Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2009

ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΑΝΤΙΟ


(για το ΔΥΟ ΜΕΡΗ ΣΙΩΠΗ, ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΛΕΞΕΙΣ)

Νοσταλγία και καθόλου νοσταλγία, μοναξιά και καθόλου μοναξιά, ελπίδα και καθόλου ελπίδα. Ποιήματα τα οποία διαχειρίζονται την πόλη με έννοιες που έχασαν το νόημα και που είναι το νόημα να τους δώσει εκ νέου κίνηση.
Οπωσδήποτε ο έρωτας επιτελεί το έργο, όταν το αναποτελεσματικό χάνει το αποτέλεσμά του. Από δω και στο εξής/Θα περνάω την ώρα μου//Επαναλαμβάνοντας αντίο//Με αέρα και σκόνη.

Β.Κ.Κ.


ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΚΑΛΑΜΑΡΑ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=113384

Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2009

ΧΩΡΙΣ ΤΗ ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ

Πίνακας του Γκουστάβ Κουρμπέ, Η πηγή του κόσμου, 1866


ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ «εν ημέραις Ηρώδου του βασιλέως». Επειδή η μητέρα του μύρισε έναν κρίνο. Ο Ιωσήφ απλώς επέβλεπε. Μέσα σε έναν στάβλο, στη Βηθλεέμ, κάτι παράξενοι τύποι με καμήλες τού πρόσφεραν χρυσό, λίβανο και σμύρνα. Μετά του είπαν ότι έπρεπε να λυτρώσει τον κόσμο. Τους ανθρώπους. Να κρύψει τη φρικτή είδηση. Αυτός, ένας παλαιστίνιος επαναστάτης. Ενας αντάρτης που χαμογελούσε στον πόνο. Ενας καμικάζι του έρωτα. Δεν μπορούσε να φανταστεί όσα θα ακολουθούσαν. Φυσικά δεν τον ρώτησαν. Ούτε για τη Γέννηση. Ούτε για τη Ζωή. Ούτε για τη Σταύρωση.

Ηθελε να 'ναι ξυλουργός, όχι σωτήρας. Μπορεί και προφήτης. Ισως πλανόδιος μουσικός, με κιθάρα και φυσαρμόνικα. Αλλά όχι αυτό, το «Υιός του Θεού». Οχι αυτή η αμαρτία της ιερότητας. Είναι πολύ βαρύ να είσαι χρισμένος. Εντεταλμένος. Επιφορτισμένος με το αδύνατο.

Για να νικήσει τους φόβους του έγραφε ημερολόγιο. Την ιστορία της επικοινωνίας του με τον κόσμο. Το έλεγε Αγία Γραφή. Είχαν περάσει σχεδόν 2.000 χρόνια κι εκείνος ακόμη ζούσε. Καταδικασμένος να ζει στην αιωνιότητα. Ισόβια, με την ποινή της ζωής. Πώς θα το άντεχε;

Επισκεπτόταν συχνά τον τάφο της μητέρας του, στο Ορος των ελαιών. Εκεί που είχε καταφύγει την παραμονή της Σταύρωσης. Καθόταν και της μιλούσε με τις ώρες, του άρεσε. «Εγένετο δε ο ιδρώς αυτού ωσεί θρόμβοι αίματος καταβαίνοντες επί την γην». Ο κήπος της Γεθσημανή φαινόταν, από τα Εξάρχεια, σαν μικρός ναός. Ακριβώς μπροστά στο Φλοράλ. Θα πήγαινε.

Κάθεται στα τραπεζάκια της πλατείας, πίνει φραπέ, περιμένει τους Ρωμαίους. Με τον Ιωάννη. Οι Πραιτοριανοί έχουν μακριά μαλλιά, μεγάλα στήθη, θηλυκά πόδια. Τους βλέπει να έρχονται. Το κέντρο του δόρατος είναι βουτηγμένο στο δηλητήριο. Κάθε βράδυ τον σκοτώνουν, κάθε πρωί ανασταίνεται. Βαρέθηκε να ανασταίνεται. Βαρέθηκε να μην μπορεί να πεθάνει.

Στην Αραχώβης ο Κιθ Ρίτσαρντς του ζήτησε να δείξει συμπάθεια για τον Διάβολο. Ελπίζω να μαντεύεις το όνομά μου, ψιθύρισε. Ο Αντίχριστος είναι γυναίκα. Μου το είπε ο Λαρς Φον Τρίερ. Ηταν ακόμη ερωτευμένος με τη Μαγδαληνή. Αυτή η γυναίκα ήταν μια θήκη φτιαγμένη για να τον υποδέχεται. Μια καμπίνα γεμάτη μήλα. Εμπαινε μέσα της και ζούσε. Μόνο εκεί δεν αισθανόταν απειλημένος. Μόνο εκεί πέθαινε. Είχαν χωρίσει, είχε βασανιστεί. Ο μόνος λόγος που γεννήθηκε και σταυρώθηκε, ήταν για να μπορεί να βλέπει αυτή τη γυναίκα.

Γεννήθηκε στη Δραπετσώνα. Στο Χάρλεμ. Στη Σταυρούπολη. Στα ναυπηγεία της Ελευσίνας. Στο Νιουκάσλ. Στα προσφυγικά του Μοσχάτου. Στα εργοστάσια ζάχαρης στην Κούβα. Γεννιέται συνέχεια. Παντού. Μόνος.

Και δεν το αντέχει άλλο.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=115007

ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΜΙΑΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΔΙΑΔΗΛΩΣΗΣ Η ΜΙΑΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ



Χριστόφορος Κάσδαγλης

Η Αριστερά και ο κακός ο λύκος

εκδόσεις Οξύ, σ. 205, 15,50 ευρώ


Αρχικά σκέφτηκα να το ονομάσω «Σπλιτ» - χωρισμός, διαζύγιο, διαίρεση. Αλλά μου είπαν ότι ο τίτλος είναι αγκαζέ και έκανα πίσω. Επειτα σκέφτηκα τον τίτλο «Η Αριστερά και τα τρία γουρουνάκια». Καλό φαινόταν κι αυτό, αλλά κάπου στο δρόμο -δεν ξέρω πώς- το ένα γουρουνάκι διαγράφηκε απ' το κόμμα. Λίγο αργότερα, τα άλλα δύο διασπάστηκαν. Ετσι, κι αυτή η περίπτωση έμεινε στον αέρα.

(Χριστόφορος Κάσδαγλης, από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)



ΣΤΟ ΕΞΩΦΥΛΛΟ το κόκκινο πανό είναι πεσμένο. Το σύμβολο έχει ηττηθεί. Το τέλος μιας μεγάλης διαδήλωσης; Μιας μεγάλης ελπίδας; Ο μικρόκοσμος της Αριστεράς, κάτω από το μικροσκόπιο ενός δημοσιογράφου. Που πονάει για όσα έγιναν. Αλλά, κυρίως, για όσα δεν έγιναν. Το γαμώ το ενός αριστερού που προσπαθεί να μιλήσει γι' αυτά σε ένα 10χρονο παιδί - το παιδί του. Η Αριστερά που πάσχει από ρευμα-τισμούς, που αγωνίζεται να ξεπεράσει τα κλινικά της συμπτώματα, που αγωνίζεται να μεγαλώσει. Που τσακώνεται με τον εαυτό της σε υποστυλωμένους χώρους, με λερωμένα αγάλματα. Που αυτοθαυμάζεται σε ολομέλειες, σε συνέδρια, σε φεστιβάλ διαρκείας. Με εντιμότητα ή ανεντιμότητα. Που κατευθύνεται μπουσουλώντας προς την ωριμότητα και αργεί. Από τον Εμφύλιο, από τη Βάρκιζα, από τη Μεταπολίτευση, από το '89, από τα 1.000+1 πρόσωπα της ανανεωτικής της πλευράς. Από τα 1.000+1 πρόσημά της, θετικά και αρνητικά. Αυτή η Αριστερά. Που όλο αργεί.

«Αν ποτέ σας ρωτήσουν γιατί ψηφίζετε ΚΚΕ Εσωτερικού, απαντήστε τους: γιατί έτσι μας αρέσει», έλεγε στην πλατεία Ομονοίας ο Λεωνίδας Κύρκος, λίγο πριν από τις εκλογές του '81. Και πράγματι. Τότε μας άρεσε. Γιατί μας άρεσε ο ύμνος της χαράς του Μπετόβεν, γιατί μας άρεσε η φυσαρμόνικα, γιατί μας άρεσε η ελπίδα των πραγμάτων.

Από τότε η μικρή κοκκινοσκουφίτσα φόρεσε prada, έγινε ΕΑΡ, Συμμαχία, Συνασπισμός, ΣΥΡΙΖΑ, ριζοσπαστική, ανανεωτική, ανένταχτη, και ψάχνει το κλειδί της αριστερής διακυβέρνησης σε βιβλία με παιδικά παραμύθια. Το έχει κρύψει εκεί ο κακός λύκος. Οι εκάστοτε ηγεσίες της, οι εκάστοτε πτέρυγές της, οι εκάστοτε συνιστώσες της, ενώ ξέρουν το βιβλίο, αρνούνται να βρουν το κλειδί. Εχουν πνιγεί στις τάσεις, στις αποφάσεις, στις αντανακλάσεις, στους φορείς, στις δυναμικές, και από πολιτική; Τίποτα. Τίποτα. Μονάχα γκρίνια. Και γκρίνια. Και γκρίνια. Αυτό άραγε φτάνει;

Ο Χριστόφορος Κάσδαγλης μιλάει εδώ θυμωμένα σε δύο παιδιά: το παιδί του, και το παιδί που κουβαλάει μέσα του. Νουθετεί, διαμαρτύρεται, κρίνει, απογοητεύεται. Ομως αυτό που κυρίως κάνει, είναι να πονά. Για τον έρωτα που χάθηκε. Για την Αριστερά που δεν πέρασε την τάξη. Που έμεινε μετεξεταστέα. Που λιγόστεψε επικίνδυνα. Σε ανθρώπους, σε ιδέες, σε φαντασία. Οι 300 του Λεωνίδα τελικά δεν μεγάλωσαν. Ούτε σε εκλογικά ποσοστά ούτε σε νοοτροπία ούτε σε στρατηγικούς προσανατολισμούς.

Τριάντα πέντε κοντά χρόνια από τη Μεταπολίτευση και η ταινία παραμένει ασπρόμαυρη. Το φιλμ, ίδιο. Η Αριστερά φοράει ακόμη κοντά παντελονάκια και παίζει στο δάσος. Δεν πρόκειται για νοσταλγία του παρελθόντος. Ούτε για σύμβολο αθωότητας. Αλλά για αδυναμία επιρροής.

Αν ποτέ μεγαλώσει, τότε μπορεί να παραλάβει και το βραβείο της: Είναι αυτό το βιβλίο.



ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=115002

Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2009

ΠΑΤΡΙΔΑ


Δύο μέρη σιωπή, ένα μέρος λέξεις, Βιβλιογητέματα, Μοσχάτο, Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2009, 7μμ


Έξω απ' το βιβλιοπωλείο ο Τάκης Μενδράκος φύλαγε σκοπιά με τον δικό του, σχεδόν περήφανο τρόπο. Μέσα στο ισχνό του σώμα χωρούσε το μισό Μοσχάτο. Το βλέμμα του έψαχνε τις σκιές - που έφυγαν πρώτες. Δίπλα του, η Αγγελική Στρατηγοπούλου - πότε πέρασαν 40 χρόνια; -συνεπιβάτης στο τραίνο της μεγάλης φυγής. Δεν φύγαμε ποτέ.
Τους είδα από μακριά. Σαν να ζήλεψα την αγάπη που ανήγγειλαν. Ήθελα να την μαζέψω, να τη βάλω στη γυάλα. Ήταν ανάγκη; Αγάπησαν και δεν βρήκαν τη σκόνη.
Πάρκαρα. Έπαιζε ένα πιάνο. Το Μοσχάτο με χριστουγεννιάτικα φωτάκια. Έλαμπε μέσα στις καθημερινές του χειρονομίες. Μύριζε παγωτό φράουλα.
Ένα ταξί έφερε την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ. Κατέβηκε όπως η Τζόπλιν στο φεστιβάλ του Μόντερει, περπάτησε στο χώρο. Η Μαρία Καστάνη, κουλουριασμένη σε μια καρέκλα. Aγκαλιά με τα ποιήματα. Την είδα απ' το τζάμι, είδα τα χείλη της που κινήθηκαν ρυθμικά. Διάβαζε. Μπήκα. Ο Γιάννης Σουλιώτης ήταν εκεί: Ένα βουνό τυλιγμένο σε καπαρντίνα.

'Ηρθαν οι φίλοι. Οι παλιές γυναίκες. Το μέλλον το μετάνιωσε, δεν χωρούσε. Δεν μπήκε. Ακούμπησα το μικρόφωνο. Ένα κοριτσάκι πέρασε μπροστά απ' τα μάτια μου, μου είπε σε βρήκα. Η μουσική έσβησε. Η Μαρία χάιδεψε τις πρώτες λέξεις. Τις έκανε να ριγήσουν.
Και ξεκινήσαμε.

(οι ομιλίες της εκδήλωσης θα αναρτηθούν σύντομα εδώ)

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2009

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ


Τα ΒΙΒΛΙΟΓΗΤΕΜΑΤΑ και οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ σας προσκαλούν στην παρουσίαση της νέας ποιητικής συλλογής του Σταύρου Σταυρόπουλου

ΔΥΟ ΜΕΡΗ ΣΙΩΠΗ, ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΛΕΞΕΙΣ

την Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2009, στις 7:00 μ.μ.
στο βιβλιοπωλείο ΒΙΒΛΙΟΓΗΤΕΜΑΤΑ (Χρυσοστόμου Σμύρνης 111, Μοσχάτο).

Για το βιβλίο θα μιλήσουν:
Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, ποιήτρια και ο Τάκης Μενδράκος, συγγραφέας.

Ποιήματα από τη συλλογή θα διαβάσει η ηθοποιός Μαρία Καστάνη.

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2009

ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΘΑΝΑΤΩΝ


ΝΟΜΙΖΩ ότι όταν γεννήθηκα, δεν γεννήθηκα ολόκληρη. Ενα μέρος μου φράκαρε μέσα στη μήτρα, σφήνωσε στα τοιχώματά της και αρνιόταν να γεννηθεί.
Μπορεί και να το κράτησε η μαμά μέσα της για να τη ζεσταίνει, αλλά όταν μεγαλώσω θα της το πάρω. Δεν θα της το επιστρέψω ποτέ. Εκείνη δεν με έδιωξε απ' το σώμα της παριστάνοντας τον Θεό;

Θυμάμαι ακόμα τις σαπουνάδες που γλιστρούσαν στο σώμα μου καθώς κολυμπούσα. Ερχόμουν κατά συρροή. Τα νερά του ποταμού ήταν κίτρινα και χύνονταν μέσα μου. Γύρω γύρω είχε μουσική -για όχθες. Κάποιος με έσπρωχνε να βγω. Βγήκα. Ηταν η τελευταία μέρα που ήμουν ελεύθερη: Η μέρα που γεννήθηκα.

ΕΞΩ έκανε κρύο. Βγαίνοντας απ' το σπίτι, η θάλασσα έλειπε. Τα όστρακα, οι χρωματιστές πεταλίδες, τα κίτρινα νερά, η μαγεία του βυθού, είχαν εξαφανιστεί. Δεν είχα πια τίποτε να πω, μόνο να θυμάμαι· κι όμως, μόλις άρχιζα να μαθαίνω να μιλώ. Στην αρχή με κραυγές· απελπισίας. Μετά με πραγματικές λέξεις, που απεδείχθη ότι δεν ήταν καθόλου πραγματικές. Ετσι, επέστρεψα ξανά στις κραυγές μου. Εβλεπα το άγαλμα του εαυτού μου στημένο· σε έναν σταθμό, σε ένα σχολείο, σε ένα σπίτι, σε ένα επάγγελμα, σε έναν έρωτα, σε μια ζωή. Γιατί έπρεπε να περάσω από τόσους θανάτους;

Οι Ινδιάνοι λένε ότι η ποίηση συμβαίνει όταν ένα ρήμα, ένα ουσιαστικό κι ένα επίθετο συναντιούνται για πρώτη φορά. Η ερώτηση δεν είναι αν σου αρέσει, αλλά αν την αντέχεις. Η συντριβή είναι δεδομένη. Θα ήθελα να κατασκευάζω τα πράγματα, αλλά εδώ έξω ήταν αδύνατον. Πάτησα, λοιπόν, πάνω στη σκιά μου και ανέβηκα σ' έναν βράχο. Μάζεψα τους ήλιους που βρήκα, τους έκανα κέικ. Γύρω γύρω στόλισα φως. Το φως περπατούσε ξυπόλυτο πάνω στην τούρτα. Οι πατούσες του ήταν ξεβαμμένες. Το ίδιο και οι δικές μου. Η πρώτη μου ποιητική προσπάθεια ήταν στη διαπασών.

ΤΩΡΑ θέλω να επιστρέψω και δεν μπορώ. Σ' αυτό που έζησε απ' τη βροχή. Πόσο τοις εκατό σκουριά, πόσο τοις εκατό χαμόγελο; Το ουράνιο τόξο έχει πηδήξει απ' το μπαλκόνι. Η σπηλιά με τα κίτρινα νερά και τις χρωματιστές πεταλίδες έχει γκρεμιστεί. Ο,τι έκανα, δεν το έκανα εγώ. Το έκαναν οι άλλοι, για τους οποίους δεν ευθύνομαι.

Ομως, βαρύνομαι. Σχεδόν αποκλειστικά.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=111074

Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2009

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΕΣ ΕΚΔΟΧΕΣ ΤΗΣ ΙΔΙΑΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ





Η επαναστατική αθωότητα

Δημήτρης Παπαχρήστος

Γιουχανάν

Εμπειρία Εκδοτική, σ. 212, 18 ευρώ


Ο χαμογελαστός Μήτσος. Ο κόκκινος. Περισσότερο απ' το αίμα, λιγότερο απ' το αλκοόλ. Γνώρισε τη Φαίδρα του στην Εύβοια το 428 π.Χ., του τη σύστησε ο Ευριπίδης. Αδέλφια μου στρατιώτες. Η αριστερά της καρδιάς - η καρδιά είναι πάντα αριστερά. Υπάρχουν ακόμα. Καρδιές, ευρύχωρες. Αριστερά. Ερωτες, από τον καιρό του Πολυτεχνείου. Φοιτητές, τανκς στο προαύλιο. Εθνικός ύμνος. Η πόρτα. Δεν θα μας ρίξετε. Τους έριξαν. Εγώ, εντεκάμιση χρονώ. Εγραφα με το αριστερό και φοβόμουν μη με συλλάβουν. Μετά, μακριά μαλλιά. Οχι Θεοδωράκης, όχι Καραμανλής. Σύμβολο, τα κουρέλια. Τραγουδούν ακόμα. Και οι κλωστές της μνήμης, της Ιστορίας. Κι αυτές κόκκινες. Ενα ταξίδι που αρχίζει από την Κεφαλονιά, σταματάει για λίγο στην Ικαρία και τη Σάμο, περνάει απέναντι στη Μικρά Ασία. Ενα ταξίδι μνήμης. Διασχίζει το Αιγαίο έως τη Μέση Ανατολή. Τρόπος τού λέγειν, Μέση Ανατολή. Η Ανατολή είναι άλλα ονόματα. Πολλά. Εως εκεί που φτάνει το μάτι μας. Εως το Γιουχανάν, ε; Ασε να πάμε πρώτα. Ασε να το βρούμε. Κι ας λαχανιάσουμε: Φυσούσε ο χρυσός της ζωής αέρας. Το πλοίο είχε μπει στο λιμάνι. Η Σάμος, ένας θρύλος, ένα τραγούδι. Ορθια τα βουνά της, κρατούσαν την υπερηφάνεια του αντάρτικου κι ας ήταν μισοκαμένα, όπως ήταν μισοκαμένα και της Ικαρίας. Δεν ήξεραν τη συνέχεια του ταξιδιού τους, τους οδηγούσε η βαθιά επιθυμία να είναι μαζί.

Στο μυθιστόρημα του Παπαχρήστου το στοίχημα είναι ένα: Να βρούμε τον τόπο που δεν υπάρχει, να πάρουμε την ουτοπία στο σπίτι μας. Ψάχνω να βρω ποιος κάνει τον Κοροβέση. Το Γιουχανάν είναι μια αγκαλιά. Του Ιππόλυτου με τη Φαίδρα.

Εκεί είναι βαθιά. Ο ήλιος καίει. Να προσέχεις τα φτερά σου, εντάξει; Το αύριο είναι χθες. Αφού το ξέρεις. Εμείς είμαστε πουλιά. Και τα πουλιά είναι οι ψυχές του Σύμπαντος.

Η κοινωνική αθωότητα

Φώτη
ς Γεωργελές

Νυχτερι
νές πτήσεις

εκδόσεις Κέδρος, σ. 302, 14 ευρώ


Ο Α112. Ο Αρης Σάρτας. Ο Φώτης Γεωργελές. Ολοι αυτοί. Τα edito στην Athen's, για ταξίδια; Παλιές ιστορίες, αποτυπωμένα θαύματα, ιδρώτες. Ο ρεαλισμός τους σε πιάνει απ' τον λαιμό. Σε βουτάει. Και η ιστορία ετοιμάζεται να ξετυλιχτεί. Ετοιμη. Σαν σαΐτα που ακολουθεί τα σημάδια της - διαδρομή προς τα πίσω. Με βόλτες σε πόλεις, σε πρόσωπα, σε γεγονότα. Με έρωτες, μουσικές, διαψεύσεις. Με σημαιάκια απαγορευτικά που εννοούν ότι μεγαλώσαμε. Με απουσίες που αποδεικνύουν αχρησιμοποίητα γεύματα. Με χρόνια που περνούν γεμάτα, σαν σινεμά. Σαν καλοκαίρια. Λέξεις που μυρίζουν καρπούζι. Που κρυφοκοιτάζουν απ' τα στενά το παρόν. Που βγάζουν ανυπόμονα το κεφάλι τους έξω απ' το νερό για να πάρουν ανάσα. Που κόβουν δρόμο μέσα από καλαμιές, για να φτάσουν κατευθείαν στο τέλος. Ανυπόμονες λέξεις. Λέξεις παιδιά.

Η ζωή είναι προ των πυλών. Οχι αυτή, η ψεύτικη. Η άλλη, που κοιτάζει την ανοιχτή βαλίτσα και δεν ξέρει τι πρέπει να βάλει μέσα. Η άλλη που πιστεύει στο ένστικτο. Ερχεται, για να αφήσει τη ζωή εκτός γηπέδου. Για να τη βγάλει απ' το παιχνίδι. Ταξίδια μέσα στην πόλη, ταξίδια εκτός πόλης, ταξίδια έως την άκρη της νύχτας. Ξημερώνει, θα κουραστούμε ποτέ; Τώρα ξεκουράζεται στο μπαλκόνι, βαρέθηκε να αναπνέει μέσα απ' το κλιματιστικό. Βαρέθηκε τις επιγονατίδες, για να μπορεί να μετέχει. Ούτως ή άλλως θα χτυπήσει. Θα απαθανατίσει τον θάνατο - μια ακόμη φορά: Οι συζητήσεις του τέλους των διακοπών. Γιατί πιάσαμε αυτή την κουβέντα; Σε λίγο στα πορτ μπαγκάζ θα' χουμε φορητούς απινιδωτές. Νευρικά γέλια. Το μαγαζί κερνάει σφηνάκια κανάτες σε όλους, τέλος σεζόν. Η μουσική παίζει μέχρι το πρωί. Οταν βγαίνεις έξω ξημερώματα, όταν βλέπεις τον ήλιο να ανατέλλει, έχεις μια αίσθηση σαν να χαίρεσαι που επέζησες άλλη μια μέρα. Αλλο ένα καλοκαίρι. Ενα κορίτσι μεθυσμένο. Πέφτω, ψιθυρίζει, και πέφτει. Στο πάτωμα, χυμένα ποτά. Η θάλασσα έχει λίγο κύμα. Φυσάει.

Η κοσμική αθωότητα


Κωνσταντίνος Τζούμας

Complete unknown

εκδόσεις Καστανιώτη, σ. 595, 22,99 ευρώ


Λεπτός, αυτοβιογραφικός λόγος. Ερωτικός και στέρεος. Απολαυστικός. Με ανισόπεδους κόμβους, σιωπηλά ποτάμια, αναψοκοκκινισμένες πλευρές. Τζαζ σε συνέχειες. Κωνσταντίνος Τζούμας, second part. Μετά τη θάλασσα του Πειραιά, μετά την Καστέλλα και τα καφέ του Κολωνακίου, η Νέα Υόρκη. Τα φώτα, η ανωνυμία, το απίστευτο στυλ τού να ζεις με απίστευτο στυλ. Οι οβιδιακές μεταμορφώσεις. Οι θηλυκές λεπτομέρειες. Τα θεατρικά ντεσού. Τρούμαν Καπότε, Μπιάνκα Τζάγκερ, Γούντι Αλεν, Φέι Ντανάγουεϊ, Γιόκο Ονο. Και άλλοι, πολλοί. Δεν είναι και λίγο πράγμα να τρως και δίπλα σου να τρώνε οι Ρόλινγκ Στόουνς.

Συναντήσεις σε εστιατόρια, σε κρεβάτια, σε λίβινγκ ρουμ. Σε όλους τους τόνους τού σιελ. Λάμποντας από υγεία, από περιέργεια, από αφθονία. Μπορείς να πεθάνεις από ζωή; Μια ευφυΐα σε έκρηξη. Μια αέναη προσμονή. Ομορφιάς. Πώς την είπαμε την τύπισσα;

Ηρθε. Ηταν εκεί μ' ένα κρεμ εφαρμοστό φόρεμα από σατινέ ταφτά. Ακουμπάει στο θολωτό πλέξιγκλας που ξεκινάει απ' το περβάζι του ρουφ γκάρντεν και καταλήγει πίσω απ' τη μεγάλη αχιβάδα, στην πλάτη της ορχήστρας με τα παπαγαλί σακάκια και τα φούξια πουκάμισα. Η τραγουδίστρια με το μαύρο φόρεμα -βαθύ ντεκολτέ μπρος και πίσω, μαλλί σαν λιωμένο χρυσάφι, να χαϊδεύει το λακκάκι των γλουτών - τραγουδάει το «Vita mia» δραματικά. Το εννοεί.

Και η λογοτεχνία. Στις σελίδες τα ρήματα ρημάζουν τις προτάσεις, οι επιθετικοί προσδιορισμοί κάνουν πάρτι, η μνήμη απορεί. Κάνει μια ζέστη. Τα ντεκολτέ εξαντλούνται. Αλλά ας μην το κάνουμε θέμα. Ο Τζούμας γράφει όπως παίζει η Γκρέτα Γκάρμπο. Ή όπως σολάρει ο Κιθ Ρίτσαρντς. Με το ένστικτο του επιζήσαντος. Από έναν πανωλεθρίαμβο.

Η λογοτεχνική αθωότητα


Μιχαήλ
Μήτρας

Μηχανή
αναζήτησης

εκδόσεις Νεφέλη, σ, 213, 15 ευρώ

Σε μια φωτογραφία ο καιρός. Ενδιάμεσα επιπλέουν οι παύλες. Τα κενά διαστήματα Φωτογραφίζουν την αναζήτηση, επισημαίνουν το τραγικό: Αρχισε να βρέχει όταν / Από κάποια απόσταση / Την πρόσεξε για πρώτη φορά / Φωτιζόταν στις λεπτομέρειες / Απλώθηκε μια σιωπή / Τον κοίταξε επίμονα / Χωρίς να δείχνει έκπληξη / Ήταν πάντα ένας καθρέφτης εκεί / Πλησιάζοντας περισσότερο / Τώρα ο αέρας φυσούσε πάνω στο πρόσωπό της / Κίτρινα λουλούδια / Βουλιάζοντας στο πράσινο νερό / Μια αργή είσοδος / Αναζητώντας ο ένας τον άλλον / Τόσες τυχαίες συναντήσεις / Από την εποχή της παιδικής ηλικίας.

Ο Μιχαήλ Μήτρας προσπαθεί να εξαντλήσει τον λόγο. Με κουκκίδες, με ελλειπτικά σχήματα. Πεζοποιήματα που εκλύουν συναίσθημα. Που ερεθίζουν τη φαντασία. Ανυπάκουα και υπαινικτικά. Ο μεταμοντερνισμός του εκπλήσσει. Ολες οι λογοτεχνικές εκδορές βρίσκονται εδώ. Επινοήσεις, κατασκευές, όνειρα. Ιχνη πρωτοπορίας. Λέξεις που αιωρούνται πάνω σε ένα σκοινί. Από κάτω ο γκρεμός. Κι αν πέσουν; Δεν έχει σημασία, οι λέξεις αυτενεργούν. Αφήνουν το τυπογραφικό τους μελάνι και φεύγουν.

Ο συγγραφέας δουλεύει με τα υβρίδια, τα μοτίβα, τα αδιέξοδα. Δημιουργεί και μετά ακυρώνεται. Περιπλανιέται στην άκρη μιας άγνωστης χώρας για να την κάνει γνωστή. Αποκρυπτογραφεί, πειραματίζεται και καθώς γράφει, ακρωτηριάζεται. Φεύγουν κομμάτια. Διασπώνται σε επαναλήψεις, σε γραμμές, σε κοπάδια, ακολουθώντας το όραμα της κάθε σελίδας.

Εντιμος λόγος. Που ξέρει να σωπαίνει. Που ξέρει να χαμηλώνει το βλέμμα. Μπροστά στο μη καταγεγραμμένο. Στο άγνωστο που δεν θα ξεκλειδωθεί ίσως ποτέ.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2009

ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ


ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑ ΝΗΣΙ ΣΤΗ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ

Κατά τα άλλα υπάρχω
Χάριν συντομίας
Με μαύρα ερείπια πλήκτρα
-Τα άσπρα τα πήραν για βότσαλα τα παιδιά
Και τα ρίξαν στη θάλασσα -
Προλαβαίνω ακόμα και αντιμιλάω
Σε μερικούς χαλασμένους σηματοδότες
Που επιμένουν στο κόκκινο
Γωνία Αιόλου και Σοφοκλέους

Έχω επιπλώσει το διαμέρισμά μου
Με ετοιμόρροπα ποιήματα
Διατηρώ ακόμα εκεί
Το μικρό τετράδιο
Που σημειώνω τις απουσίες σου

Σ’ ένα στενό κουτί
Στο συρτάρι του κομοδίνου μου
Έχω χωρέσει τους νυχτοφύλακες
Ταξιτζήδες και οδοντίατρους
Βιολογικούς καλλιεργητές που κερνάνε σουβλάκια
Και τις υπόλοιπες αμοντάριστες λεπτομέρειες
Για το μέλλον

Επιμένω ακόμα να ξεγελάω εγκαύματα

Βλέπεις
Οι εραστές κατά την εκταφή
Δεν αναγνωρίζονται απ’ τα δαχτυλίδια
Αλλά από τα καμένα βλέμματα

------------------------------------------

ΑΝΤΙΒΙΟΤΙΚΟ

Εγώ στο κελί μου
Την ώρα της εκτέλεσης

Ιδρύω φεγγίτες


------------------------------------------
ΥΠΟΣΤΕΓΟ

Κι όπως έβρεχε ασταμάτητα
Όλη νύχτα ίδιος σκοπός
Άνοιξα το σώμα σου
Για να ζεσταθώ

Μπήκα

Όμως εκεί

Έβρεχε περισσότερο

(από το βιβλίο ΔΥΟ ΜΕΡΗ ΣΙΩΠΗ, ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΛΕΞΕΙΣ, εκδ. Μεταίχμιο 2009)