Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2009

ΔΑΧΤΥΛΙΔΙΑ



ΣΤΙΣ ΟΧΘΕΣ αυτού του παλιού νησιού νυχτώνει νωρίς. Οι ελιές, από το μικρό μπαλκόνι που βλέπει στον κόλπο, δίνουν τη δική τους χορευτική παράσταση στο κοινό που είναι τα μάτια μου. Λίγο πριν από το σούρουπο διασταυρώνουν τα βλέμματα. Τα φύλλα πλησιάζουν το ένα το άλλο, ριγούν στην ένωση, σχεδόν φιλιούνται, μετά απομακρύνονται. Τα ερωτικά χάδια είναι διάσημα και στα δέντρα. Ο άνεμος που φυσάει πάντα, ενθαρρύνει τις προσπάθειές τους.

Είναι φθινόπωρο, η θάλασσα το καταλαβαίνει και αντιστέκεται. Θέλει να κρατήσει ακόμα το καλοκαίρι στα χέρια της, καθαρό και σιδερωμένο, όπως κρεμάει μια γυναίκα το σώμα της από τον λαιμό για να βγει έξω, διαμορφώνοντας τον κόσμο. Πάνω στα παραθυρόφυλλα και στις πόρτες των σπιτιών έχει σκάσει ο ουρανός. Ο Θεός έχει βάλει τη στολή του και βομβαρδίζει. Μπλε μπογιές παντού. Στα μπαλκόνια, στα μάτια, στις ψυχές. Στις αμμουδιές των ανθρώπων νυχτώνει νωρίς.

Ο αέρας μυρίζει χαμό. Η απώλεια έχει εδώ ένα είδος μονιμότητας, σκαρφαλώνει πάνω στις αναμνήσεις. Γρατσουνάει με τα νύχια της το δέντρο. Το δέντρο είμαι εγώ. Λένε πως όταν χάνεις ένα αγαπημένο σου πρόσωπο, όταν σε εγκαταλείπει η ιδέα ενός ανθρώπου, χάνεις μαζί και τον μισό σου εαυτό. Αυτό δεν είναι πρόβλημα. Το πρόβλημα υπάρχει με τον άλλο σου εαυτό, αυτόν που δεν χάνεις. Που μένει να αντιστέκεται, μέσα σου, αφοσιωμένος πόνος. Μισός. Ζούμε δυο ζωές. Δεν αντιλαμβανόμαστε καμία. Μετά, πεθαίνουμε.

Ενδιαμέσως, περνάμε μια κρίση που δεν μπορούμε να κρίνουμε. Περνάμε. Μια κρίση. Μοιάζουμε με την Αριστερά - αν και πλέον δεν μας ανήκει. Ή μας ανήκει, χωρίς να ανήκουμε εμείς σε αυτήν.

Στην ταβέρνα του Βέλγου, στην ακροθαλασιά, το ακορντεόν συνεχίζει να θριαμβεύει. Καλπάζει μέσα στη νύχτα και την κάνει δερμάτινη. Μα το δικό σου αμάρτημα, του κόσμου όλα τα δάχτυλα. Εσύ μέτρησες ποτέ τα δάχτυλά σου; Ο καιρός είναι ηλικιωμένος, για να καθήσει χρειάζεται προσπάθεια. Κάποιος διπλώνει το σώμα του στο ζεϊμπέκικο, η μουσική παραπονιέται για τα σανίδια. Μου γλείφει το πρόσωπο σαν πιστό σκυλί. Δεν έχω τι να της δώσω, είμαι κι εγώ στην ίδια μοίρα.

Η ζωή είναι πόνος. Το λέει ο Βούδας. Και ο Μητσάκης, που δεν τον νοιάζει για τα δαχτυλίδια. Γιατί είναι ντεκόρ.

Το αληθινό μένει πάντα μόνο του.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2009

ΔΥΟ ΜΕΡΗ ΣΙΩΠΗ, ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΛΕΞΕΙΣ


Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΗΣ


Όλη νύχτα
Έβλεπα την κοιλιά σου να μεγαλώνει
Το σάλιο μου μύριζε πετρέλαιο
Πάνω στο καμένο κορμί
Ένα πλοίο από πορσελάνη
Χυνόταν κάθε λίγο στο στόμα σου
Με κομμένα σκοινιά

Όλη νύχτα
Μ’ έναν φακό
Μάζευα σπασμένα γυαλιά
Από τις αποθήκες σου
Σε άνοιγα και σε έκλεινα
Ως τα κάγκελα της ψυχής
Ως εκεί που μπορεί να φτάσει
Ένας υποψήφιος νεκρός

Προσέχοντας πολύ
Να μην τρομάξω
Την αναπνοή της

Με την πανοπλία μου


ΛΙΓΟ ΑΚΟΜΑ Π ΠΡΙΝ ΠΕΡΑΣΕΙ(Σ)


Ερχόμουν από μακριά
Με τους χειροποίητους μύθους μου
Με τις φυσιογνωμίες των σωμάτων
Γεμάτες λάσπη
Είχα συνηθίσει πια
Να επιπλέω στην καθαρότητα
Ό,τι ήθελα να πω
Το έλεγα πρώτα στον εαυτό μου
Για δοκιμή

Μια μέρα
Άρχισα να σου μιλάω ακατάπαυστα
Και κόλλησαν τα χείλη μου Άνδρο
Όπως έβγαινε η φωνή μου
Λιγόστευα

Εσύ πάλι τι κάνεις
Όποτε το θυμάσαι
Κατεβάζεις τα σκουπίδια στη θάλασσα
Ξεσκόνισε και λιγάκι
Τόσες λέξεις είναι πεταμένες στο πάτωμα

Δε βλέπεις ότι αν συνεχίσουμε έτσι
Θα μας φάει η σκόνη;


Την Παρασκευή 30 Οκτωβρίου κυκλοφορεί το νέο βιβλίο μου ΔΥΟ ΜΕΡΗ ΣΙΩΠΗ, ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΛΕΞΕΙΣ από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2009

ΠΙΟ ΛΙΓΟΣ


ΜΑΤΙΑ κενά, νεκρών ψαριών, σαν κι αυτά που κρέμονται στις ταβέρνες. Αδεια από αίμα. Θολά. Το πρόσωπό σου έχει το ίδιο χρώμα με τη βότκα. Σχεδόν κίτρινο, σακατεμένη ώχρα, στυμμένο πορτοκαλί. Μυρίζει λεμόνι. Και είναι πολλά πρόσωπα μαζί, κρυμμένα το ένα μέσα στο άλλο, σαν τις ρωσικές κούκλες. Δεν ξέρεις ποτέ ποιο αντικρίζεις. Νομίζω πως ο χυμός του λεμονιού έπεσε ταυτόχρονα στο πρόσωπό σου και στο ποτήρι μου. Τη στιγμή που το φως υπόσχεται να ντυθεί σκοτάδι και πασχίζω να βελτιώσω τα χρώματα, αναρωτιέμαι ποιο απ' όλα υπήρξε αληθινό. Ή δεν ήταν κανένα; Μήπως το αληθινό δεν το βλέπεις;

Πάντα υπάρχει κάτι ανάμεσα σε σένα και τους άλλους. Μια σήτα. Ενα παραβάν. Ενα δίχτυ. Ποτέ δεν μπορείς να φτάσεις απ' ευθείας στον άλλον. Περνάς εμπόδια. Λίμνες στα στιπλ. Το νήμα είναι ο καθρέφτης. Αν σπάσει, έσπασες. Ξαναγυρνάς στον εαυτό σου. Κάθε φορά και πιο μόνος. Πιο λίγος. Πιο πρώην.

Εξω βρέχει. Εχω κολλήσει το πρόσωπό μου σ' ένα τζάμι. Ο κόσμος που περνάει απ' έξω είναι θαμπός. Και από μέσα, όμως, θαμπός είναι. Οπως και να τον δεις είναι θαμπός. Οσο μεγαλώνεις, μικραίνεις. Αγαπάς για να ξαναζήσεις την παιδική σου ηλικία και αυτό σε γερνάει περισσότερο. Τα μάτια θαμπώνουν, αντί να θαμπώνονται. Γιατί όταν δείχνεις την αδυναμία σου ο άλλος τη χρησιμοποιεί ως δική του δύναμη;

Μια Μερσεντές Μπενζ αγκομαχάει πίσω μου, στο τραγούδι η Τζόπλιν σαν να φτερνίζεται. Σε λίγο θα αρχίσει να βήχει. Ο δρόμος για το Λεωνίδιο περνάει απ' τον Τυρό και είναι φιδωτός. Οι στροφές μοιάζουν με τεντωμένα τόξα. Στο βουνό ψηλά, έχουν φυτρώσει σπίτια. Λες και τα φύτεψε κάποιος στις πλαγιές του για να το προστατεύουν.

Στην πλατεία του χωριού με περιμένει ο Ουράνης, πεθαμένος απ' το '53. Εχω αργήσει 56 χρόνια, δείχνει απογοητευμένος. Η γραβάτα του είναι σκονισμένη, το βλέμμα του ραγισμένο. Γυρίζω όλα τα ρολόγια πίσω, υπάρχει περισσότερο μέλλον στο παρελθόν, παρά στο παρόν. Φοβάμαι ότι στο μέλλον δεν υπάρχει καθόλου μέλλον. Με ρωτάει: Θέ' να 'ρθει τάχα μιαν ημέρα σαν από τόπους μακρινούς η Ανοιξη που λαχταράμε; Και θα μας εύρει ζωντανούς; Δεν ξέρω τι να του απαντήσω, είναι πεθαμένος. Οπως κι εσύ.

Οπως εγώ. Οπως όλοι.



ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=94873

Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2009

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ ΣΤΑ ΧΕΙΛΗ ΣΟΥ

Έργο του Χάρη Τουφεξίδη

ΣΕ ΕΒΛΕΠΑ από μακριά, η αμμουδιά είχε πάρει να υγραίνει. Τα διάσημα μπλε του σώματός σου μετρούσαν τη θάλασσα και την έβρισκαν λιγότερη. Στη θέα τους η ζωή μου αιμορράγησε. Τα χέρια σου πια, δύο εξημερωμένα ζώα. Δεν είχαν αυτή την παλιά, γνωστή αίγλη στα ακροδάχτυλα. Τίποτε απ' αυτά δεν ήταν αληθινό.
Θέλω σήμερα να γυρίσουμε απ' την άλλη πλευρά· να πάμε ανάποδα. Θα βάλεις τα δυνατά σου; Φύσαγε Νάξο, στις παρυφές του Αλικού. Ηταν περασμένες οκτώ. Το φόρεμά σου σηκώθηκε ώς το εσώρουχο, που ήταν εκεί, φρουρός αυτής της ακοίμητης λευκότητας. Το ύφασμα έκανε μια χορευτική φιγούρα και υπέστειλε την άκρη του. Ο αέρας σε έγδυνε απαλά. Τα μάτια μου κάηκαν. Η θάλασσα πήρε φως. Καιγόταν. Ποιος έκλεψε το ξύλινο αλογάκι μου από την παραλία;

Προσπαθώ να σε περιγράψω, να διατρέξω το σώμα σου· μοιάζεις με γκρεμισμένο ναό. Κάποτε σε κρατούσα στη χούφτα μου και χωρούσες. Κάποτε, που κάθε βράδυ ήταν βράδυ επιστροφής. Νομίζεις πως μπορείς να αφηγηθείς τα συναισθήματά σου, αλλά δεν μπορείς να τα μεταδώσεις. Τη στιγμή που αρχίζει η διαδικασία κατανόησης από τον άλλον, παύουν να υπάρχουν ως συναισθήματα. Ο έρωτας είναι ένα καλό παράδειγμα γι' αυτό. Παραμένει ανεξήγητος, όπως και τα περισσότερα πράγματα στη ζωή· για να διατηρήσει το απροσπέλαστο της γοητείας του. Δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να απαντηθεί. Τίποτα. Το πιο όμορφο πράγμα στον κόσμο είναι συγχρόνως και το πιο άσχημο. Αυτό που δεν θα προλάβει ποτέ να ολοκληρωθεί.

Με κοίταξες μέσα απ' τα δίχτυα των ποδιών σου, το ρεύμα τους με παρέσυρε. Η στρογγυλάδα των γλουτών μετέφερε στην κλεψύδρα την ποσότητα της άμμου που χρειαζόταν για να ξαναξεκινήσει. Η πανοπλία μου πνίγηκε. Για ποιο λόγο χαμογελάμε χώρια, βρεχόμαστε χώρια, αναπνέουμε χώρια; Το φεγγάρι βάφηκε κόκκινο, γλίστρησε πάνω σου και έγινε σκόνη. Στα νερά η βαρκάδα φωτίστηκε από τα κεριά του χρόνου. Απέναντι, το βουνό χοροπήδησε.

Με φίλησες. Μάσησα ό,τι αληθινό υπήρξε κάποτε από σένα, πίνοντας σιγά σιγά, με μικρές γουλιές, τα χείλη σου. Πήρα στα δόντια μου όσα εκατοστά παρέμεναν ακόμα ελεύθερα. Κι αμέσως βράδιασε. Γνώριμα, ουσιαστικά, αναπόφευκτα.

Βράδιασε σαν Ελλάδα.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2009

ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΜΕΝΗ ΣΥΡΟΣ



ΣΤΗ ΣΥΡΟ όλα τα μπαλκόνια έχουν υποστυλώματα. Αυτό που ονειρεύονται οι περισσότεροι άνθρωποι για τους εαυτούς τους. Μαρμάρινα, σκαλιστά γάμα δημιουργούν την εντύπωση ότι σ' αυτά οφείλουν την ύπαρξή τους.
Πολλά σκαλιά. Εξω απ' τη δημοτική βιβλιοθήκη της πλατείας, ο Ροΐδης ψιθυρίζει το «Out of time» των Rolling Stones. Με χαιρετάει βαριεστημένα μ' έναν ακκισμό, μου καταλογίζει ελλιπή ανάγνωση της «Πάππισας Ιωάννας». Ολα τα πράγματα είναι μονά. Αδιαπέραστα. Πάνω στη νεοκλασική πέτρα της Ερμούπολης η μοναξιά δείχνει σαν παλιός ενετικός θυρεός. Τα ίχνη της ακόμα διακρίνονται. Προσωρινά σε αντικαθιστούν εφτά μπίρες. Ο Σαράντης, η Βαρβάρα, δυο - τρεις φίλοι. Η κουβέντα μεγαλώνει, φτάνει ώς τα σκαλιά του δημαρχείου.

Το παλιό, ερειπωμένο αρχοντικό στην Ντελλαγκράτσια μάς περιμένει. Αυτοί που έζησαν εδώ πριν από μας, φρόντισαν να αφήσουν στην τραπεζαρία δυο ποτήρια για το καλοσώρισμα. Μεγάλο τμήμα της στέγης έχει καταρρεύσει. Μοιάζει με φτερό αεροπλάνου που έχει καρφωθεί στο σπίτι. Το πηγάδι έχει ακόμη νερό. Ποιος ξέρει πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε που έσβησε οριστικά το φως. Ανάβω τον αναπτήρα μου, όπως κάνουν στις συναυλίες. Δεν τραγουδάει όμως κανείς.

Πάνω στη μηχανή, στον δρόμο για το δωμάτιο των επιθυμιών, όλα δείχνουν λάθος συντελεσμένα. Ο ήλιος κίτρινος, πέφτει πάνω στον ουρανό και τον βάφει. Η ανάμειξη του μπλε με το κίτρινο λένε ότι δίνει το πράσινο, αλλά λένε ψέματα για να μη μας τρομάξουν. Η σωστή απάντηση είναι μαύρο και μας το κρύβουν.

Οταν φτάνω στον Γαλησσά, η μηχανή εξεγείρεται. Ο αέρας φυσάει εννιά Μποφόρ, θέλω να μπω στο δωμάτιο και να γλείψω το πάτωμα. Τα μισά απ' τα υγρά της πισίνας ανήκουν σε σένα. Το τραγούδι του Μάρκου με κοιτάζει από έναν τοίχο, παραπονιέται ανορθόγραφα. Να σε πάρω να γυρίσω Φοίνικα, Παρακοπή. Διορθώνω τον Φοίνικα με το στυλό, είναι γραμμένο με γιώτα. Καμία Συριανή, πάντως, δεν είναι γλυκιά.

Στο λιμάνι η συζήτηση για τον Χάιντεγκερ καταλήγει μοιραία στο Αουτσβιτς. Το βράδυ τα μπαρ παίζουν κάτι που θέλει να γίνει μουσική, οι γυναίκες είναι από καραβόπανο. Πίνω τη χειρότερη βότκα της ζωής μου. Για να καθήσω, πατάω δυο σκυλιά. Κανένα δεν διαμαρτύρεται. Οι άκρες των δακτύλων μου είναι παγωμένες. Ακουσα ότι στο Νεώριο επισκευάζουν και μεταχειρισμένες αγάπες.

Να πάμε.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2009

ΧΕΙΡΟΝΟΜΙΑ ΑΓΑΠΗΣ Νο. 2

Την Μαρία Ροδοπούλου δεν την γνωρίζω προσωπικά. Με πήρε τηλέφωνο και μου εκδήλωσε την επιθυμία της να κάνει μια εκπομπή για μένα στο radiobubble. Ζήτησε την άδεια μου για να χρησιμοποιήσει κάποια αποσπάσματα από βιβλία μου και από κείμενά μου στην Ελευθεροτυπία. Της την έδωσα. Με ρώτησε αν προτιμώ κάτι, της είπα όχι. Τα αποσπάσματα που θα ακούσετε είναι από τα Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου και Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα (εκδ. Απόπειρα). Επίσης ένα κείμενο από την στήλη Νύχτα είναι, θα περάσει που διατηρώ στην Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας. Έχει επιλέξει σκηνές παραληρηματικού ερωτισμού. Αυτή ξέρει καλύτερα. Εγώ την ευχαριστώ - όπως και την Βάγγη Χατζησταμάτη που τα απέδωσε - για την πρωτοβουλία και την αγάπη της.

ΑΚΟΥΣΤΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΚΠΟΜΠΗ ΕΔΩ
http://www.radiobubble.gr/audio/user/1092

ΧΕΙΡΟΝΟΜΙΑ ΑΓΑΠΗΣ Νο. 1


Η drapetis 83 έφτιαξε αυτό το βιντεάκι για το βιβλίο μου Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα και το ανέβασε στο youtube. Την ευχαριστώ για την αγάπη της.

ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ

http://www.youtube.com/watch?v=hw_sODgcjpI


Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2009

ΣΤΗ ΓΗ ΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑΣ


ΘΕΛΩ να βάλω αντηλιακή κρέμα κι επειδή είναι νύχτα, δεν με αφήνουν. Κλαίω. Μου έχουν πει ότι αντηλιακό βάζουμε μόνο τη μέρα για να προστατευόμαστε απ' τον ήλιο, αλλά εγώ δεν τους ακούω. Απ' το σκοτάδι δεν προστατεύεσαι δηλαδή; Τα εγκαύματα που αφήνουν οι άνθρωποι είναι πιο επικίνδυνα. Το σκοτάδι τους με κάνει και τρέμω. Το βγάζουν απ' τις τσέπες τους κι εγώ κρυώνω. Ο ήλιος δεν φταίει. Είναι καλός. Τον αγαπάω γιατί κάνει τις παραλίες να κολυμπούν.

Μ' αρέσει να βάζω καλάθια, να τρώω παγωτό φράουλα και να παίζω με τον κίτρινο εκσκαφέα μου. Και όλο μου λένε μη. Φωνάζουν μέσα στα αυτιά μου σαν τις μηχανές των αεροπλάνων. Ομως, δεν ξέρουν να πετούν. Νομίζω ότι όταν μεγαλώσω θα κολλήσω αυτή την αρρώστια που έχουν και τη λένε μετριότητα. Δεν θέλω να μεγαλώσω. Θέλω να πάω στην Αριστοτέλους και να βγάζω απ' τις τσέπες μου φλούδες μανταρίνι. Οχι σκοτάδι. Να παίζω κλέφτες κι αστυνόμους με την Αργυρώ και αρχηγός να είμαι εγώ.

Μια μέρα είδα το φεγγάρι να κολυμπάει στον ουρανό. Δεν φορούσε μπρατσάκια - θα είχε μεγαλώσει. Είχε άσπρες, φωτεινές βλεφαρίδες. Είπα στον μπαμπά μου να μου το φέρει σπίτι να παίξουμε, αλλά δεν γινόταν. Δεν είχαμε σκάλα. Μίλησα λίγο με τα δαχτυλάκια μου που θέλανε να πάνε στην παιδική χαρά και μετά είδα ένα παπάκι που ήταν τελικά τρία, αλλά τα δύο δεν φαίνονταν γιατί ήταν μαύρα και ήταν σκοτάδι. Δεν είχαν βάλει αντηλιακή κρέμα και κρύωναν. Οταν θα πάω σπίτι μου, θα τα ζωγραφίσω να κοιμούνται στην άμμο.

Τώρα κρατάω τον μαρκαδόρο μου σαν ακόντιο και τον εξαπολύω στο μπλοκ. Σε λίγο η σελίδα θα γεμίσει ψήφους, αυτή τη λέξη την άκουσα χθες. Δεν ξέρω τι σημαίνει, πάντως οι δικές μου λέξεις είναι από χρώματα. Θυμάμαι όταν βγαίνανε κάτι μεγάλοι καπνοί τεράστιοι, που άκουσα σ' αυτό το χρωματιστό κουτί που έχουμε στο σαλόνι μας, ότι καίγονται τα δάση. Ενας φαλακρός κύριος με γυαλιά είπε ότι φταίνε τα πεύκα και ένας άλλος κύριος χοντρός που φορούσε φούξια γραβάτα είπε ότι φταίει μια αλεπού. Εγώ δεν ξέρω ποιος φταίει, ξέρω όμως ότι κάθε φορά που καίγονται τα δάση γίνεται κάτι που το λένε εκλογές και αυτό πρέπει να είναι κακό πράγμα γιατί συμβαίνει πάντα ύστερα από μεγάλες καταστροφές. Λένε ότι αυτό γίνεται γιατί έχουμε δημοκρατία. Δηλαδή δημοκρατία είναι να καίνε τα δάση μας μια αλεπού κι ένα πεύκο και μετά να γίνονται εκλογές.

Ευτυχώς που αυτό το χρωματιστό κουτί στο σαλόνι μας έχει κάθε μέρα Μίκυ Μάους και έτσι δεν βαριέμαι. Απλώς, με όλα αυτά που γίνονται δεν θέλω πια να μεγαλώσω. Μου αρέσει να είμαι δύο χρονώ και δύο μηνών. Και να παίζω με τα τουβλάκια μου, χοροπηδώντας κάτω απ' τον ήλιο.

Σαν βατράχι.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ