Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2009

ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΤΗ ΝΥΧΤΑ


Η ΘΑΛΑΣΣΑ έχει ένα δηλητηριασμένο μπλε χρώμα. Την κοιτάζω. Δείχνει αναπάντεχα μελαχρινή. Τη νύχτα μοιάζει με πάρκο όπου συναντιούνται οι σκιές. Και το φεγγάρι, μια τεράστια λάμπα στην είσοδο: για να μετράει αυτούς που μπαίνουν. Ο κυνισμός του κενού είναι ραμμένος σαν μάρκα πάνω στο σώμα της. Πάνω απ' όλα, πάνω σε όλα, ένα σκούρο σεντόνι. Ενα ελαφρύ ζακετάκι από σκοτάδι. Ο χρόνος χάνει τον χρόνο του προσπαθώντας να το αγγίξει.

Λίγη άμμος ακόμα. Ακούγεται μια βιόλα. Ενας γλυκός ήχος. Κατεβαίνει απ' το απέναντι βουνό και μπερδεύεται στ' αυτιά μου. Γυρίζω το κεφάλι μου να σε δω, αλλά έχεις φύγει. Μια πράσινη, φουσκωτή χελωνίτσα έχει πάρει τη θέση σου. Τεντώνει τον λαιμό της και με κοιτάζει. Πλησιάζω και της χαϊδεύω το κεφάλι. Είναι αργά, της λέω. Ωρα για ύπνο.

Αύριο θα συναντήσω τον σκύλο του Γιάννη. Τον λένε Σίμπα, από το The lion king. Είναι από τους λίγους σε αυτό τον κόσμο που όταν του μιλάω με κοιτάζει στα μάτια. Μ' αρέσει αυτή η ειλικρίνεια. Η προσπάθειά του να καταλάβει τη ζωή μόνο με ένα βλέμμα. Να υπήρξε άραγε ποτέ το κορμί σου; Ή το φαντάστηκα;

Η ζωή έχει περισσότερη φαντασία από μας. Σε βάζει να μιλάς μ' έναν σκύλο. Να αγαπάς μετά το τέλος του προγράμματος. Με χιονάκια. Να μπερδεύεις τα βοηθητικά ρήματα. Το έχω με το είμαι. Πώς μπορώ να είμαι πράγματα που δεν γνωρίζω; Οι περισσότεροι μπορούν. Αν τα λάθη διδάσκουν, τότε έχω καταπληκτική μόρφωση. Το λέει ο τοίχος. Εγώ συμφωνώ.

Μπροστά μου η νύχτα απλώνεται σε μέγεθος φιλιού: Επετειακή, ατελείωτη, με το ρολόι σταματημένο. Πέρασαν πέντε χρόνια. Ακόμα ανασαίνουμε την ίδια ανάσα. Ομως, μόνο εγώ γερνάω. Η παραλία γέρνει προς το μέρος σου. Αγκαλιάζει τα τρία σώματα, κάθε ένα προεκτείνει το άλλο. Το συμπληρώνει. Δεν βαδίζω πια για να σε συναντήσω. Οι δρόμοι βαδίζουν προς εσένα. Προς ένα αναπόφευκτο αλλά εκστατικό μπλε. Επιστρέφω στο πρόσωπό σου. Στο σχέδιο που άφησε το κορμί σου πάνω στην άμμο. Εκεί υπάρχουν μόνο καλοκαίρια. Σε επανάληψη.

Κυλούν από τις άκρες των ματιών μου και γίνονται δάκρυα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=76957

Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2009

ΣΚΙΕΣ



Ο ΧΩΡΟΣ είναι σαν παλιό θερινό σινεμά. Βγαίνεις στην αυλή αφού περνάς μέσα από στοίβες βιβλία. Στη μέση ξεφυτρώνει ένα αναρριχώμενο. Τυλίγεται γύρω από έναν κορμό. Τα χρώματα που κυριαρχούν είναι κεραμιδί, βαθύ σομόν, μπορντό. Μέσα στις χαραμάδες και στις ρωγμές των τοίχων κατοικούν τα φαντάσματα. Αν ξύσεις την μπογιά θα βρεις από κάτω τα δακτυλικά τους αποτυπώματα. Το παρελθόν έχει στοιχειώσει τον χώρο με ποιήματα. Με ιδέες. Πολλές έδρες.

Μέσα στο βιβλιοπωλείο του Κώστα και της Ολγας ο Βέλτσος με κοιτάζει από το περιοδικό. Λέει ότι δεν είναι ελεύθερος. Στο τεύχος αυτό, άλλο περιοδικό, η Κατερίνα Γώγου είναι.

Μια πέτρινη σκάλα με γλάστρες στην άκρη οδηγεί σε ένα παραμυθένιο μπαλκόνι. Εκεί ήταν το γραφείο του τραπεζίτη της αγγλικής τράπεζας που λειτουργούσε το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Το κτήριο είναι του 1859. Ξύλινα, βαριά παραθυρόφυλλα, τα περισσότερα κλειστά. Ο σοβάς έχει υποχωρήσει από το βάρος των ανθρώπων που τα κοίταξαν. Που έγραψαν, μίλησαν, συζήτησαν, άναψαν ένα τσιγάρο. Αλλη εποχή, κάτω ήταν τα πλυσταριά. Μια τεράστια συκιά σκεπάζει τα κεφάλια των πιστών. Τα φύλλα της θυμίζουν πιρόγες.

Ο Γιώργος Χειμωνάς, ο Παύλος Ζάννας, ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ο Γ.Π. Σαββίδης, η Κική Δημουλά, στις φωτογραφίες της σοφίτας, δίπλα σ' ένα μεγάλο πορτρέτο του Μπέκετ. Τα τραπέζια είναι μαρμάρινα, μιλούν, μαλώνουν, παρακολουθούν, το λευκό έχει ποτίσει με λέξεις που αφήνουν κάτι αδρά στίγματα. Αναμμένα κεριά παντού. Σου έρχεται να προσευχηθείς.

Η Πάτρα κρυφογελά μέσα απ' τις καμάρες των κτηρίων της. Από πάνω της τα Ψηλαλώνια, η σκεπή των θεών. Κάποτε πρέπει να υπήρξα εδώ. Πολύ μικρός. Θυμάμαι έναν κήπο με τριανταφυλλιές, μια σιδερένια πόρτα. Μια ξαδέλφη του πατέρα, με άσπρα μαλλιά. Σε όλη μου τη ζωή επιστρέφω σε κάτι που δεν ξαναρχίζει ποτέ.

Ποιητές έχουν κατακλύσει τον χώρο του ξενοδοχείου στο Ρίο που φιλοξενεί το συμπόσιο. Κυκλοφορούν ανάμεσα σε ανθρώπους με σύνδρομο ντάουν, με κινητικά προβλήματα. Το προαύλιο έχει γεμίσει αναπήρους. Καροτσάκια. Ο αέρας μπερδεύει τα λόγια τους, δεν ξέρεις ποιος λέει τι.

Μετά, τα φώτα θα σβήσουν, οι λέξεις ακολουθούν. Οσο πιο γρήγορα συμφιλιωθούμε με το σκοτάδι τόσο καλύτερα. Αν συνηθίσουν τα μάτια, μπορείς τουλάχιστον να διακρίνεις τις σκιές.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=75062

Παρασκευή, 14 Αυγούστου 2009

ΤΟ ΚΙΤΡΙΝΟ ΥΠΟΒΡΥΧΙΟ

Έργο του Αχιλλέα Χρηστίδη

Η ΚΥΡΙΑ που είχε καρφιτσωμένο το καλοκαίρι στο πέτο της προχώρησε μόνη της στον διάδρομο. Ηταν σκοτεινά. Ακουγόταν ένας εκκλησιαστικός ύμνος. Η φωνή της Τζόαν Μπαέζ υπενθύμιζε με νόημα τις βασικές της ιδιότητες: την παλαιότητα του βαδίσματος και την εμπειρία του χώρου. Εδειχνε αποφασισμένη. Στο βάθος την περίμεναν τα βιβλία. Είχε μεγαλώσει με αυτά.

Τα αγκάλιασε ένα ένα. Περιποιήθηκε τις πληγές τους, επούλωσε με τα μακριά της δάχτυλα τα συντρίμμια. Δεν ήταν βαμμένη. Τα μαλλιά της ήταν αχτένιστα. Απαλλαγμένα απ' τον βραχνά της ιστορίας. Τους διάβασε ένα απόσπασμα από την «Αμοργό» - εκείνη τη στιγμή παρουσιάστηκε και ο Γκάτσος.

Μετά τα έβαλε στον έλεγχο των αποσκευών. Κοιμισμένα. Το καθένα είχε το διαβατήριό του. Από πάνω τους ο Χατζιδάκις λυσσομανούσε. Χαμογέλασε με το χαμόγελο της Τζοκόντας. Η πτήση θα ήταν για πάντα, αν και οι μηχανικοί έδιναν προθεσμία. Αλλος έναν μήνα, άλλος τρεις. Το θεωρούσαν δοκιμή.

Τα πράγματα δεν βρίσκονταν πλέον στη θέση τους. Κανένας λόγος δεν μπορούσε να εκφράσει αυτή την εκθεμελίωση, που γινόταν μαγεία εν μια νυκτί. Τις ατέλειωτες ώρες της αναμονής για την απογείωση διάβαζε ένα ποίημα του Παζολίνι. Πολλές φορές, έως ότου το αποστηθίσει. Εφερε στο μυαλό της τη Μήδεια, τον Οιδίποδα, τον Ορέστη. Είδε την παραλία της Οστιας. Κόκκινη απ' το αίμα.

Οταν σηκώθηκε το φόρεμά της, φάνηκαν οι Κυκλάδες. Ολες. Βραχώδεις, ζωγραφιστές, ανώνυμες. Σαν ένα ταξίδι στις χίμαιρες, αμαρτωλό. Σε δύο ημέρες ήταν της Παναγίας. Δεν της άρεσε η Τήνος. Την ενοχλούσε το χαλάκι απ' το λιμάνι, οι πιστοί που έπρεπε να είναι γονυπετείς, το εμπόριο των ελπίδων. Θα πήγαινε να ανάψει ένα κερί. Στον Ασλάνογλου. Στον Καβάφη. Στη Βιρτζίνια Γουλφ.

Οταν το κίτρινο υποβρύχιο προσγειώθηκε, τσαλάκωσε τη σελίδα που διάβαζε και την πέταξε στους κάδους του αεροδρομίου. Ενα άρθρο μιας κυριακάτικης εφημερίδας είχε βαλθεί να αποδείξει ότι τα υποβρύχια δεν πετούν. Τα βιβλία είχαν ξυπνήσει. Επιβιβάζονταν ένα ένα, διαρρηγνύοντας τον Κανόνα.

Εριξε μια τελευταία ματιά στην εγκυμοσύνη της. Εξι μηνών. Τακτοποίησε στο υποβρύχιο τις σελίδες και τα είδη. Μπροστά έβαλε την ελληνική ποίηση. Για πιλότο. Η θάλασσα χανόταν στα σύννεφα. Από κάτω ο ουρανός, σαν κουκκίδα, είχε εκείνες τις μπλε, στραφταλιστές σταγόνες που μοιάζουν με άστρα.

Ενα βιβλίο είπε: Είναι όλα ανάποδα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=72781

Παρασκευή, 7 Αυγούστου 2009

ΑΚΟΥΑΡΕΛΑ



ΔΕΝ γινόταν να βγεί έξω. Υπήρχε μόνιμη απαγόρευση. Μία φορά το μήνα, με πολλή προσοχή, πήγαινε μέχρι το σουπερμάρκετ της γωνίας. Είχε εκεί μια γνωστή. Βάδιζε τοίχο τοίχο φορώντας ειδική συσκευή οξυγόνου. Φοβόταν. Η μόλυνση είχε προχωρήσει. Το κλίμα είχε καταστραφεί. Αν τον έβλεπε η περίπολος, θα τον είχε εκτελέσει.

Κάθε βδομάδα μοιράζονταν στα σπίτια τα δισκία επιβίωσης. Κάτι ανοιχτόχρωμα μπλε χάπια, στο χρώμα της θάλασσας, στήριζαν το ανοσοποιητικό σύστημα. Οι μαύρες στολές με τα ψηλά τακούνια τα άφηναν κάτω απ' το χαλί της εξώπορτας. Οι νεκροί, χιλιάδες. Επρεπε να φτάσει έως τη θάλασσα. Του είχαν πει ότι υπήρχε. Κανείς δεν την είχε δει. Δεν είχαν μπορέσει.

Ακουσε ξανά την περίπολο. Μάζευαν κάποιους νεκρούς. Κάποιους που είχαν επιχειρήσει να δραπετεύσουν. Είχε χαράξει στους τοίχους τους χάρτες της πόλης. Τη διαδρομή που θα ακολουθούσε. Το σημείο όπου θα έπρεπε να βρισκόταν η θάλασσα ήταν κυκλωμένο με κόκκινο μαρκαδόρο. Υπήρχαν βελάκια που οδηγούσαν εκεί. Είναι καιρός να είναι καιρός. Ηταν η ώρα. Είχε έρθει.

Οι γαλότσες του βούλιαξαν στη λάσπη. Πέρασε κοντά απ' το αρχηγείο ντυμένος θάμνος. Είδε την αρχηγό απ' το θολό τζάμι. Γυναίκα. Ολες ήταν γυναίκες. Το είδος του είχε εξαφανιστεί. Δεν χρησίμευε ούτε για αναπαραγωγή. Τα λίγα παιδιά που είχαν απομείνει τα έστελναν σε αποστολές αυτοκτονίας. Ηταν ιδιόκτητα.

Ο αέρας τελείωνε. Υπήρχαν χάπια αναπνοής, αλλά δυσεύρετα. Είχε μπορέσει να εξασφαλίσει δύο. Με τη βοήθεια της φίλης στο σουπερμάρκετ. Κατάπιε το δεύτερο και προχώρησε προς το δάσος. Κάποιο αεροπλάνο καιγόταν. Εφτασε στα ερείπια της εκκλησίας στον λόφο. Στο σύνορο της πόλης. Από κάτω απλωνόταν η θάλασσα. Την έβλεπε. Ατέλειωτη. Επικηρυγμένη. Ενιωθε την ευεργεσία του ιωδίου. Τον θρίαμβο του μπλε. Τον κίνδυνο της αιωνιότητας.

Ξεκούρασε λίγο τα μάτια του στην εικόνα της και άρχισε να κατεβαίνει. Απόβραδο Ιουλίου και μια διαβολεμένη υγρασία τού τρύπησε τα κόκαλα. Η θάλασσα ήταν κοντά. Μπροστά του. Αυτό που έβλεπε ήταν αυτό που ονειρευόταν. Στάθηκε όρθιος στην αμμουδιά και προσπάθησε να καθήσει. Δεν γινόταν, ήταν παράλληλη με το σώμα του.

Οταν πέταξε το ρολόι του στο νερό, εκείνο έκανε γκελ στη ζωγραφισμένη θάλασσα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=70923

ΣΤΟ ΛΑΜΠΡΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ



ΚΑΘΩΣ κατέβαινα τα σκαλιά της γέφυρας του ηλεκτρικού του Πειραιά για να βρεθώ στον χώρο του Καραϊσκάκη, η φωνή του Βασίλη Παπακωνσταντίνου απλωνόταν πάνω από τη φαληρική νύχτα. Ηταν το τελευταίο τραγούδι για το πρώτο μέρος της συναυλίας: Ελλάς, Ελλάς, τι θα γίνει, φίλε μου, με μας; Δεν ήξερα τι θα γίνει. Προχώρησα. Εδειξα το χαρτί και μπήκα. Πήρα μια μπίρα.

Είχα δει τους Scorpions για πρώτη φορά το 1979 στο Μόναχο - όταν έπρεπε να τους δω. Στα πρώτα βήματα μιας μεγάλης καριέρας. Τους είδα στο Παρίσι και μετά στην Ελλάδα. Πολλές φορές. Στις συναυλίες ήταν εντυπωσιακοί. Εβγαζαν μια συντροφικότητα που μου αρκούσε. Θα ήταν και τα ιδρυτικά μέλη εκεί, καλά θα πήγαινε.

Οταν ο Βασίλης, ως γκεστ, τραγούδησε το Holiday σαν Holy Day, συννέφιασα. Μα καλά, τόσες μέρες, τόσες πρόβες, και δεν βρέθηκε κάποιος να του μάθει πού κόβουν τις συλλαβές; Διακοπές χρειαζόμασταν, όχι αγίους. Το να να να νανα του Klaus Meine επανέφερε τα πράγματα στην αρχική τους θέση, στέλνοντας τον μύθο για την περίφημη χροιά της φωνής του Βασίλη στις κερκίδες, εκεί που οι νέοι και οι νέες κάθε ηλικίας θα συνέχιζαν να τον λατρεύουν. Πιστεύω ότι κακώς εμφανίστηκε μαζί τους. Οταν είσαι εξήντα χρονών, και δεν είσαι ο Michael Schenker του «Doctor doctor» οι συγκρίσεις είναι εις βάρος σου. Πρέπει να ξέρεις να σωπαίνεις. Ή να το έχεις. Ο θρυλικός κιθαρίστας των UFO ήταν πράγματι ο πρώτος στο γκρουπ, όπως είπε στο μικρόφωνο ο Klaus Meine. Δηλαδή, το είχε.

Πήραν σειρά τα γνωστά, ξεσηκωτικά χιτ του γερμανικού συγκροτήματος (Νο one like you, Rock you like a hurricane, The zoo, Loving you Sunday morning, Big city nights), ο κόσμος παραληρούσε. Στο «Still loving you» όμως, η αγάπη ακούστηκε σε ανοικτή ακρόαση. Κατέβηκε τις κερκίδες ντυμένη στα λευκά και στάθηκε στην αρένα. Στον χώρο που ο Κοβάσεβιτς είχε σκοράρει στη φιέστα τα δύο τελευταία του γκολ με τη φανέλα του Ολυμπιακού. Εκεί που είχες χάσει το κινητό σου.

Ο κόσμος ήταν πολύς. Αρκετός για να ρίξει μια κυβέρνηση. Οι ανάσες τους έπλεναν τον αέρα, τον έκαναν να μυρίζει καρπούζι. Περίμενα τις αλλαγές. Κάποιος δίπλα μου άναψε έναν μπάφο. Σχεδόν μαστούρωσα.

Στο encore εμφανίστηκε στα μάτριξ της εξέδρας μια ελληνική σημαία. Εμεινε αρκετή ώρα εκεί, μέχρι να την αποστηθίσουμε. Οι γαλάζιες γραμμές μού έφεραν στον νου τη θάλασσα. Ηταν ρηχά. Μετά, ο μικρόσωμος λίντερ του γκρουπ, που ήταν φτυστός ο Στηβ, σφύριξε και το τείχος του Βερολίνου έπεσε.

Βγήκα χωρίς πρόσωπο· μου το είχε πάρει ένα παιδί. Η νύχτα θα συνεχιζόταν σε όλα τα πιθανά μέρη του κόσμου, με όλους τους πιθανούς τρόπους. Και η αγάπη, χωρίς εμάς: ένας έκπτωτος άγγελος.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ