Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2010

ΧΕΙΜΩΝΑΣ ΣΤΟ ΜΟΣΧΑΤΟ


Η ΜΠΙΛΙ ΧΟΛΙΝΤΕΪ καθόταν στο σαλόνι μου. Τα χρόνια της φτώχειας είχαν περάσει. Φορούσε μια σκούρα περούκα που είχε στολίσει με άσπρα τριαντάφυλλα, οι φράντζες της έπεφταν έως τα μάτια. Για να κρύβουν τη λύπη. Τα πραγματικά της μαλλιά ήταν πολύ κοντά· έμοιαζε με κουρεμένο πρόβατο. Μαύρο. Μέσα τους φύτρωναν οι κήποι της Εδέμ.

Λίγο πριν αρχίσει να τραγουδάει το Autumn in New York έβγαλε τις ψεύτικες βλεφαρίδες της και τις κόλλησε στον καθρέφτη. Θα ήθελα να ήμασταν στη Νέα Υόρκη, ήμασταν όμως στο Μοσχάτο. Το αποδείκνυε η φιλοξενία μου, το αποδείκνυε το χρώμα των επίπλων - οι Νεοϋρκέζοι δεν συμπαθούν καθόλου το μαύρο. Από το μπαλκόνι μου δεν φαινόταν το Μανχάταν, αλλά η θάλασσα του Πειραιά, που άπλωνε τα τεράστια πόδια της και μας σκέπαζε. Σαν περικοκλάδα. Ο Σαρωνικός ήταν ο σκηνοθέτης της παιδικής μου ηλικίας. Και το Πασαλιμάνι, ο θρίαμβος της φαντασίας του.

ΜΟΥ ΛΕΕΙ ότι η μάνα της ήταν δεκατριών χρονώ όταν τη γέννησε, ο πατέρας της φορούσε ακόμη κοντά παντελονάκια. Είναι ντυμένη με μεταξωτή, μακριά τουαλέτα, το σκίσιμο ανεβαίνει ώς τους γοφούς, μαύρες λουστρινένιες γόβες, τακούνι στιλέτο. Το τραγούδι της με σκοτώνει. Κάθε νότα είναι κι ένας πυροβολισμός, τα δάκρυα κυλούν στο ουίσκι, το αραιώνουν, θέλω να το βάλω στα πόδια, νομίζω ότι αν ανοίξω την πόρτα θα αντικρίσω μπροστά μου το Χάρλεμ. Την ανοίγω και αντικρίζω εσένα.

ΤΟ ΜΙΣΟ πρόσωπό σου έχει λιώσει, το άλλο μισό φοράει τα καλά του. Εχεις πάρει μαζί σου το άλσος Παπάγου, ο διάδρομος έχει γίνει πευκόφυτος. Τα μάτια σου στάζουν ρετσίνι. Κολλάνε πάνω στα χέρια μου, στα ρούχα μου, στην τρύπα που αφήνει ο χώρος που λείπεις. Φοράω τα μάτια σου και περπατάω στο δωμάτιο. Εχω αγκαζέ την Μπίλι Χολιντέι. Θέλω να παίξω σαξόφωνο, να τη συνοδεύσω. Κάποιος είπε ότι ο άνθρωπος έχει στην καρδιά του μέρη που δεν υπάρχουν ακόμη· από κει εισέρχεται ο πόνος για να μπορέσουν να υπάρξουν. Αλλη τρύπα αυτή. Της καρδιάς.

ΤΟΠΟΘΕΤΩ προσεκτικά το στόμιο του πνευστού πάνω στα χείλη μου, σχεδόν το δαγκώνω. Φυσάω μια ψηλή νότα, το σώμα μου διπλώνεται. Την κρατάω όσο μπορώ, όσο αντέχει ο αιώνας μας. Η νότα παραπατάει, ο ρυθμός διαλύεται στο πάτωμα, πεθαίνει. Δίπλα μου η Μπίλι ξελαρυγγιάζεται άδικα. Δεν έμεινε μουσική. Δεν μυρίζει. Αθόρυβα, προσχώρησε και αυτή στα αποξηραμένα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=125690

ΕΔΩ ΑΚΟΥΣΤΕ ΤΗΝ
http://www.youtube.com/watch?v=Xs9P-pfqF6Y&feature=related

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2010

Η ΑΜΕΤΑΦΡΑΣΤΟΣ ΛΕΞΙΣ


Ο ΗΛΙΟΣ εκπυρσοκροτούσε πάνω στα πόδια της, τα διπλασίαζε, έκοβε τις γυαλιστερές τους επιφάνειες και τις έκανε να μοιάζουν με μοντέρνα κτιριακά συγκροτήματα. Αστραφτε σαν τζαμαρία που μόλις είχε πλυθεί απ' τη βροχή. Το σώμα της ήταν γεμάτο ανταύγειες. Σε ποιο πολυτελές κομμωτήριο το πήγαινε, ποιο ουράνιο τόξο χρησιμοποιούσε για σαμπουάν;

Η φυσική φωτόλυση ωχριούσε μπροστά στο φως που σιδέρωνε τις φωλιές του σώματός της: αψίδες φωτός πάνω στις τρικυμίες του κορμιού της - βδέλλες κολλημένες. Μαζεύονταν εκεί και απάγκιαζαν. Στα αυλάκια της. Συνεδρίαζαν για το μέλλον της ανθρωπότητας, το μέλλον του ανδρικού φύλου. Αυτό το σώμα είχε κάτι από μαυσωλείο: ήταν μεγαλοπρεπές, μοναδικό, ένα ταφικό μνημείο με ελληνικό περιστύλιο, που φιλοξενούσε παράπονα.

ΠΕΡΠΑΤΑΓΕ· κι όμως, οι σκιές της πετούσαν. Είχε μια ύλη από σκιές: Τα Σαββατοκύριακα ο ουρανός γέμιζε χαρταετούς. Ηταν εκεί. Κι εκεί. Κι εκεί. Ποιο απ' όλα αυτά τα ασπρόμαυρα θηλυκά πουλιά που την αναπαριστούσαν ήταν άραγε το πιστό της ανάγλυφο; Ποιο απ' αυτά τα σημαιάκια τού έρωτα τής ανήκε καθ' ολοκληρίαν;

ΤΗΝ ΕΙΔΑ και μετά· χωρίς σκιές. Επεφτε ακατάπαυστα σε μια άλλη ζωή. Επίγεια. Μια αντιλόπη εν στάσει. Ενας γκρεμισμένος έρωτας που εξαντλούσε σιγά σιγά τις δυνατότητές του, διακινδυνεύοντας τη ζωή. Δεν κάλπαζε. Τα αμεταχείριστα νιάτα του κορμιού της είχαν ντυθεί στις πέτρες. Κι εγώ χτυπούσα στα βράχια της. Ο δρόμος μας, ήταν επιστροφής. Ακολουθούσε τα ψίχουλα που είχαμε ρίξει, για να μη χανόμαστε. Τελείωσα με τη ζωή, είπε. Ολες τις απορίες μου τις έλυσαν τα φαντάσματα.

Και χάθηκε μέσα σε ένα αναποδογυρισμένο ανάκτορο.

ΠΙΟ ΜΕΤΑ, σ' αυτό το μασίφ όνειρο, που προσπαθούμε συνεχώς να νοηματοδοτήσουμε, αν και γνωρίζουμε καλά πως πρόκειται για απλό μονωτικό υλικό, τη συνάντησα ξανά. Ηταν ντυμένη στα λευκά, με ανθεκτικές διάρκειες τριγύρω. Χαμογελούσε με το αμήχανο χαμόγελο της πτώσης των πρωτοπλάστων. Ολα τα μήλα είχαν φαγωθεί. Ο Θεός είχε σταθεί άδικος, είχε τιμωρήσει το σεξ. Την κοίταξα, οι ρυτίδες μας ενώθηκαν. Μπήκε η μία μέσα στην άλλη, όπως κάνουν τα σώματα στον έρωτα.

«Και στα όνειρά μου ακόμα, μ' αρνήθηκες. Και μου 'στειλες μόνο τους υπηρέτες σου».

Το λέει ο Εζρα Πάουντ. Οχι εγώ.

Θέλησα να της το χαρίσω. Ως φυλαχτό. Για να εκδικηθούμε μαζί την πραγματικότητα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=123578

Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2010

ΤΑΚΗΣ ΜΕΝΔΡΑΚΟΣ: ΟΤΑΝ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΖΕΥΓΑΡΩΝΟΥΝ ΜΕ ΤΙΣ ΣΙΩΠΕΣ





(η ομιλία του Τάκη Μενδράκου στην παρουσίαση του βιβλίου ΔΥΟ ΜΕΡΗ ΣΙΩΠΗ, ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΛΕΞΕΙΣ, στο βιβλιοπωλείο Βιβλιογητέματα, στο Μοσχάτο, στις 17 Δεκεμβρίου 2009)

Ευχαριστώ για την ευκαιρία που μου δώσατε να βρίσκομαι απόψε μαζί σας, συμμετέχοντας στην εκδήλωση την αφιερωμένη στον Σταύρο Σταυρόπουλο.
Θέλω να σας διαβεβαιώσω, πρώτα απ’ όλα, ότι δεν θα εξαντλήσω την υπομονή σας, αλλά και ότι δεν θα επιχειρήσω να σας γνωρίσω έναν δικό σας άνθρωπο, που γεννήθηκε σ’ αυτές εδώ τις γειτονιές, έγδαρε τα γόνατά του παίζοντας στις αλάνες του Μοσχάτου και μετά τις σπουδές του στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, ξαναγύρισε και ζει κοντά σας.
Θα αναφέρω, εντελώς τυπικά, ότι τα τελευταία εννιά χρόνια, κυκλοφόρησαν οκτώ, αν δεν κάνω λάθος, βιβλία του με ποίηση, πεζογραφία και στοχαστικά κείμενα, ενώ παράλληλα, είναι έντονη η λογοτεχνική του παρουσία σε εφημερίδες και περιοδικά.

Πριν από μένα, μία από τις σημαντικότερες Ελληνίδες ποιήτριες, η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, άφησε να διαφανεί ανάγλυφα η υφή στο έργο του Σταύρου Σταυρόπουλου, μας έφερε στο κλίμα όπου αναπνέει ο συγγραφέας και τόνισε το μέγεθος της προσφοράς του, ενώ η ζεστή φωνή της ηθοποιού Μαρίας Καστάνη, μας έδωσε και θα μας δώσει ακόμη, το άρωμα αυτής της ποίησης. Εγώ, μην ανησυχείτε, δεν πρόκειται να τα επαναλάβω.
Θα ήθελα μόνο, συμπληρωματικά, να αναζητήσω μαζί σας, τις ρίζες αυτού του έργου, γιατί, επιτρέψτε μου να πιστεύω, ότι κανένας δημιουργός και κανένα δημιούργημα δεν προέρχεται από παρθενογένεση. Αντίθετα, είναι καρπός της εποχής του και κρίκος, μικρός ή μεγάλος, στην αλυσίδα μιας παράδοσης, που ξεκινάει μαζί με την εμφάνιση του ανθρώπινου γένους.

Είτε το θέλουμε είτε όχι, πρέπει να παραδεχτούμε, ότι τα περισσότερα άλματα σε όλα τα είδη της τέχνης, συντελέστηκαν ύστερα από συγκλονιστικά, συχνά οδυνηρά, ιστορικά και κοινωνικά γεγονότα. Αν η ύπαρξη υφίσταται και αισθάνεται την σφοδρότητά τους, ο καλλιτέχνης δημιουργός, ευαίσθητο μανόμετρο της εποχής του, είναι εκείνος που θα τα επισημάνει. Με την γραφή, με την μελωδία, με την εικόνα, θα αναδείξει την αντίδραση, την αναθεωρητική στάση, την ανατρεπτική διάθεση και την επιτακτική ανάγκη μιας αλλαγής.

Είναι όμως καιρός να επιστρέψουμε στον Σταύρο Σταυρόπουλο και να αναζητήσουμε τις ρίζες του, τις καταβολές του και το «κλίμα» της δικής του εποχής.
Έρχεται στον κόσμο το 1961. Φυσικά, στην παιδική του ηλικία, δεν μπορεί να ξέρει, ότι την ακριβώς προηγούμενη δεκαετία, μια ομάδα ποιητών και πεζογράφων, που έγιναν και έμειναν γνωστοί ως Beat Generation – κατά μια εκδοχή στα ελληνικά, «Χτυπημένη Γενιά» - έρχεται να ταράξει την ηρεμία του αστικού κόσμου, πρώτα στις ΗΠΑ και αμέσως μετά σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Δεν είμαι αρμόδιος, αλλά ούτε και ο χρόνος το επιτρέπει, να αναλύσω τα βασικά χαρακτηριστικά και τη σημασία της πρότασής τους. Αισθάνομαι, όμως, την υποχρέωση να υπενθυμίσω, πρώτα απ’ όλα, κάποια από τα ηχηρά ονόματα που την εκπροσώπησαν. Όπως των Τζακ Κέρουακ, Άλεν Γκίνσμπεργκ, Ουίλιαμ Μπάρροουζ και Γκρέγκορι Κόρσο, αλλά κυρίως να τονίσω, ότι η πρότασή τους δεν περιοριζόταν μόνο σε ζητήματα έκφρασης και φόρμας. Πολύ περισσότερο ήταν υπόδειξη ενός ιδιόρρυθμου τρόπου ζωής, καθαρά αντισυμβατικού, που συχνά περνούσε στο χώρο της παραβατικότητας.

Στον απόηχο αυτής της φιλοσοφίας και αισθητικής, θα ζήσει την εφηβεία του ο Σταύρος Σταυρόπουλος και θα ενδώσει στη γοητεία τους, έτσι ώστε μαζί με την ροκ στιχουργική και την μελωδία των φράσεων, να αποτελέσουν γνώμονα στην μελλοντική συγγραφική του πορεία.
Σ’ αυτή του την παρόρμηση υπεισέρχεται ένας προσωπικός παράγοντας: Αυτός της ιδιαίτερης ανθρωποκεντρικής ευαισθησίας του, που επιβάλλει τους δικούς του κανόνες και, κατά κάποιο τρόπο, τον διχάζει. Από τη μια αρνείται να προχωρήσει στις ακραίες παραβατικότητες του ρεύματος κι από την άλλη δέχεται και εμπλουτίζει τον μύθο τους. Αφήνεται να διαποτιστεί από την αύρα του, παίρνει θέση στα χαρακώματα, ενώ παράλληλα πλάθει και σφυρηλατεί την εντελώς δική του πρόταση. Στο βάθος διαφαίνεται η υπαρξιακή του αγωνία.

Προσπαθώντας απεγνωσμένα να αντιμετωπίσει την οδυνηρή αίσθηση της απώλειας, της απουσίας, της διάψευσης, καταφεύγει συχνά σε ανοιχτούς ορίζοντες, ιδιαίτερα της θάλασσας και του νησιού – άλλωστε δεν υπήρξε ποτέ ποιητής του κλειστού χώρου – όπου και πάλι δεν δικαιώνονται πάντα οι προσδοκίες του.
Το μόνο ασφαλές καταφύγιο του είναι η μετατροπή της όποιας δυσμορφίας σε ονειρικό τοπίο, και κυρίως, ένας τρελός χορός, όπου οι λέξεις ζευγαρώνουν με τις σιωπές.
Παρ’ όλ’ αυτά, κάπου αχνοφαίνεται μια σπίθα ελπίδας, που, αν δεν κάνω λάθος, διακρίνεται και στον τίτλο των επιφυλλίδων του, στη στήλη του στην Ελευθεροτυπία, «Νύχτα είναι, θα περάσει», καθώς και στο ποίημά του «Αντιβιοτικό»:

Εγώ στο κελί μου
Την ώρα της εκτέλεσης
Ιδρύω φεγγίτες

Θα ήθελα να τελειώσω με μια προτροπή, καθώς στριφογυρίζει στο μυαλό μου ο στίχος του Μιχάλη Κατσαρού από το «Κατά Σαδδουκαίων»: Αντισταθείτε σε μένα ακόμα που σας ιστορώ…
Επειδή ο ποιητής δεν γράφει για τους κριτικούς και για τους θεωρητικούς της λογοτεχνίας, αλλά γράφει για σας.
Χωρίς εσάς, τους αναγνώστες, δεν θα υπήρχαν ποιητές.

Τάκης Μενδράκος

Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2010

ΣΙΩΠΗ ΣΤΟ ΤΕΤΡΑΓΩΝΟ


Η ομιλία μου στην παρουσίαση του βιβλίου Δυο μέρη σιωπή, ένα μέρος λέξεις

Βιβλιοπωλείο ΒΙΒΛΙΟΓΗΤΕΜΑΤΑ
Μοσχάτο, 17 Δεκεμβρίου 2009

Αν οι τόσο ζεστές εισηγήσεις της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ και του Τάκη Μενδράκου ήταν – κατά ένα τρόπο – το ένα μέρος λέξεις γι αυτή τη βραδιά, εμένα φαντάζομαι μου αναλογεί η σιωπή – και μάλιστα, στο τετράγωνο: Δύο μέρη.

Σήμερα, ομολογώ, είχα αρκετό άγχος. Έχω κάνει τόσες παρουσιάσεις βιβλίων μου, όμως αυτή είναι η πρώτη φορά που το κάνω στο Μοσχάτο, και ήθελα να είναι ιδιαίτερη. Το Μοσχάτο δεν είναι μόνο ο τόπος που γεννήθηκα. Είναι και η πατρίδα μου: Πατρίδα είναι ο τόπος όπου μπορούμε να ονειρευτούμε την συνέχειά μας. Κι εγώ μόνο εδώ μπορώ.

Αυτό το βιβλίο έμεινε κοντά μου για ενάμιση περίπου χρόνο. Από τα μέσα του 2007 έως τα τέλη του 2008. Μετά με άφησε. Συναντηθήκαμε ξανά τώρα, με την ευκαιρία της έκδοσής του. Φαντάζομαι ότι θα έχουμε πολλά να πούμε. Βέβαια, η ερωτική σχέση έχει τελειώσει, ελπίζω όμως να καταφέρουμε να μείνουμε φίλοι. Το βιβλίο κι εγώ.
Γιατί ένα επόμενο, πάντα θα καραδοκεί.

Νομίζω πως αυτό που θέλει να δείξει η ποίηση, είναι ότι υπάρχουμε. Και ο πιο σαφής ορισμός αυτού του γεγονότος είναι, ακριβώς, το ότι δεν υπάρχουμε.
Μιλώντας για ποιήματα, ειδικά αυτά, ανήκουν στην μοναδικότητα της στιγμής που τα δημιούργησε. Μόνο για λίγο τα κρατάς στα χέρια σου και μετά χάνονται. Σα να τα ρούφηξε η νύχτα. Επιστρέφουν στη στιγμή που τα γέννησε. Εκεί που ανήκουν.
Εδώ μπαίνει το γνωστό ζήτημα: Συγγραφέας είναι αυτός που γράφει ή αυτό που γράφει; Μάλλον, δεν θα το μάθουμε ποτέ. Η αλήθεια είναι απόρρητη.

Η γραφή είναι η προσπάθεια να ακουμπήσουμε τον άνθρωπο που κάνει τον εαυτό μας στην ταινία του βιβλίου. Ο ηθοποιός υπάρχει, το έργο μένει να αποδειχτεί.
Το Δυο μέρη σιωπή, ένα μέρος λέξεις, αφορά στα τρία στάδια εκφυλισμού μιας ερωτικής σχέσης: Πρώτα σταματούν τα βλέμματα (σωπαίνουν), μετά τα σώματα (δεν αγγίζονται) και τελευταίες, τελειώνουν οι λέξεις.
Θα έλεγα ότι ο έρωτας είναι ένα τριπλό Π: Το πρώτο είναι Παράπτωμα, Παράβαση. Το δεύτερο είναι Πόνος. Το τρίτο Π είναι μάλλον Παρανάλωμα. Δηλαδή, καιγόμαστε.

Θέλω να ευχαριστήσω πολύ όλους εσάς που είστε σήμερα εδώ και στηρίζετε αυτό το βιβλίο. Να ευχαριστήσω με τη σειρά:

-Τις εκδόσεις Μεταίχμιο για την τόσο προσεγμένη έκδοση.
-Τον Κώστα Τσόκλη για την φιλία και το εξώφυλλο που μου πρόσφερε.
-Τον Δήμο Μοσχάτου και το βιβλιοπωλείο Βιβλιογητέματα για την πρόσκληση.
-Δυο αγαπημένους μου ανθρώπους, την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ και τον Τάκη Μενδράκο, που ήρθαν μέχρι εδώ – και το κάνουν σπάνια – για να μιλήσουν για το βιβλίο μου.
-Την Μαρία Καστάνη που απέδωσε τα ποιήματά μου με αυτόν τον πολύ βιωματικό τρόπο.

Ξεχωριστά, θέλω να ευχαριστήσω ένα παιδί: Ένα κοριτσάκι που μου έδειξε πώς να βάζουμε καλάθια με το φεγγάρι. Και μου δίδαξε πώς να επιβραδύνουμε την διαδικασία της ενηληκίωσης.
Σήμερα ο κόσμος, η επιστήμη, νοιάζονται για το πώς θα καθυστερήσουν την γήρανση. Λένε ότι οι επόμενοι από εμάς μπορεί να ζουν εκατόν πενήντα χρόνια. Το ενδιαφέρον και το σημαντικό για μένα θα ήταν, αυτά τα δυσανάλογα πολλά χρόνια, να μπορέσουν να τα ζήσουν ως παιδιά. Ή έστω, περισσότερο ως παιδιά και λιγότερο ως μεγάλοι.

Είναι πολύ βαρετό να είσαι μεγάλος σήμερα.


Να είστε όλοι καλά

Σταύρος Σταυρόπουλος

Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2010

ΠΑΤΡΙΔΑ ΑΠΟ ΣΑΠΟΥΝΑΔΑ


Η ΝΥΧΤΑ ήταν γλυκιά. Λίγο πριν είχε ψιχαλίσει. Εξω απ' το βιβλιοπωλείο ο Τάκης φύλαγε σκοπιά με τον δικό του, περήφανο τρόπο. Μέσα στο ισχνό του κορμί χωρούσε το μισό Μοσχάτο. Το βλέμμα του έψαχνε τις σκιές - που έφυγαν πρώτες. Δίπλα του η Αγγελική -αδιάβροχη-, συναγωνιζόταν σε κομψότητα μια άλλη Αγγελική, της ζωής μου. Δεν θα ξαναρωτούσε τον μπαμπά. Ούτε εγώ.

Τους είδα από μακριά, σαν σε επανάληψη, ζήλεψα την αγάπη που περίσσευε. Ηθελα να τη μαζέψω, να τη βάλω στο βάζο. Ηταν περιορισμένης διανομής. Θα την κρατούσα ενθύμιο. Οπως το πρόγραμμα από μια θεατρική παράσταση τη δεκαετία του '70. Αγάπησαν και δεν βρήκαν τη σκόνη. Ομως, νίκησαν;

ΠΑΡΚΑΡΑ. Επαιζε ένα πιάνο. Ο αέρας μύριζε σαπουνάδα. Ηρθε ο Χάρης. Το Μοσχάτο με χριστουγεννιάτικες φορεσιές, έλαμπε μέσα στις καθημερινές του χειρονομίες: μια πατρίδα συλλεκτική. Εδώ μπορούσες να ονειρευτείς τη συνέχειά σου.

Ενα ταξί έφερε την Κατερίνα. Κατέβηκε όπως η Τζόπλιν στο φεστιβάλ του Μόντερεϊ. Τα μαλλιά της ήταν πιασμένα με τσιμπιδάκι. Περπάτησε στον χώρο. Υπάρχει κάτι να πιούμε; Η Μαρία, κουλουριασμένη σε μια καρέκλα. Αγκαλιά με τα ποιήματα. Την είδα απ' το τζάμι, είδα τα χείλη της που κινήθηκαν ρυθμικά. Διάβαζε: Εχω μέσα μου ένα παιδί / Και κάτι παλιοσίδερα νύχτες / Παρασημοφορημένες / Με ελάττωμα αγάπης.

ΜΠΗΚΑ. Εγώ, προτού γίνω εγώ. Με το μακό της Γ' Λυκείου και τα Hellas special. Ο κύριος Γιάννης κάθησε στην τρίτη σειρά: ένα βουνό τυλιγμένο σε καμπαρντίνα. Η ευγένειά του σε καθήλωνε.

Συγγραφέας είναι αυτός που γράφει ή αυτό που γράφει; Αναρωτήθηκα. Δεν θα το βρούμε ποτέ. Η αλήθεια είναι απόρρητη. Και η γραφή, πες κάτι για τη γραφή... Είναι η προσπάθεια να ακουμπήσουμε τον άνθρωπο που κάνει τον εαυτό μας στην ταινία του βιβλίου. Τον ηθοποιό που ανεβάζει το έργο. Είπα.

ΗΡΘΑΝ οι φίλοι. Ακουσα το κελάρυσμά τους, σαν χαλάζι από χαρμόσυνα γεγονότα. Οι παλιές γυναίκες. Με μπλουτζίν, με μίνι φούστες, με ταγιέρ, με κίτρινα άνορακ. Το μέλλον το μετάνιωσε, δεν χωρούσε. Δεν μπήκε. Ντράπηκε. Ακούμπησα το μικρόφωνο. Ενα κοριτσάκι πέρασε μπροστά απ' τα μάτια μου, μου είπε σε βρήκα. Το κοίταξα με αγάπη. Είναι πολύ βαρετό να είσαι μεγάλος σήμερα. Η μουσική έσβησε. Τα βλέμματα σώπασαν. Τα σώματα σταμάτησαν να αγγίζονται. Να ενώνονται στις ραφές. Η Μαρία χάιδεψε τις πρώτες λέξεις. Τις έκανε να ριγήσουν. Ερωτικά. Και ξεκινήσαμε.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=121074

(Α)ΣΩΤΗ ΣΩΤΗ



Σώτη Τριανταφύλλου

Ο χρόνος πάλι

εκδ. Πατάκη, σ. 382, 19,90 ευρώ


Τη Σώτη δεν τη συμπαθούν πολλοί γιατί είναι άσωτη. Δεν είναι κομμουνίστρια, δεν πιστεύει στον Θεό, στην οικογένεια, στη μητρότητα, στα εθνικά σύμβολα. Πιστεύει στον Ελβις, στον Βαν Μόρισον και στους Ρόλινγκ Στόουνς. Καλά κάνει. Πιστεύει ακόμα: σε έξαλλα βιβλία, δίσκους βινιλίου, απομακρυσμένα ταξίδια, τροπικά καλοκαίρια, μπαλωμένα μπλουτζίν ή ό,τι άλλο περικλείει το εφηβικό όνειρο: sex drugs and rock'n'roll. Ενας άλλος λόγος είναι γιατί ό,τι κάνει, το κάνει καλά. Λίγοι μπορούν να τα ανεχτούν αυτά - ιδίως το τελευταίο.

Η πρόζα του νέου αυτοβιογραφικού βιβλίου της, με τον ευρηματικό τίτλο «Ο χρόνος πάλι», είναι υποδειγματική. Οταν αγαπάς πολύ τη λογοτεχνία έχεις αρκετές πιθανότητες να γράψεις καλή λογοτεχνία. Η Σώτη την αγαπάει· πολύ. Και θεωρώ ότι «Ο χρόνος πάλι», πέρα από συναρπαστική εξιστόρηση μιας ζωής ή εξιστόρηση μιας συναρπαστικής ζωής, πέρα από ένα αυτοσχέδιο κολάζ διασταυρούμενων αφηγήσεων, τοποθετήσεων, αμφισβητήσεων, αντιρρήσεων, εξηγήσεων ή ό,τι άλλο, είναι καλή λογοτεχνία. Γιατί έχει αναφορές. Εχει στυλ. Αισθητική. Θάρρος. Και κυρίως: Γνωρίζει πώς να αποφεύγει τη σκόνη.

Νομίζω πως τη Σώτη Τριανταφύλλου τη διαβάζουν αυτοί που δεν θα έπρεπε να τη διαβάζουν. Και αυτοί που την αποδοκιμάζουν, δεν την έχουν διαβάσει. Είναι μια λάθος κίνηση της ιστορίας αυτή, μια μεγάλη παρεξήγηση. Κάτω από τη σκληρή πόζα της χειραφέτησής της κατοικεί μια παιδούλα: Η φωτογραφία του εξωφύλλου είναι χαρακτηριστική.

Γεννήθηκε τη χρονιά που ο Τζέρι Λι Λιούις ηχογραφούσε το Great balls of fire, όταν ο πατέρας μου αγαπούσε τη μητέρα μου. Εναν χρόνο αργότερα κυκλοφόρησε το Rock around the clock· ο Τζακ Μπέρι έμπαινε κι επίσημα στη ζωή της καθώς γινόταν ενός έτους.

Στα δεκαέξι της είχε το σωστό όνειρο: ροκ συναυλίες και μαριχουάνα. Μετά μεγάλωσε, ταξίδεψε, ερωτεύτηκε, σιγουρεύτηκε για την Οκτωβριανή Επανάσταση, απογοητεύτηκε από την Αριστερά. Αλλωστε δεν ήταν. «Αριστερή». Ηταν κουρασμένη. Από βιβλία, βινίλια, φιλιά. Αυτά της αρκούσαν. Αυτά διάλεγε. Οταν ο άνθρωπος βλέπει με τα δικά του μάτια, τον χαρακτηρίζουν «αιρετικό». Μετά, ήρθε η λογοτεχνία.

Το βιβλίο αυτό είναι το ξανακοίταγμα της ζωής της, μια υποχρεωτική πορεία προς τα πίσω, η όπισθεν με σπασμένα φανάρια, ο χρόνος ξανά, πάλι, φθαρμένος, ξεπλυμένος, αλλά ακόμη ζωντανός· είμαστε ζωντανοί γιατί έχουμε προφανώς καταλάβει ότι δεν μπορούμε να ανήκουμε πουθενά αλλού, εκτός απ' τον εαυτό μας. Δεν είναι όμως μόνον αυτό. Είναι κι ένας πανδέκτης πληροφοριών, ένα άθροισμα στάσης, ένα μπαούλο γεμάτο ευφυή σχόλια.

Η ζωή που αφηγείται -η δική της ζωή- έχει όλα τα χαρακτηριστικά του λογοτεχνικού ήρωα. Αν ζεις λογοτεχνικά, η μεταφορά της ζωής σου στο χαρτί είναι μια σχεδόν απλή υπόθεση. Η Σώτη έχει κάτι: Οταν όλες οι γυναίκες μετά τα σαράντα τους μοιάζουν με μάνες, εκείνη μοιάζει με τον εαυτό της. «Ο αδελφός μου έγινε ένας άνθρωπος του συστήματος· ένας κομφορμιστής· εγώ έγινα εγώ».

Δείχνει ανά πάσα στιγμή έτοιμη να στήσει ένα πάρτι· έναν ερωτικό καβγά· ένα ταξίδι στη Νέα Υόρκη. Ισως είναι από τις ελάχιστες γυναίκες που προτιμούν τη μυρωδιά της βενζίνης και του καμένου λάστιχου, από τη μυρωδιά των λουλουδιών. Φαντάζομαι ότι τα πρώτα μεταδικτατορικά χρόνια θα τη θεωρούσαν μάγισσα.

Τα θραυσματικά, γεμάτα επείγουσες μνήμες, κείμενα του «Ο χρόνος πάλι» , με ετικέτες- τίτλους σαν φέιγ βολάν σε φοιτητικές αίθουσες, αποδεικνύουν την ικανότητα της Τριανταφύλλου να ομφαλοσκοπεί, παίζοντας με τον εαυτό της. Γνωρίζω προσωπικά το άχθος τέτοιων εγχειρημάτων· ο συγγραφέας δεν γράφει, γράφεται. Ασε που αντίθετα με την τρέχουσα κριτική άποψη, δεν το θεωρώ καθόλου παγίδα, αλλά ευκαιρία.

«Ο χρόνος πάλι» είναι από τις εξαιρετικές στιγμές της - επιστροφή με το magic bus στις μέρες τού «Σάββατο βράδυ, στην άκρη της πόλης» και του «Φτωχή Μάργκο»: Μια ώριμη ανωριμότητα, μια «επαγγελματική» ζαβολιά:

«Αυτό το βιβλίο απειλεί να με στραγγαλίσει σαν γιγάντιο χταπόδι: πόσες σελίδες ακόμα θα μπορούσα να γράψω για τα βιβλία... Πόσα παρέλειψα, πόσα έσβησα! -δεν ξέρω τι είναι αρκετό, τι είναι περισσότερο από αρκετό... Υπάρχουν μέρες που γράφω σαν να επισκέπτομαι έναν άρρωστο φίλο· εύχομαι το βιβλίο να γίνει καλύτερα· να αναρρώσει. Το διακόπτω εδώ: η μοναδική διαφορά ανάμεσα στην κωμωδία και στην τραγωδία είναι το πού αποφασίζεις να βάλεις την τελεία».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=121063

Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2010

ΓΙΑ Ο,ΤΙ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ ΞΑΝΑ


Αν το πιάνο ήταν για τον Ερίκ Σατί η προέκταση του λόγου του, η σιωπή – όχι η παύση – ήταν μια επιπλέον νότα, ένα κρυφό κρεσέντο που παραμόνευε στο σκοτάδι. Πέρα και πάνω από όλα όμως, ήταν το αυστηρό δικαστήριο της μουσικής του.
Προκειμένου για ένα ποίημα, η σιωπή εξοικονομεί χρόνο για να διατυπωθούν τα βλέμματα, οι ματιές. Όταν αυτά λείπουν, η σιωπή τα αναπληρώνει – τελικά, ξεπερνώντας τα.

Τι όμως κάνει ένα ποίημα, ποίημα; Νομίζω η α-λεξία του, η ικανότητά του να συναναστρέφεται με τις λιγότερες δυνατές λέξεις, δημιουργώντας χώρους, γωνίες, και κόγχες, όπου το μυαλό μπορεί να απαγγιάσει. Η αδιακρισία του μερικού που θέλει να αναπληρώσει το όλον. Όταν αυτό επιτυγχάνεται, μπορούμε να μιλήσουμε για ποίημα.

Ανέφερα το παράδειγμα του Σατί, που υπήρξε σχεδόν ένας ζωγράφος της μουσικής, γιατί πιστεύω ότι το τελικό αποτέλεσμα που αναλαμβάνει να φέρει η ποίηση, είναι η μουσική.
Συχνά έχουμε την τάση να λησμονούμε ότι όλες οι ανθρώπινες ιστορίες είναι ουσιαστικά παρτιτούρες πάνω στις οποίες αντί για νότες, εγγράφονται οι λέξεις. Οι ενδιαφέρουσες ιστορίες είναι αυτές που οι λέξεις τους θυμίζουν αρκετά τις νότες. Και οι μεγάλες ιστορίες, αυτές που αξίζει να συγκρατήσει κανείς, οι ιστορίες που εντελώς πεζά αποκαλούμε και ερωτικές, είναι αυτές που εμπεριέχουν τη μουσική της σιωπής.

Η συλλογή αυτή επιχειρεί να ιχνογραφήσει έναν εκφυλισμό, μια απομάγευση, ένα τέλος σε τρία επίπεδα: Αρχικά του βλέμματος, στη συνέχεια των σωμάτων, και τελευταία, του έσχατου μέσου, που είναι οι λέξεις. Το μέσον, που είθισται να κυοφορεί έναν έρωτα.

Ακόμη και σήμερα, κοιτώντας αυτά τα ποιήματα, δεν μπορώ να πω αν είναι κάτι που μου αρέσει ή κάτι που δεν μου αρέσει. Είναι απλώς τα ποιήματα που έγραψα ή καλύτερα τα ποιήματα που, όπως λέει και ένας στίχος του Καρούζου «γιορτάζουν με τα χέρια την λάσπη». Αυτό μόνον μπορούν να κάνουν: Να επικυρώσουν την σφραγίδα της «λάσπης» με τα ίδια τους τα χέρια. Είναι ουσιαστικά ένας λόγος που θα ήθελε να παραμείνει προφορικός, διατηρώντας την γνησιότητά του, όμως η ανάγκη τον μετέτρεψε σε έντυπο. Αυτή η μάχη με τις λέξεις είναι άδικη. Δεν πρόκειται ποτέ να βρεις τη σωστή. Όσα χρόνια και να περάσουν αυτή που τελικά γράφεις είναι η λάθος. Πρόκειται για έναν αγώνα ζωής και θανάτου. Το κακό είναι ότι πεθαίνεις εσύ. Η λέξη ζει. Εκτός σου.
Κάθε ένα από αυτά τα ποιήματα επιπλήττει τον εαυτό του για την ευκαιρία που χάθηκε.

Προσπάθησα, αυτός ο τυπωμένος λόγος να μην χάσει εντελώς την προφορικότητά του – που για μένα συμβολίζει και το δικαίωμα της εκφοράς. Δεν ξέρω αν και τί κατάφερα. Πάντως, ένας φίλος ποιητής που εκτιμώ, έγραψε κάτι που μου άρεσε. Το βρήκα αντιπροσωπευτικό. Έγραψε: «Είναι ποιήματα με μεγάλα αθώα μάτια. Είναι παιδιά στα σκαλιά. Που κοιτάζουν τα παπούτσια τους. Με αγκαλιασμένα τα γόνατα».

Πράγματι: Υπάρχει ένα μικρό παιδί που κάθεται ανάμεσα σε αυτά τα ποιήματα, αγκαλιάζοντας τα γόνατά του. Και θέλει να επιζήσει. Μέσα του. Με δύο μέρη σιωπή, κανένα μέρος λέξεις. Το μέρος των λέξεων του επιβάλλεται. Εκ της γεννήσεώς του. Εκ της συμμετοχής του στα πράγματα που επιλέγει να αρνηθεί. «Η σιωπή είναι η άρνηση της βεβαιότητας» είχε πει ο Μπέργκμαν. Και η βεβαιότητα εκφράζεται με τις λέξεις.

Το παιδί αυτό τις αρνείται, περνάει πάνω από αυτές. Αρέσκεται μόνο στο να κοιτάζει, προστατευμένο από τα κριτήρια που δεσμεύουν την γλώσσα. Επιδίωξή του δεν είναι να την ελαττώσει, αλλά να την μεταμορφώσει σε αληθινές σιωπές. Όπως έγραψε ο Αρτώ: «Όλες οι λέξεις είναι ένα ψέμα. Όταν μιλάμε, προδίδουμε την ψυχή μας. Θα αρκούσε να κοιταζόμαστε». Είναι θέμα βαθμού να αντιληφθεί αργότερα την επάρκεια ή μη της στάσης του και να την αποδεχθεί ως ανάγκη. Στα πλάγια του κορμιού του κινούνται οι άλλοι. Σχεδόν επιπλέοντας.

Δεν ξέρω αν το συναίσθημα έβλαψε την ποίηση ή η ποίηση το συναίσθημα. Αυτό είναι μια στεγνή αποτίμηση, που έχει τα χαρακτηριστικά απογραφής, και την κάνει η «κριτική», ακριβώς γιατί το στερείται. Γι αυτό που είμαι σίγουρος είναι ότι, τουλάχιστον εγώ, μετά από αρκετά χιλιόμετρα και αρκετή υγρασία, δεν έχω άλλο δρόμο.

Θέλω να αφιερώσω αυτό το βιβλίο σε ό,τι μπορεί και γεννιέται ξανά. Και ξανά.

Δεν υπάρχει πια μέρος που να μην το βλέπω.

(Η ΟΜΙΛΙΑ ΜΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "ΔΥΟ ΜΕΡΗ ΣΙΩΠΗ, ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΛΕΞΕΙΣ" , ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ 8 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ, ΣΤΟΝ ΙΑΝΟ)

Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2010

ΕΙΔΕΣ ΠΟΤΕ ΤΗ ΒΡΟΧΗ;


ΣΕ ΟΛΑ τα κείμενα της νύχτας βρέχει. Οπως στις ταινίες του Ταρκόφσκι. Οταν εμφανίζεται η βροχή, η ανθρωπότητα χάνεται μες στα ρείθρα. Τα ξεβαμμένα από την καθημερινότητα σώματα ξεβάφουν ακόμη περισσότερο. Κανείς δεν θέλει αυτό που μπορεί. Ολοι θέλουν παραπάνω. Τα δάκρυα γίνονται αόρατα. Πώς μπορώ να κλάψω όταν κάθε μέρα καταστρέφουν τα μάτια μου;

Ενας ολόκληρος κόσμος σταγονών τα πολιορκεί, τα αγγίζει με τις τούφες του. Πολύγλωσσος, πολυνίκης - η βροχή είναι αήττητη. Ξεπλένει τους έρωτες που ηττήθηκαν, τους δείχνει τον τρόπο να αποτύχουν. Κατακτά όλους τους τίτλους και τους αφήνει παραδειγματικά στην εξέδρα να μουσκεύουν.

Δεν υπάρχει μία βροχή, αλλά ένας λαός βροχών, λέει ο Μαρτέν Παζ, στο δοκίμιό του «Περί βροχής». Κοιτάζω ψηλά, ένα φεγγάρι παίρνει ρεύμα για να φωτίζει συνέχεια, ανάβει τα πρόσωπα των νεκρών που περνούν. Η βροχή τα σβήνει. Κοροϊδεύει τη νύχτα. Πέφτει σε κάθετες, διαφανείς λωρίδες, θέλω να φυλάξω μερικές στην τσέπη μου, αλλά λιώνουν. Σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Ποτέ; Πάνω στην παλάμη μου έχει μείνει ένα ρυάκι. Το φυσάω με όλη μου την αναπνοή, το ζεσταίνω, προσπαθώ να το διατηρήσω στη ζωή. Αυτό κυλάει. Και χάνεται.

Το τζουκ μποξ της νύχτας παίζει τραγούδια που έχουν σχέση με τη βροχή: November rain, Have you ever seen the rain, Rain and tears. Λάμπουν όπως το νερό πάνω στα αυλάκια του βινιλίου. Ανοίγω τα χέρια μου για να υποδεχτώ τον στρατό των γραμμών που επελαύνουν, τους διαφανείς νάνους με την υγρασία στα μάτια, που αυτοκτονούν ένας ένας, τους αγκαλιάζω, περιορίζω την πτώση τους. Τα τραγούδια τελειώνουν. Ξαφνικά, έχω χιλιάδες νεκρούς που κολάνε στο μπλουζάκι μου, γλείφουν τα χείλη μου ζητώντας βοήθεια, πέφτουν, δεν θα ξανασηκωθούν ποτέ.

Φιλάω τη βροχή για τελευταία φορά, πεθαίνει μέσα στα χέρια μου. Ne me quitte pas. Σκηνές αποχαιρετισμού. Πότε θα' ρθεις να πάρεις τη βροχή από πάνω μου; Το σώμα μου έχει γεμίσει δίχτυα. Κολυμπάω στην υγρασία του, σε αυτό που υπήρχε πριν γίνω σώμα. Πρόκειται για δυστύχημα των σταγονών, οι λαμαρίνες τους έχουν στραπατσαριστεί. Από δω κι από κει, περισσεύεις εσύ. Εγώ, ακρωτηριασμένος. Διαμπερής. Δεν υπάρχουν πια άνθρωποι.

Καταστράφηκαν από τότε που ήμουν παιδί.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=118557

Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2010

ΣΤΟΝ ΙΑΝΟ ΜΕ ΣΙΩΠΗ


Αύριο Παρασκευή 8 Ιανουαρίου, στις 8.00μμ, στο βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ (Σταδίου 24, Αθήνα), παρουσιάζεται το βιβλίο μου ΔΥΟ ΜΕΡΗ ΣΙΩΠΗ, ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΛΕΞΕΙΣ (εκδ. Μεταίχμιο).

Για το βιβλίο θα μιλήσουν:

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ - ΡΟΥΚ, ποιήτρια
ΑΓΗΣ ΜΠΡΑΤΣΟΣ, ποιητής


Ποιήματα από την συλλογή θα διαβάσει ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΖΟΥΜΑΣ

Θα ακολουθήσει μουσικό δρώμενο από τον ΘΑΝΟ ΑΝΕΣΤΟΠΟΥΛΟ (Διάφανα Κρίνα)

Να είστε εκεί.