Δευτέρα, 29 Μαρτίου 2010

ΕΡΩΤΑΣ ...ΣΕ ΛΙΓΟ


Το βιβλίο αυτό αποτελεί μια αγγελία μυθιστορήματος. Θυροκολλημένη έξω από την σκηνοθεσία της γλωσσικής παρακαταθήκης και των δεδομένων του Κανόνα.
Ύστερα από τόσες και τέτοιες φορμαλιστικές καταχρήσεις, παραδίδεται επιτέλους στις λέξεις — αυτές τις λίγες λέξεις που έμειναν — ο τάφος που τους αξίζει. Έχουν επιζήσει οι πιο καθαρές. Αυτές που, όπως και η ηρωίνη, έχουν την ύστατη ευκαιρία της απομάγευσης. Ο ελλειμματικός τους χαρακτήρας προδίδει σήμερα και το εύρος της παρέμβασής τους: Όλα έχουν ειπωθεί. Όλα;

Το «Ο έρωτας θα μας κάνει κομμάτια», ως διακύβευμα, συγγενεύει με το παλιό μυθιστόρημα σε ό,τι αφορά την εικόνα της ιστορίας που μένει να ειπωθεί, διατηρώντας όμως, τη μοναξιά μιας καλειδοσκοπικής γραφής.
Κείμενο υβριδικό, όπου συγχωνεύονται γοητευτικά και υποδόρια, ο τόπος και η ουτοπία. Οι ψηφίδες των φράσεων αθετούν εδώ τις ειδολογικές προκαταλήψεις, ενθέτοντας τις λέξεις, ως εικαστικό σώμα, στο κέντρο της αφήγησης – που παραλείπει ότι ονομάζεται πλοκή. Το πρώτο ενικό, η αυτοαναφορικότητα, είναι ουσιαστικά η συνθήκη που επιτρέπει να μιλήσεις για το «άλλο».

Η ηλικία του έρωτα είναι η ηλικία του θανάτου. Ταυτιζόμενη συγχρόνως, με έναν σχεδόν καταδικαστικό τρόπο, και με το δικαίωμα μιας νέας γέννησης. Μια έξοδος κινδύνου, μια ποιητική δοκιμή, ένα τρομώδες παραλήρημα υπάρχει εκεί που το λογοτεχνικό οικοδόμημα καταστρέφεται. Κάτω από το χαλάκι της μορφής, στην εξώπορτα, παραμονεύει η νέα σύνθεση.

Το τέλος όλων αυτών, σ’ έναν κόσμο που απλώς ακροάζεται το τέλος του, είναι αυτό το βιβλίο.

Το τέλος του έρωτα είναι ο έρωτας.


Την άλλη Πέμπτη 8 Απριλίου κυκλοφορεί το νέο βιβλίο μου Ο ΕΡΩΤΑΣ ΘΑ ΜΑΣ ΚΑΝΕΙ ΚΟΜΜΑΤΙΑ από τις εκδόσεις Απόπειρα.

Παρασκευή, 26 Μαρτίου 2010

ΤΡΙΤΟΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ



Το παράξενο με τις αλλαγές είναι ότι συντελούνται ή ότι όταν συντελούνται δεν τις αντιλαμβανόμαστε; Ζούμε ποτέ για να τις αντιληφθούμε; Πόσες φορές μπορεί να πεθάνει κανείς; Τελικά, κυκλοφορούμε με τη ναφθαλίνη στις τσέπες; Για να μη βρομίσει το πτώμα μας; Για να γίνουν αεικίνητες οι εμμονές μας; Αυτό που πεθαίνει δεν πρέπει πρώτα να έχει ζήσει στην πραγματική πραγματικότητα; Υπάρχει τέτοια ή την δημιουργούμε εμείς;
Η δύναμη που σου εδόθη είναι μόνο για να αντέχεις; Πόσες φορές έχεις πει δεν μπορώ άλλο; Γιατί συνεχίζεις να μπορείς με τον ίδιο τρόπο; Γιατί έτσι είθισται;

Υπάρχει ο κόσμος των δυνατών ιδεών ή τον επικαλείται ο καθένας για να εξυπηρετεί τις ανάγκες του; Τις νύχτες φοβάσαι μην εκπυρσοκροτήσουν τα μάτια σου; Αν ο Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος δεν είναι ο έρωτας, τότε ποιος είναι; Ποιος παράξενος άνεμος μας έφερε ώς εδώ;

Μπορείς να αδειάσεις μια θάλασσα; Πώς; Οπως αδειάζεις ένα μπουκάλι κρασί; Ή όπως αδειάζεις τον άλλον; Ο ήλιος που βγαίνει κάθε μέρα σε ζεσταίνει ή σε τυφλώνει; Εκπέμπουμε όλοι σε διαφορετικούς κόσμους; Μας έχουν παραχωρήσει διαφορετικές συχνότητες; Και λοιπόν; Ποιους περιλαμβάνει η μπάντα; Ολους; Ποιος έδωσε άδεια σε τόσα ερασιτεχνικά οράματα;

Τι ακριβώς σημαίνει η λέξη κουράστηκα; Μήπως ότι κουράστηκα κάθε μέρα να σφουγγαρίζω φαντάσματα; Μέχρι να με λυπηθούν οι ιστορίες; Λυπούνται οι λέξεις; Δείχνουν περισσότερη ευσπλαχνία απ' τους ανθρώπους;

Οταν λες σ' αγαπώ μιλάς στον εαυτό σου, αλλά κοιτάζεις τον άλλον; Δεν μπερδεύεσαι;

Το ζήτημα είναι ότι σου έχουν επιβληθεί οι βεβαιότητες ή ότι κάποιοι καθορίζουν και τις αρνήσεις σου; Επειτα φταίνε τα ποτάμια; Οι απέναντι όχθες; Το Σύμπαν καταρρέει σιγά σιγά ή εμείς; Το βράδυ, όταν μένεις μόνη, καμιά φορά κλείνεις το φως; Και κλαις;

Χρεοκοπούν πρώτα οι συμπεριφορές και μετά οι κοινωνίες των ανθρώπων; Οταν είσαι μικρός γιατί θες να δείχνεις μεγάλος; Επειδή δεν αντέχεις τον εαυτό σου; Αντέχει το σώμα τόσα αγγίγματα; Πόσα απ' αυτά υπήρξαν αληθινά; Πόσα εγωιστικά; Μπορείς να μου αναφέρεις δυο-τρία συναισθήματα εκτός της ζήλιας; Γιατί όταν φοβάσαι οπισθοχωρείς; Ετσι τελειώνουν τα βλέμματα; Επειδή είναι της πόλης; Επειδή στις καρδιές των ανθρώπων βραδιάζει νωρίς;

Νύχτα είναι, θα περάσει; Κι αν δεν περάσει ποτέ; Αν κάθε μέρα νυχτώνει όλο και περισσότερο; Προς τα πού πεθαίνει κανείς; Υπάρχει κάποιο ασφαλές μέρος της άνοιξης;

Και μετά; Από πού θα φύγω; Πώς γίνεται να βρω τον τρόπο να φύγω; Τι θα γινόταν αν μπορούσα να φύγω; Θα έφευγα; Με ποιον θα έφευγα; Πώς μπορώ να εξασφαλίσω ότι θα φύγω; Θέλω να φύγω; Αν φύγω, θα φύγω; Ποιος θα φύγει, εγώ ή ο ρόλος μου;


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=145070

Παρασκευή, 19 Μαρτίου 2010

Η ΠΑΤΙ ΣΜΙΘ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΣΙΝΑ


Η ΓΥΝΑΙΚΑ που ζωγράφιζε ποιήματα με την άκρη των ματιών της ήταν ντυμένη στα μαύρα.
Φορούσε ένα μαύρο κοντό φόρεμα με δαντέλα, από μέσα μαύρο καλτσόν. Στο λαιμό της ήταν περασμένο ένα μακρύ δάσος. Τα κρόσσια του έφταναν ώς τους αγκώνες, αγκάλιαζαν τους μηρούς και κατέβαιναν.

Σε μια γωνιά, κάτω στο ξύλινο πάτωμα, ήταν παρατημένη μια κιθάρα. Το φως που έμπαινε απ' το ανοιχτό παράθυρο έκανε τους μαγνήτες της να αστράφτουν. Ετσι όπως ήταν ο χώρος σκοτεινός, νόμιζες ότι απ' την κιθάρα ξεκινούσε μια φαρδιά γραμμή φωτός που θα σε περνούσε απέναντι.

Απέναντι βρισκόταν ο αρχαίος πολιτισμός της Ελευσίνας, υπολείμματα από ρωμαϊκά αντίγραφα και δωρικές κολόνες, το ιερό της θεάς Δήμητρας. Στο κέντρο των Τελεστηρίων -το άδυτο της ελευσινιακής λατρείας- έμπαινε μόνον ο ιεροφάντης.

Είχε γράψει μερικά ποιήματα με τα μάτια της, μερικά τραγούδια με τα ξέφτια του κορμιού της. Επειδή η νύχτα ανήκει στους εραστές. Επειδή το σώμα πονάει γιατί θέλει να φτάσει αυτό που θα ήθελε να συμβεί. Επειδή τώρα που μεγαλώσαμε, αργεί να νυχτώσει. Είχε έρθει για μένα. Στην Ελευσίνα μια φορά. Και λεγόταν Πάτι Σμιθ.

Ενα σώμα που φυλακίζεται θέλει να επιστρέψει. Να γίνει ερπετό, σκορπιός που δαγκώνει την ουρά του. Δεν του είναι αρκετό. Απομνημονεύει τις κινήσεις, θυμάται τους κυματισμούς που κάνει ο χρόνος μέσα του. Σκοπεύει να μεταμορφωθεί. Το πέλμα γυμνό, λυγισμένο· σαν χαλασμένο κεφαλαίο γράμμα που ντρέπεται για το ύψος του. Ζητά τη διασάλευση της ιστορίας, τον θάνατο των έντεχνων κραυγών.

Η ζωή είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση αν αυτός που τη ζει την κάνει ενδιαφέρουσα. Και κυρίως, αν ο ίδιος είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση. Η Πάτι Σμιθ ήταν πάντα από την Ελευσίνα. Εμενε πάντα στο Καλλίχορον Φρέαρ, είχε πάντα να αναμετρηθεί με τα ερείπια.

Εσπρωξε την πόρτα και μπήκε. Κάποια σανίδια ήταν βγαλμένα. Καθόμουν στο πάτωμα με το βλέμμα καρφωμένο στον τοίχο. Δίπλα μου ο Αισχύλος είχε μείνει άγαλμα. Μου έπαιξε ένα τραγούδι των Ramones, κανείς δεν είχε βάλει τίποτε στο ποτό μου. Μετά πήγε προς το παράθυρο. Να. Βλέπεις εκεί; Στα Μεγάλα Προπύλαια, την κύρια είσοδο στο τέμενος. Χτίστηκαν επί Ρωμαίων και αντιγράφουν τα αμφιπρόστυλα προπύλαια της Ακρόπολης των Αθηνών. Εκεί γεννήθηκα. Σ' ένα σπίτι από φωτιά. Προμηθεϊκή. Σε ένα δωμάτιο από ιερά μανιτάρια. Του έρωτα.

Εξι μήνες στον πάνω κόσμο, έξι μήνες στον Αδη. Καταδυόμουν κι ανέβαινα. Μετά ήρθε ο χριστιανισμός. Η μουσική τελείωσε. Και κρύφτηκα στην κιθάρα σου.

Θέλω να την αγγίξεις. Να με αγγίξεις. Να κάνουμε μουσική. Ξανά.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=143064

BECAUSE THE NIGHT. ONCE IN ELEFSINA.
http://rosetabooks.wordpress.com/2010/03/20/%CE%B7-%CF%80%CE%AC%CF%84%CE%B9-%CF%83%CE%BC%CE%B9%CE%B8-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%AF%CE%BD%CE%B1-%CE%B7-%CE%B3%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%AF%CE%BA%CE%B1-%CF%80%CE%BF/

Παρασκευή, 12 Μαρτίου 2010

ΣΤΑ ΤΖΑΜΙΑ ΤΩΝ ΜΑΤΙΩΝ ΣΟΥ, Η ΒΡΟΧΗ



ΕΙΧΕ περάσει καιρός. Μπορεί μήνες ή χρόνια. Τότε που δεν υπήρχε δρόμος και τον έφτιαχνα προχωρώντας. Τον έσκαβα με τα νύχια μου. Φαινόταν σαν ένας ολόκληρος κόσμος ιδεών να είχε μετακινηθεί απ' τη θέση του. Σιωπές που γκρεμίστηκαν απ' τα κάστρα τους και μαζεύτηκαν κουβάρι στα πόδια του χρόνου.

Μια άδικη άνοιξη. Ενας νικημένος στρατός. Κάποτε καταλαγιάζει. Πέφτει. Κάνει να φύγει. Αλλά μετά, όλο έρχεται. Διεκδικητικό, όπως ένα κενό που μεγαλώνει. Θέλω αυτό το χαμένο κενό στις ειδήσεις που παίζουν τα γραμμένα σύννεφα. Πάνω σου. Θέλω να κυλάω σαν μαγνητοταινία, στις λάσπες. Θέλω ραμμένα στα μάτια σου τα τελευταία μαθήματα πιάνου. Να με λεηλατείς. Μ' ένα ιλιγγιώδες παράπτωμα. Θέλω. Να με πονούν οι μέλισσες. Στο κορμί.

ΜΑΣ ΠΗΡΑΝ όλους τους επιλόγους. Δεν μας άφησαν να γράψουμε ούτε έναν. Μας πήραν το τέλος από το στόμα. Ολους τους ενεστώτες των εκδρομών μας. Και μας έδωσαν να κρατάμε ένα συνταγολόγιο για θλιμμένους. Μας έβαλαν στα χέρια μια φαρμακευτική αγωγή. Κατά των ψυχών. Μια δειλή εκτίμηση μέλλοντος που να εξυπηρετεί το παρόν τους. Κι ένα ζευγάρι γυαλιά. Μαύρα. Για να μπορούμε να βλέπουμε χωρίς πόνο αυτό που περισσότερο απ' όλα πιστέψαμε. Μετά απομακρύνθηκαν.

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ δεν περιγράφει τον κόσμο, συμμετέχει στη δημιουργία του, λέει ο Αντρέι Ταρκόφσκι. Δεν ξέρω αν μπορώ. Αν γίνεται να τα καταφέρω μέσα σε τόσο θάνατο.

Πώς πεθαίνουν οι πεταλούδες; Κοίτα, το τέλος μιας πτήσης. Κάθε μέρα τελειώνει μια μέρα. Στην πεταλούδα τελειώνουν όλα. Στους ανθρώπους μάλλον αναβάλλονται. Εχουν μάθει να πετούν χαμηλά. Με αναμμένα τα φώτα προσγείωσης - για λόγους ασφαλείας. Φαίνεται η ομορφιά, αλλά σε πίξελ. Εγκαίρως παραμορφωμένη. Δεν έχει το ρίσκο της πεταλούδας.

ΣΤΑ ΤΖΑΜΙΑ των ματιών σου κυλάει πάλι η βροχή. Στολίζει τους κήπους μας. Κλειστά παραθυρόφυλλα, σφαλιστά. Τα ξύλα τους έχουν φαγωθεί. Η νύχτα είναι άυπνη. Γιατί πονάμε; Μήπως γιατί αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος να αισθανόμαστε ζωντανοί; Το αντίθετο του πόνου δεν είναι η χαρά, είναι η μη ζωή. Αυτή που συνηθίζεται στους δρόμους.

Επειτα ξύπνησα και σε είδα. Πλάι μου. Σε τυραννούσαν οι ομορφιές - οι φόνισσες. Ανέβαιναν το βουνό που υπήρχε στο στήθος μου. Το διέσχιζαν κάθετα. Με φως.

ΚΑΝΕ ΜΟΥ έναν κατάλογο με τα πράγματα που πρέπει να κόψω τώρα, κάνε μου. Απ' αυτά τα καλά, για το καλό μου. Και μετά, κρέμασέ με στην ντουλάπα σου, αποσμητικό δωματίου, για να μυρίζω όπως σου αρέσει. Πάλι θα το σκάσω. Πάλι.

Αλλά αυτή τη φορά, θα είναι προς το μέρος μου.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=140307

Δευτέρα, 8 Μαρτίου 2010

ΕΙΝΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ ΕΝΑ ΚΑΝΤΗΛΙ




Με τον τίτλο ΕΙΝΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ ΕΝΑ ΚΑΝΤΗΛΙ ξεκίνησε την Δευτέρα 1η Μαρτίου στον πολυχώρο των εκδόσεων Μεταίχμιο (Ιπποκράτους 118 ) η έκθεση ζωγραφικής - κατασκευών του ΑΣΤΕΡΗ ΓΚΕΚΑ που θα διαρκέσει έως τις 30/4/2010. Ο ζωγράφος επέλεξε κάποια έργα ποιητών που του έδωσαν έμπνευση, όπως το Μια Παναγιά του Γκάτσου, Οι εικόνες του Ν.Γ.Πεντζίκη, η Υπομονή του Επ. Γονατά, Ο δικός μας ήλιος του Σεφέρη, Σ' αυτή τη γειτονιά του Μ.Ελευθερίου, Ας ερχόσουν για λίγο του Τραιφόρου, το Νερό του Μ.Πρατικάκη, το Έτσι μας θέλουν οι μούσες του Γ.Χρονά κ.α. για να εικονογραφήσει τα όνειρά του.

Ανάμεσα τους και το δικό μου Τακτικό μέλος του κόκκινου από την συλλογή ΔΥΟ ΜΕΡΗ ΣΙΩΠΗ, ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΛΕΞΕΙΣ. Το έργο τιμάται 600 ευρώ.

Τον ευχαριστώ.





Παρασκευή, 5 Μαρτίου 2010

ΤΟ ΦΩΣ ΠΟΥ ΦΕΥΓΕΙ


ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ της πόλης φαίνονταν κάτω απ' το νερό. Τα πατώματά τους είχαν φουσκώσει. Επρεπε να σκάψεις πολύ με τις παλάμες σου, να ξύσεις το κρύο με το μαχαίρι για να βρεις τα μπαρ -τις συνοικίες των λυπημένων. Ολο το φως ήταν άσπρο, τυφλό και γραμμένο: Ενας αρχαίος φυγάς που έλαμπε. Η λογοτεχνία ήταν ταριχευμένη στους τοίχους. Στο σαλόνι τα κεφάλια των ποιητών. Στα υπνοδωμάτια τα σώματα των πεζογράφων. Υπήρχε μια μουσική. Μια υγρασία· χρειαζόταν να κολυμπήσει κανείς αρκετά για να βρει κάποιες σελίδες.

Τα Εξάρχεια ήταν ένα πλωτό σπίτι, ντυμένο στα μαύρα, που ταξίδευε μακριά. Μια σειρά από πινέλα ζωγράφων χρώματος κόκκινου. Παλιά, όταν ο κόσμος ήταν στενός, έπρεπε να μικρύνω για να μπω. Τώρα χρειαζόταν να μεγαλώσω για να χωρέσω.

ΘΕΛΗΣΑ να πάω μαζί τους. Θέλησα αυτό που θέλει κανείς στην αρχή κάποιου πράγματος: Να μπορέσω να το διατηρήσω στη μνήμη μου και μετά. Να συγκρατήσω την εικόνα του που εξείχε από την επιφάνεια της γης. Και φαινόταν. Εγώ, που δεν καταλαβαίνω. Η γυναίκα, που μόνο έφευγε. Και η ζωή. Που στριμωχνόταν στην πόρτα.

ΣΤΗΝ ΕΙΣΟΔΟ και στην έξοδο των γεγονότων, μια χειμωνιάτικη θάλασσα. Αυτό που έχει σημασία είναι η κίνηση. Πώς αντέχει κανείς τους χρόνους της; Πώς διαχειρίζεται τα επιχειρήματά της; Τα κρεμάει πάνω του μ' ένα αλυσιδάκι;

ΜΠΑΙΝΟΝΤΑΣ, αυτό που αντίκρισα ήταν της ψυχής. Βαθύ, με μυρωδιά ιωδίου. Ο σκοτεινός μαγνήτης της τόξευε τα συμμετρικά όπλα του εναντίον μου. Ηταν βαλσαμωμένα πάνω στους ανοιχτούς προορισμούς του προσώπου σου.

Αίφνης, μου επετράπη η κίνηση. Μου ανατέθηκε το μέλλον. Περπάτησα πάνω στη χαρά για να συναντήσω τη λύπη. Το μπλε της άλλαζε συχνά σε κόκκινο· όποτε μέσα της κόχλαζε η χαρά. Είχα δηλώσει τον θάνατο στο διαβατήριό μου. Προστατευόμενο μέλος.

ΑΡΓΟΤΕΡΑ, είδα τον ορίζοντα να γέρνει πάνω απ' την πλατεία, βούλιαξε σαν καράβι. Μετά τα μάτια σου -ένα άσπρο πανί. Πίσω τους χόρευαν οι φιγούρες. Τα ανήλικα όνειρα. Οι άγουρες, αχόρταστες γεύσεις. Κύλησε λίγο φως. Εσταξε στο πάτωμα. Σαν Κυριακή της παιδικής ηλικίας. Το μάζεψα.

Η Μαυρομιχάλη κυμάτισε για ελάχιστα δευτερόλεπτα κάτω απ' το νερό κι έπειτα εξαφανίστηκε. Βυθίστηκε στον εαυτό της. Το πριν σαν να μην ήταν.

Σαν να μην έγινε ποτέ.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=138050

Τετάρτη, 3 Μαρτίου 2010

ΕΥΠΩΛΗΤΑ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2010


Δεν έχω δει ποτέ βιβλίο μου σε λίστες ευπώλητων. Αν είχα δει, θα ήταν παράδοξο. Μπορεί και να σκεφτόμουν ότι κάτι δεν πάει καλά. Χθες σε μια λίστα από αλυσίδες βιβλιοπωλείων που δημοσιεύει ο in.gr στην κατηγορία της ποίησης, ανακάλυψα το ΔΥΟ ΜΕΡΗ ΣΙΩΠΗ, ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΛΕΞΕΙΣ. Στα ευπώλητα.
Γενικώς, συμβαίνουν παράδοξα πράγματα τον τελευταίο καιρό. Ελπίζω να είναι τυχαία γιατί αυτή η εκδοχή της πραγματικότητας με τρομάζει λιγάκι.

ΔΕΙΤΕ ΤΗ ΛΙΣΤΑ ΕΔΩ
http://entertainment.in.gr/html/ent/881/ent.79881.asp

Δευτέρα, 1 Μαρτίου 2010

ΛΙΓΗ ΝΑΦΘΑΛΙΝΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ


Μόνος μου
Απαρηγόρητος συγγενής του εαυτού μου
Με τις μέρες μου αδιάθετες
Το φως της σελήνης
Ξεράθηκε στο παντελόνι μου
Η ζωή μια τρύπα
Σηκώνω το φλιτζάνι
Και τη βλέπω από κάτω να χάσκει
Υπόγειο ανάκτορο
Με διασχίζει απαρηγόρητος ο Ηριδανός

Θα πέσω

Το κρεβάτι βλέπει γκρεμό
Ο άνθρωπος που κοιμάται δίπλα μου
Είναι από σκόνη
Κάτω από το μαξιλάρι μου
Οι παλάμες μου χειροβομβίδες

Δεν έχω τίποτε άλλο

Μία σονάτα σιωπής
Κάποιες λάθος σταγόνες
Λίγη ναφθαλίνη για τον έρωτα

Έχω ράψει όλα μου τα ποιήματα
Στο στόμα ενός μικρού παιδιού

Τώρα πια
Μπορώ να χαθώ

Ήσυχος

(από το βιβλίο ΔΥΟ ΜΕΡΗ ΣΙΩΠΗ, ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΛΕΞΕΙΣ, εκδ. Μεταίχμιο, 2009)