Ο καταστροφικός του έρωτας για τη Λότε, διακόσια τριάντα έξι χρόνια πριν. Θα μου φέρεις νερό; Μάλιστα.

ΥΠΗΡΧΕ ζωή και παλαιότερα. Τουλάχιστον έτσι λένε οι ενδείξεις. Ετσι παραδέχονται οι ωτακουστές. Είχαν χαθεί κάποια βήματα, αλλά δεν ήταν σημαντικό. Ο χορός θα μπορούσε να διαρκέσει.

Μια νύχτα κλείδωσες όλες τις νύχτες μέσα στη μαύρη καπαρντίνα των ματιών σου και προχώρησες. Απέναντι η μέρα πολεμούσε. Με τα μικρά της χεράκια. Με τις διάφανες λίμνες της. Στον λόφο του Φιλοπάππου, στους πρόποδες της Πνύκας, εκεί που κατά την αρχαιότητα κήρυτταν σπουδαίοι ρήτορες, όπως ο Δημοσθένης. Εβγαζες πάλι λόγο. Χωρίς λόγο. Θα μου κάνεις κακό;

Ο ΕΡΩΤΑΣ θα μας κάνει κομμάτια. Μου είναι αφόρητο να δω αυτό το θεμελιώδες ξεπέρασμα. Ο Παρθενώνας, κομμάτια. Ο Λουμπαρδιάρης, κομμάτια. Θέλω να παντρευτώ εδώ. Για μία μέρα. Η πεμπτουσία του εφικτού είναι το ανέφικτο. Οι άνθρωποι ζουν γι' αυτό. Για να μην αντέχουν να φτάσουν αυτό που φοβούνται να φτάσουν. Θυσιάζουν τους άλλους για να μη θυσιάσουν τον εαυτό τους. Τον θυσιασμένο. Λένε: Αγάπη μου.

ΓΙΑ ΝΥΧΤΕΣ σε μύριζα. Τέλειωσε η οσμή μου πάνω σου. Τα μάτια μου. Η αφή μου. Εφτασαν πάνω σου. Για την ισόβια ζωή. Ελεγα: Να μου μιλάς στα ρωσικά. Καταλαβαίνω καλύτερα τη γλώσσα τού Πούσκιν από τη γλώσσα τού έρωτα. Σήκωσέ το, χτυπάει. Χτυπάει. Να μιλάς στις γωνίες. Αυτό στα αρχαία ελληνικά λέγεται δειλία. Λέγεται κρύβομαι γιατί δεν αντέχω.

Από τη γλώσσα των σωμάτων περάσαμε στη γλώσσα των ψυχών. Πόλεμος. Ανελέητος. Σε φοβάμαι. Το κρεβάτι είναι ανάποδα. Κράτα με. Ποιος είναι αυτός στην πόρτα; Φίλα με.

Ολομόναχοι μαζί. Σ' έναν σιδερένιο σταυρό. Καρφωμένοι. Μαζί. Γράφε, γράφε. Τα χεράκια σου, ένα αναρριχώμενο φυτό στα κάγκελα. Θέλω να τα φιλήσω. Θα μου κάνεις κακό;

Μόνοι μαζί. Εξω η πόλη, οι δρόμοι, οι γειτονιές, σαν πρώτη φορά. Ταβέρνες σαν πολιτιστικά μνημεία. Ο ναός της Αφαίας. Στην Αίγινα. Μια φωτογραφία. Θα φτάσουμε στο 2046;

ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ στη Σταύρωση. Από τα Χριστούγεννα στο Πάσχα. Ανάμεσά τους ένα απροστάτευτο φως. Φύσηξες. Διανύθηκε μια διαδρομή τριάντα τριών χρόνων. Σε τρεις μήνες. Το φως τρεμόπαιξε. Κάποιος έκλεισε τη φωνή.

Κάποτε ανέπνεες απ' το στόμα μου. Χθες. Ηταν αλήθεια; Αληθινό είναι μόνον ότι ονειρευόμαστε. Ονειρεύτηκα. Ηταν σπουδαίο. Σπουδαίο. Μετά, φύσηξες ξανά. Με όλη σου τη δύναμη. Το φως έσβησε. Ο διακόπτης χάλασε.

Δεν είχε προλάβει ούτε να θολώσει το νερό στα βάζα. Ούτε να στεγνώσουμε. Ούτε καν να ξημερώσει.



ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=161933

ΚΙ ΕΔΩ ΑΚΟΥΣΤΕ ΤΟ SOUNDTRACΚ
http://www.youtube.com/watch?v=Ar03uKEJSnQ

Πέμπτη, 13 Μαΐου 2010

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΘΑ ΜΑΣ ΚΑΝΕΙ ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΣΙΝΑ


Την Κυριακή 16/5/2010, στις 19:00, η Ομάδα Βιβλίου του Εργαστηρίου παρουσιάζει το βιβλίο του Σταύρου Σταυρόπουλου, Ο έρωτας θα μας κάνει κομμάτια.

Επιμέλεια παρουσίασης: Θανάσης Βαβλίδας
Διαβάζει και απαγγέλει η Πόπη Παπαγγελή

Συμμετέχουν:
Τραγούδι: Μαρίνα Τσουρέ - Βιργινία Παυλοπούλου
Πιάνο: Δημήτρης Ανδρώνης

Θριάσιος Μουσική Σχολή
Δραγούμη 31 - Παραλία Ελευσίνας
(Πεζόδρομος ΙΚΑ)

ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ
http://www.art-club-elefsis.gr/portal/index.php?option=com_content&task=view&id=131&Itemid=1

Τρίτη, 11 Μαΐου 2010

ΚΟΜΜΑΤΙΑ




***
ΕΙΝΑΙ MIA ιστορία που στάζει. Λες και μόλις βγήκε απ’ τη θάλασσα. Πρέπει να τη σκεπάσω, θα κρυώνουν οι λέ­ξεις της. Η ήβη, πάντα αλμυρή. Ένα χαμηλοτάβανο σπίτι με γεύση ξινού ροδάκινου. Μ’ αρέσει να την κοιτάζω. Εκεί σταματάει η μνήμη. Σωπαίνουν τα πράγματα.

Πώς να γράψει κανείς πάνω στο νερό ;

***
ΕΧΩΣΑ τη γλώσσα μου τόσο βαθιά που ήταν σαν να έγλειφα το παρελθόν της. Όπως βυθίζεις ένα μπισκότο στο γάλα. Το αιδοίο της τεντώθηκε σαν καλώδιο και άνοιξε εντελώς. Η μήτρα της αναποδογύρισε. Έλιωσε σαν καραμέλα στο στόμα μου. Το στρίφωμα της σάρκας της άρχισε να υποχωρεί. Τα σωθικά της γκρεμίστηκαν απ’ τη θέση τους και πλημμύρισαν το πρόσωπό μου, τον απέναντι δρόμο, τον κόσμο όλο.

Ήταν σαν να είχε σπάσει κάποιος κεντρικός αγωγός, ένας γιγαντιαίος σωλήνας, η υδροροή ενός μπαλκονιού. Και έβρεχε, έβρεχε, έβρεχε. Στη πραγματικότητα, είχαμε σπάσει εμείς. Για την ακρίβεια : είχαμε γίνει κομμάτια.

(απόσπασμα από το βιβλίο Ο ΕΡΩΤΑΣ ΘΑ ΜΑΣ ΚΑΝΕΙ ΚΟΜΜΑΤΙΑ, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Απόπειρα)

Κυριακή, 9 Μαΐου 2010

ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ



Γ- Που πας;
Α- Κάπου έτσι… γενικά, να την πέσω…
Γ- Τι γίνεται απάνω;
Α- Απάνω… τι γίνεται απάνω; Εντάξει, όλα καλά απάνω…
Γ- Κοίτα… κοίτα. Άμα θέλεις να κοιμηθούμε μαζί, εντάξει.
Α- Ξέρεις κάτι;
Γ- Τι;
Α- Δε μ’ αρέσει έτσι.
Γ- Και πως το περίμενες δηλαδή;
Α- Δε ξέρω, δε ξέρω. Κάπως αλλιώς, πάντως όχι έτσι.
Πάω μια βόλτα στο δρόμο.

Τουλάχιστον αν όλα αυτά δε γίνονται από φόβο, ή από ανία, ή από συναδελφική διάθεση...
Μ’ αγαπάς λίγο;
Γ- Όχι μεγάλα λόγια, δεν είπαμε;
Α- Δηλαδή με σένα πως γίνεται; Κατεβάζουμε το φερμουάρ, ξεκουμπώνουμε το παντελόνι, παπ, τελειώσαμε.
Γ- Δε με παίρνει για περισσότερα.
Α- Αα, μάλιστα... Άκου τώρα το μάθημα της ανατομίας:
Αυτός εδώ είναι ο εγκέφαλος. Ο εγκέφαλος.
Που διψάει γι αλήθεια και ποτέ δεν του δίνουμε αρκετή και ποτέ δε χορταίνει.
Κι αυτή εδώ είναι η κοιλιά, που διψάει για τροφή.
Κι αυτό εδώ κάτω είναι το φύλο.
Που διψάει για έρωτα γιατί νιώθει μοναξιά πότε-πότε.
Εγώ στη ζωή μου τα ‘θρεψα.
Τα χόρτασα και τα τρία, όσο μπορούσα κι όσο ήθελα.
Εσύ μπορεί τη κοιλιά σου λίγο,
με φασκόμηλο βέβαια,
αλλά από αλήθεια, από έρωτα,
Τίποτα, τίποτα. Τίποτα.
Μόνο φουσκωμένα λόγια και καμώματα και πόζες.
(της αφήνει το χέρι)


Το μάθημα τελείωσε, ε;
Μπορείς να πηγαίνεις.

Α: Άντρας

Γ: Γυναίκα

(διάλογος ανάμεσα στον Τάκη Μόσχο και την Δώρα Μασκλαβάνου από την ταινία ΓΛΥΚΙΑ ΣΥΜΜΟΡΙΑ του Νίκου Νικολαίδη)


ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ

Σ.Σ.

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ
http://www.youtube.com/watch?v=AG1ptonpWoY

Παρασκευή, 7 Μαΐου 2010

ΣΑΛΑΜΙΝΑ ΞΑΝΑ

ΚΑΘΟΜΑΙ εδώ, σ' αυτή τη σκοτεινή γωνιά της γης, που τη φροντίζουν μόνο κάτι νυχτερινά φωτάκια, και αναλογίζομαι τι δεν πήγε καλά. Τι απ' όλα όσα έπρεπε να έχουν συμβεί δεν συνέβη. Στους τοίχους υπάρχουν τριαντάφυλλα, το ντεκόρ είναι φτηνό. Ενα τσιγάρο καίει άδικα, ο καπνός του κάνει δακτυλίδια και συναντά το ταβάνι.

Στο κρεβάτι μου κοιμάται μια γυναίκα. Είναι σκεπασμένη μέχρι επάνω με μια κουβέρτα, στην καρέκλα είναι κρεμασμένο ένα λινό φόρεμα. Τα μαύρα μαλλιά της, όπως γαντζώνονται απ' το άσπρο, τσαλακωμένο μαξιλάρι, αφήνουν μια στάμπα θανάτου στο δωμάτιο: Σαν οριστική καληνύχτα.

ΚΑΜΙΑ ναυμαχία δεν έχει προηγηθεί, πριν αρχίσουν οι πρώτοι πυροβολισμοί υψώθηκε από τα πλοία λευκή σημαία. Ο καθένας θα παραδώσει ήσυχα τους αιχμαλώτους του, οι βάρκες ήδη κατεβαίνουν.

Απ' το μπαλκόνι η θάλασσα λες και θέλει να μπει μέσα, την εμποδίζουν κάτι λεπτές κουρτίνες. Οι μεμβράνες του έρωτα. Το βράδυ η θάλασσα χάνει το μπλε της και γεμίζει πίσσα. Το σκοτάδι γίνεται μαρτύριο. Ξεχειλίζουν τα μάτια μου πάνω σ' αυτή την αδιανόητα μαύρη επιδερμίδα. Τι να υπάρχει άραγε εκεί; Πόσα αφανέρωτα κομμάτια είναι κρυμμένα στον βυθό της;

Προσπαθώ να περιγράψω το εσωτερικό μου με εξωτερικό τρόπο. Κανείς δεν μπορεί να νικήσει τη νύχτα. Οι σκέψεις που κάνει χάνονται, σαν να τις ρουφούν τα φαντάσματα. Και μετά. Δεν υπάρχουν ίχνη. Μόνο απολεσθέντα κοσμήματα.

Κουράστηκα να κουβαλάω το ίδιο νερό από το βουνό και πριν φτάσω στη πόλη να χύνεται. Θα τελειώσει το νερό κι εγώ θα είμαι ακόμη διψασμένος. Μια λύση είναι να σταματήσεις να ονειρεύεσαι. Οσο περισσότερο ονειρεύεσαι τόσο περισσότερο διψάς. Η δίψα είναι χαρακτηριστικό όσων τους έχει αρπάξει απ' τα μαλλιά το μη πραγματοποιήσιμο. Οσων έχουν στοιχηματίσει τη ζωή τους υπέρ της φαντασίας. Η ουτοπία του χρόνου μεγαλώνει μαζί τους. Αν μπορούσα θα τον σταματούσα. Μόνο κακά φέρνει. Αν μπορούσα. Δεν μπορώ όμως.

ΣΤΑ Εξάρχεια των αρχών του '80 είχα δει ένα σύνθημα: Οι νύχτες μου είναι πιο όμορφες από τις μέρες σας. Νομίζω πως είναι τίτλος βιβλίου της Ραφαέλ Μπιγιεντού, μιας νεαρής Γαλλίδας. Το νιώθω. Η γιορτή της σάρκας είναι εξίσου σημαντική με τη γιορτή της ψυχής. Αρκεί να είναι αληθινή.

Το φεγγάρι δεν βγήκε σήμερα. Θα διασκέδαζε χτες μέχρι αργά. Εμεινα μόνο εγώ να φροντίζω τη νύχτα. Να χτενίζω τα μαλλιά της με τα νύχια μου.

Μόνο εγώ, να κοιτάζω ένα άσπρο, τσαλακωμένο μαξιλάρι.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ

http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=159265

Πέμπτη, 6 Μαΐου 2010

ΕΝΑ ΚΟΛΑΖ ΑΠΟ ΗΛΙΟΥΣ



(1). Λευκών Ορέων και Τροίας, πεζούλι αριθμός τέσσερα. Εξωτερικά ιατρεία. Αναισθησιολόγοι, επιμελητές, χειρούργοι. Όλοι τους ανειδίκευτοι. Κόβω φυλλαράκια για να της τα δώσω. Ένα στρογγυλό λεμόνι για να μάθει να κλωτσάει τη ζωή και να περνάει. Μακάρι να μπορούσα να κόψω και χρόνο. Να τον βάλω στα χεράκια της και να φύγουμε.


(2). Όταν πλησιάζει το κεφάλι της στο μήλο και δαγκώνει με δύναμη απ' την δική της μεριά, το κομμάτι που βρίσκεται στο στόμα μου αντιστέκεται. Δεν την αφήνω να μου το πάρει. Δεν θέλω να μάθει από τόσο νωρίς ότι η νίκη είναι εύκολη υπόθεση.


(3). Τα όνειρά της, ένα κολάζ από ήλιους. Από παράνομες πραγματικότητες, από σημαδεμένες λέξεις, από στριμωγμένους αποχαιρετισμούς.

(από το βιβλίο μου Ο ΕΡΩΤΑΣ ΘΑ ΜΑΣ ΚΑΝΕΙ ΚΟΜΜΑΤΙΑ, εκδ. Απόπειρα)