Πέμπτη, 30 Απριλίου 2009

ΑΥΤΟΠΥΡΟΒΟΛΙΣΜΟΣ



ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ υποδύομαι με επιτυχία τον εαυτό μου. Μαζεύω τις λέξεις σαν σαύρες από τους τοίχους του σαλονιού και τους κόβω τα ποδαράκια. Μ' αρέσουν περισσότερο έτσι, κουτσές. Τώρα είναι ανάπηρες, όπως όλοι μας. Δεν φταίω γι' αυτές, η νύχτα τις κάνει να χρειάζονται δεκανίκια. Η νύχτα τις τυφλώνει, δεν φταίω. Αλήθεια. Απλώς μιλώ μια άγνωστη γλώσσα.

Κάποτε, πριν από πολύ καιρό, μπορούσα και τις έδενα με χρωματιστούς σπάγγους για να τις ξεχωρίζω. Ηταν τότε που με διακατείχε η επιθυμία της αποκατάστασης. Μετά κατάλαβα ότι ο μόνος τρόπος για να αποκαταστήσεις τα πράγματα -και τις λέξεις- είναι να τα γκρεμίσεις. Γκρεμίζω, λοιπόν, με το μαχαίρι στην πλάτη, τον εαυτό μου. Αρχισα, βλέπεις, απ' τους πιο κοντινούς, τους προσφιλείς μου. Κάποια στιγμή, θα κοκαλώσω, το ξέρω. Θα κρυώνω τόσο πολύ, αλλά θα σκεπαστώ με τους «Χτίστες» του Χειμωνά. Εναν χειμώνα. Θα γίνω ένα περιφραγμένο οικόπεδο στην αυλή του κόσμου. Νοτιοανατολικό. Φιλήσυχο. Δεν θα βρέχει ποτέ.

Θα χτίσω εκεί ένα μικρό καφενείο που θα είναι και νησί - ανάλογα με τη χρήση. Απέναντί μου θα βάλω ένα παιδί. Θα το λένε Ευαγγελία. Οταν εγώ θα σερβίρω στο καφενείο, εκείνο θα τριγυρνάει στο νησί. Το φεγγάρι θα κολυμπάει στον ουρανό και ο θάνατος δεν θα έχει πια εξουσία.*

Τις νύχτες, προσπαθώ να σφηνώσω τον χρόνο στη τσέπη μου. Δεν χωράει. Τον βάζω στη γλώσσα μου για να τον δοκιμάσω. Πικρίζει λίγο. Αφήνει αναιδή ίχνη. Ο Καρούζος έλεγε ότι είναι θρίαμβος, αλλά εγώ πιστεύω ότι εγκαινιάζει τον φόβο. Ολα κάτι εγκαινιάζουν. Εσύ, ας πούμε, εγκαινιάζεις την πτώση. Δεν μ' αρέσει. Καθόλου. Θα σου βρω άλλο όνομα. Αδιάβροχο. Αλλωστε, εγώ, υπερτερώ σε κουρέλια. Εγώ. Μια οικολογική αντωνυμία. Μια σακούλα αυτοδιασπώμενη.

Αύριο είναι Μάιος. Και τα φώτα έχουν διαγραφεί. Η νύχτα μάς βλέπει. Μας φανερώνει. Σαν Παρασκευή προς το τέλος της. Στο καφενείο, εισπνοές - εκπνοές. Ανάμεσά τους, εσύ. Υπάρχεις;

Από κάτω εκτείνεται ακόμη η πόλη: Ενας καθρέφτης της άνοιξης.



*Στίχος του Ντίλαν Τόμας, μετάφραση Γιώργος Μπλάνας, εκδ.Ελεύθερος Τύπος


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=39871

Παρασκευή, 24 Απριλίου 2009

ΘΑΛΛΑΣΙΝΟ ΠΑΓΚΑΚΙ


ΣΕ ΜΙΑ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟ του δρόμου. Εκεί όπου όλα οπισθοχωρούν προς τα μέσα. Που παραχωρούν βάθος. Κόβεται ο ορίζοντας, γυαλί. Πέφτει στη νύχτα και χάνεται. Εκεί θα βρεθούμε. Στο μόνο μη λεηλατημένο παγκάκι. Περιμένει σαν παλλακίδα. Θα μου κάνεις λίγο χώρο να καθήσω;

Συχνά ταξιδεύω όρθιος. Κουράστηκα. Βλέπεις, αυτά τα ποτάμια δεν σταματάνε. Τρέχουν στο μέτωπό μου και το γεμίζουνε. Από μέσα τους περνάει ο κόσμος, υγρός. Δεν είναι εύκολο να βρεις κόσμο σήμερα. Ούτε και χώρο. Υπάρχουν κάτι πελώριοι άνθρωποι που καταλαμβάνουν από δέκα θέσεις ο καθένας τους. Στοιβάζονται στις δημοσιές μέσα σε κάτι καμιόνια και δεν τους νοιάζει. Είναι ο νέος τύπος. Δεν ξέρω πού ανήκουν, έχουν πάντως κίτρινα χαμόγελα. Κίτρινους τρόπους. Κίτρινα περιβραχιόνια. Θέλουν όλοι να κατευθυνθούν προς τη θάλασσα. Κανείς τους δεν θα φτάσει. Κανείς. Απαγορεύεται.

Θα βάλουμε μια σημαία εδώ, να ξέρουν ότι είναι δικό μας. Να το σημαδέψουμε. Πόλεμος είναι, δεν ξέρεις τι γίνεται. Κάθε πρωί θα κάνουμε έπαρση. Εμαθα στην τρομπέτα ένα κομμάτι του Miles Davis - να συνοδεύει τους βομβαρδισμούς. Να δεις, θα σ' αρέσει. Πρώτα όμως να τη σιδερώσουμε. Είναι τσαλακωμένη από αξιοπρέπεια. Η δική μας σημαία. Στο παγκάκι.

Μετά, η ζωή. Ενα απόσπασμα ζωής, στο απόσπασμα. Ακου, περνάνε. Σσσς. «Κάνε την πόλη να μπουσουλάει πάνω στη σκόνη της. Οξείδωσε τα τερατόμορφα πτηνά. Γέμισε τους κοιτώνες με αναμμένη μπαρούτη ρουμπινιών»(1).

Θα γίνουμε δολοφόνοι, ε; Φλέγεται η πόλη τόσο όμορφα. Κι αυτοί οι τύποι με τα καμιόνια, δεν έχουν άλλα χαρτιά. Τελειώνουν. Θα αναγκαστούν να γεράσουν. Η εφηβεία είναι η ηλικία των κακοποιών. Εμείς είμαστε ακόμα. Εφηβοι. Κακοποιοί. Εχουμε μια ελαφρά απόκλιση απ' το σύμπαν. Θα τη δούμε τη θάλασσα. Από αυτό το παγκάκι. Το μόνο μη λεηλατημένο παγκάκι. Περιμένει σαν παλλακίδα. Μέσα στη φαντασμαγορία των πυροτεχνημάτων.

Κάτω απ' το πλακόστρωτο, είναι η παραλία.



(1) Αρθούρος Ρεμπό, Μια εποχή στην κόλαση, εκδ. Γνώση, 1981, μτφρ.: Νίκος Σπάνιας

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=37925

Κυριακή, 12 Απριλίου 2009

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΖΟΥΜΑΣ: ΜΙΑ ΑΣΥΓΧΩΡΗΤΗ ΚΑΙ ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΥΓΕΙΑ


Κωνσταντίνος Τζούμας

Ως εκ θαύματος

εκδόσεις Καστανιώτη, σ. 408, 18 ευρώ

«Μ' αρέσει όταν η μαμά βγαίνει για ψώνια και με παίρνει μαζί της στην αγορά. Φοράει γκρι γόβες με ασορτί φιδίσια τσάντα φάκελο, τα σοκολατένια γυαλιά ηλίου, όταν τα βγάζει, κλείνουν στα τέσσερα και μπαίνουν σε μια δερμάτινη θήκη σαν μισοφέγγαρο, οι άντρες στον δρόμο την κοιτάνε και συχνά την πειράζουν, κάνει ότι δεν ακούει, μου ρίχνει πάντα μια λοξή ματιά και γω κάνω ότι δεν καταλαβαίνω και κοιτάζω κάπου μακριά, μια βιτρίνα, ένα καράβι στο λιμάνι, κάτι κοριτσάκια με παγωτά».

(από το βιβλίο, σελ.15)

ΥΠΑΡΧΟΥΝ άνθρωποι που αναγνωρίζονται περισσότερο από την αύρα που τους ακολουθεί και σαν ένα κλείσιμο ματιού στο τυχαίο, σαν ένα παιγνιώδες, αλλά μεγαλοφυές τελικό κόλπο, την αφήνουν να διαρρέει γύρω τους, εν είδει υποψίας, υπαινισσόμενοι απλώς τους εαυτούς τους. Εχουν την ικανότητα να σκηνοθετούν στο ακέραιο τις κινήσεις τους και μετά, σαν σε βίντεο, να μετέχουν υπερφωτισμένοι ενός ναρκισσισμού που δεν αφήνει ίχνη, αλλά εμβλήματα.

Αυτοί οι άνθρωποι είναι γεννημένοι νικητές. Δεν τους κλονίζει το χάος -άλλωστε, απ' αυτό αντλούν- δεν τους αποθαρρύνει η ζοφερή πραγματικότητα· πάνε και χτίζουν δίπλα της, με απαράμιλλο στυλ, τη δική τους πραγματικότητα. Εχουν την εντολή να σχηματίσουν τον νέο κόσμο.

Φαίνεται πως όταν γεννήθηκε ο Κωνσταντίνος Τζούμας (1944), αντί να τον τυλίξουν σε πάνες, τον τύλιξαν σε καβαφικούς στίχους: Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ. Επαιζαν βεβαίως και μουσικές τότε. Μεγάλες μουσικές. Πολύ ροκ εν ρολ. Και τζαζ. Κάποιο στυλ. Και συμμορίες. Ενδιαφέροντες τύποι. Η Αθήνα ήταν μια πόλη με παντελόνια σωλήνες και μαύρα καστόρινα γιλέκα, χωρισμένη στα δύο, η μισή κόντρα, η μισή υπέρ· στους κανόνες που ίσχυαν. Οι γυναίκες ήταν προχωρημένες, θύμιζαν όλες τη Νάταλι Γουντ. Μοναδικές, σαν τις ηρωίδες των μυθιστορημάτων και των ταινιών, ιδανικές για εξιδανίκευση. Κατέβαιναν βόλτες στο Πασαλιμάνι, τότε που ο Πειραιάς ήταν ακόμα πάρκο δολοφονικών κορμιών. Μπορούσες να δεις καθαρά μέσα τους. Μια «Βηρυτός έβγαινε απ' τα σκέλια τους», τα πόδια τους ήταν κλεμμένα αγάλματα. Δίπλα, ο Ολυμπιακός του Σιδέρη και του Μποτίνου. Τα ποιήματα. Πώς είναι να φιλιέσαι κάτω απ' τη βροχή υπό τους ήχους του Ballad of a thin man του Bob Dylan ή απαγγέλλοντας στίχους του Dylan Thomas;

Υπήρχε ένας διάχυτος εστετισμός στην ατμόσφαιρα, στα τραπεζάκια των μαγαζιών, στις πλατείες, που μπερδευόταν με το «ωχ, καημένε». Διάφορα κρεβάτια. Ενα παράλληλο σύστημα που πολιορκούσε το σύστημα με πάρτι και θεατρικά δρώμενα, ένας ερωτικός κόσμος, μια εξωφρενική αθωότητα: «Στα αθηναικά πάρτι πάντα οι όμορφες που βάζουμε στο μάτι είναι απ' τη Νέα Σμύρνη, πάει στοίχημα;» Ως εκ θαύματος τα πράγματα κυλούσαν υπέροχα.

Και ο Κωνσταντίνος Τζούμας; Μια φοβερή μούρη, ένας Ντόριαν Γκρέι βγαλμένος απ' τους «Καταραμένους» του Βισκόντι, ένας κοσμοπολίτης Ziggy Stardust, ένας ανδρόγυνος σταρ per l' amore del arte - όπως είχε πει και ο Χορν. Μια φυσιογνωμία του τύπου «εντάξει μωρέ, μην το κάνουμε και θέμα», που αγκάλιασε κάθε τι καλλιτεχνικό, ακριβώς επειδή περιείχε όλα τα απαγορεύεται του κόσμου σε εκρηκτικές δόσεις. Ο σνομπισμός και το ακριβό χιούμορ του ακουμπούσαν απ' ευθείας στον Οσκαρ Ουάιλντ. Η ζωή του ήταν μια διαφήμιση της pop art. Μπάνικη. Intellectual. Ενας μονόλογος με τον εαυτό του - αλλά σε ανοιχτή ακρόαση, μια απολιτίκ επανάσταση, μια υπέροχη ουτοπία που ήταν και έμενε υπέροχη γιατί είναι και μένει ουτοπία.

Οταν ο «προοδευτικός κόσμος» αγωνιζόταν κατά της δικτατορίας, ο Τζούμας και η παρέα του αγωνίζονταν να επιβάλουν το σινεμά του Γκοντάρ, του Φελίνι, του Μπονιουέλ. Τότε που ο κόσμος περίμενε τον Καραμανλή στο αεροδρόμιο, ο Τζούμας περίμενε τον Γκοντό. Κι ας μην ερχόταν, αυτό άλλωστε ήταν που έδινε αξία στην αναμονή. Διαφορά απόψεων; Αισθητικής στάσης; Μπορεί, πάντως ο Κωνσταντίνος τού έδωσε και κατάλαβε. Την έκανε κυριολεκτικά ψώνιο. Και αφού τα βαρέθηκε όλα, το γύρισε στο ραδιόφωνο. Η πρωινή του εκπομπή στον «Εν λευκώ», 10-12πμ, έγινε διάσημη από τους καγχασμούς και τα ιταλικά του. Και τη μεγάλη αγάπη του για τα βιβλία. Το καλό γούστο δεν κρύβεται. Ούτε η ευφυΐα.

Ολα αυτά τα χρόνια που εκτενώς περιγράφονται στο «Ως εκ θαύματος», τον πρώτο από τους τρεις τόμους που θα συγκροτήσουν τη μυθιστορηματική του αυτοβιογραφία, η άμυνά του υπήρξε η δήθεν ελαφρότητα. Η χαριτωμενιά. Η καπάκι ατάκα. Το «δεν θα σκάσουμε κιόλας», που από κάτω του έκρυβε μια απίστευτη περιέργεια για όλα, έγινε τεχνική επιβίωσης. Απέκτησε οπαδούς. Φανατικούς. Ηταν, μάλλον, γιατί ο ασφαλέστερος τρόπος να πάρεις στα σοβαρά τα πράγματα είναι να μην πάρεις στα σοβαρά τίποτα. Αλλωστε το λέει και ο Μπέκετ και το επαναλαμβάνει συχνά στις εκπομπές του ο Κωνσταντίνος: «Δεν υπάρχει τίποτε πιο πραγματικό απ' το τίποτε».

Το περιβάλον του βιβλίου είναι θρυλικό, σαν το Aftermath των Stones - σχεδόν ένα κειμήλιο από μια δεκαετία που σημάδεψε τις ζωές μας. Ολες του οι σελίδες είναι μια παρέα και η υπεράσπισή της. Από τα πρώτα παιδικά χρόνια μετά τον πόλεμο μέχρι το ταξίδι στη Νέα Υόρκη, ο Πειραιάς και οι γνωστές μούρες, το παλιό Πασαλιμάνι, τα Καμίνια, το μαύρο γυαλιστερό κυλοτάκι της δασκάλας κάτω απ' την έδρα, η αχόρταγη εφηβεία στα κλαμπ, τα καφέ του Κολωνακίου, η θάλασσα του Φαλήρου, τα σκασιαρχεία, οι εξοχές στο Αστρος Κυνουρίας, τα γκολφ παντελόνια, η αντροπαρέα του στρατού, οι θεατράνθρωποι και οι σχολές τους, τα ιστορικά στέκια, οι γυναίκες-φιγουρίνια με τα διαφανή πόδια και την αλμυρή ήβη, οι καρό πλισέ φούστες, οι ατέλειωτες μουσικές, ο ελεύθερος έρωτας, οι χοντρές πλάκες και οι ξενυχτάδικες συζητήσεις είναι εδώ. Παντού. Γύρω γύρω όλοι, σαν ανελέητο κυνηγητό στους κήπους της παιδικής μας ηλικίας. Ο σημερινός εκδότης Θανάσης Καστανιώτης ήταν τότε ο ξανθός με τα ρεβέρ που σύχναζε στο On the rocks και όλες οι γκόμενες ήταν ερωτευμένες μαζί του.

Οταν η τιμωρία για ένα μικρό παιδί είναι το «δεν έχει Σινεάκ αύριο», αντί για το «δεν θα σου πάρω ποδήλατο», μπορείτε εύκολα να καταλάβετε ότι εδώ τα πράγματα είναι σοβαρά. Ο Χοντρός-Λιγνός και ο Σαρλό δεν έχουν υλική υπόσταση. Είναι, όμως, Τέχνη - και οι λέξεις της Τέχνης είναι αμείλικτες. Αυτό φτάνει. Μην περιμένετε λοιπόν να γράψω για συγκοπές φράσεων, συνεκδοχές, γλωσσοκεντρικούς ιδιωματισμούς, συνδηλώσεις, διακειμενικότητες ή μετωνυμικές παρεκτροπές. Αυτά είναι σαχλαμάρες· άλλωστε, το είπε και ο Γκίντερ Γκρας, στην επίσκεψή του στην Αμερική, όταν εκθείασε τη Νέα Υόρκη, αλλά κατακεραύνωσε τους κριτικούς της: «Ολο για σύμβολα μιλάνε. Εγώ δεν τα βλέπω πουθενά»...

Στο βιβλίο συμβαίνουν γεγονότα που είναι εμείς, σελίδες που είναι εμείς, φράσεις που είναι εμείς. Και συμβαίνουν με κομψότητα, συμβαίνουν με χιούμορ, συμβαίνουν με αισθητική. Μια ιστορία που στάζει αυθεντικότητα και θα πρέπει να σκεπάσουμε τις λέξεις της για να μην κρυώνουν. Ενας καταιγισμών αγαπησιάρικων εικόνων· απ' αυτές τις δικές μας που φυλάμε για καύσιμο στα γεράματα.

Οταν οι περισσότεροι άλλοι είναι συνήθως αυτό που δεν είναι, ο Τζούμας είναι πάντα αυτό που είναι. Ενας οριεντάλ τύπος, έξω από κάθε πρότυπο. Και το δείχνει, σχεδόν πετώντας το καταπρόσωπο, περιφρονητικά, μακριά απ' την «πολλήν συνάφεια του κόσμου».

«Κάπως έτσι μεγαλώσαμε...σαν ένα στοίχημα κόντρα σε κανόνες που δεν ίσχυαν, ενός συστήματος που δεν υπήρχε. Ευτυχώς, όμως, τα καλύτερα παιδιά που κάναμε παρέα, μας έκαναν να νιώθουμε ότι δεν ήμασταν μόνοι, ακόμη κι όταν μας έζωναν τα φίδια με κείνο το ανεπαισθήτως μ' έκλεισαν από τον κόσμο έξω του Αλεξανδρινού, καίτοι είχαμε ακούσει και κρότους χτιστών και ήχους μαστόρων...».

Μπιεν σουρ. Εξακτεμάν σα. 'Ή, σε ακραία ελληνικά: Ν' αγιάσει το στόμα σου, ρε μεγάλε. Οι κοινωνίες χρειάζονται τους υποβολείς τους για να ξεκολλήσουν κι ένας καλός υποβολέας είναι το «Ως εκ θαύματος». Δημιουργεί την απαραίτητη ατμόσφαιρα, απελευθερώνει, καταλύει. Τι άλλες ανατροπές, δηλαδή, μπορούμε να περιμένουμε; Πλοκής; Χαρακτήρων; Εντάξει, δεν θα σκάσουμε κιόλας, γι' αυτά υπάρχουν άλλα βιβλία.

Το «Ως εκ θαύματος» στοιχειώνεται από έναν αντικομφορμισμό που κυρίως εστιάζει στο τρίπτυχο Κινηματογράφος - Μουσική - Θέατρο. Είναι τουλάχιστον εντυπωσιακό το γεγονός ότι η σχεδόν τριακονταετία που περιγράφεται (1945-1973) στις σελίδες του, περιλαμβάνει έναν πόλεμο, μια δικτατορία, αρκετές ανατροπές κυβερνήσεων, μια αλλαγή πολιτεύματος, δολοφονίες αντιφρονούντων, οικονομικές αναταράξεις, ιστορικούς κύκλους, που κανένας τους δεν βρίσκει την έστω μικρή θέση του στη σουρεάλ και ελλειπτική αφήγηση του Τζούμα. Αλλού επικεντρώνεται ο φακός του και ο λόγος είναι προφανής: Στις μεγάλες και ανθεκτικές αλήθειες δεν χωρούν τα αυτονόητα. Κυριαρχεί το αγαπησιάρικο, το προσφιλές, το ιδιαίτερο. Το δικαίωμα στο «διαφορετικό». «Κανένας σπουδαίος καλλιτέχνης δεν βλέπει τα πράγματα όπως πραγματικά είναι. Αν το έκανε, θα έπαυε να είναι καλλιτέχνης», λέει ο Οσκαρ Ουάιλντ στην «Παρακμή του ψεύδους». Αν σε αυτό το ουαϊλδικό απόφθεγμα προσθέσουμε μια παιδικότητα που επιμένει να λάμπει, γιατί μας κάνει να ξεχωρίζουμε από τον κόσμο των «μεγάλων» με τα ανεξέλεγκτα ωράρια, τα τεράστια τζιπ, και τα δυσκοίλια βλέμματα, τότε έχουμε το στάτους κβο αυτού του βιβλίου, τη θέαση, ουσιαστικά, μιας ζωής μέσα από τα μάτια ενός παιδιού που μεγάλωσε χωρίς εισαγωγικά:

«Της ψήναμε το ψάρι στα χείλη της μητέρας μας για να το φάμε. Στην κυριολεξία. Επειδή φοβόμαστε τα κόκαλα, η μητέρα μας το 'βαζε πρώτα στο στόμα της και μετά στο δικό μας, μόνον η Μαίρη είχε πάρει τον αέρα του ψαριού. Το καθάριζε όπως οι γάτες στα σκίτσα των αναγνωστικών της πρώτης Δημοτικού. Μας άρεσαν μόνον οι τηγανητές πατάτες, τα μακαρόνια και τα μπιφτέκια. Τα φασολάκια είχαν κλωστές, τα κολοκυθάκια γένια, οι μπάμιες μύξες και οι μελιτζάνες ήταν πικρές, τα όσπρια τα τρώγανε οι φτωχοί και τα γεμιστά τα καλοκαίρια στις διακοπές τους οι συνταξιούχοι· δεν μας άρεσε τίποτα σε μένα και στις αδελφές μου».

Νομίζω ότι είναι κρίμα που ο Κωνσταντίνος Τζούμας άργησε τόσο πολύ να γράψει. Το στέρησε από μας, το στέρησε απ' τον εαυτό του. Από το 1979 τουλάχιστον, που ο φίλος του σκηνοθέτης Νίκος Νικολαΐδης κυκλοφόρησε, στον ίδιο εκδότη, τον «Οργισμένο Βαλκάνιο», μια άλλη λογοτεχνία έβγαζε σιγά σιγά το κεφάλι της έξω απ' το νερό και μιλούσε για πράγματα που ήταν ταμπού για την πνευματική νομενκλατούρα της εποχής. Διαπραγματευόταν με νέους όρους τη «λογοτεχνικότητα» ενός κειμένου και αποκάλυπτε μια άλλη πλευρά που, τι να κάνουν, αναγκάστηκαν εκ των υστέρων να τη δεχτούν και οι εμπλεκόμενοι με τον χώρο, για να μη θεωρηθούν «αδιάβαστοι». Οι κανόνες πήγαν περίπατο - δηλαδή, εκεί που έπρεπε. Ηταν η ώρα να ανοίξει την πόρτα ο Κωνσταντίνος Τζούμας και να πει «Χαίρετε, είμαι κι εγώ εδώ, ήρθα για να μαζέψουμε τα σπασμένα. Από πού αρχίζουμε;» Δεν το έκανε, για τους δικούς του λόγους. Κράτησε το μηδέν του κοντέρ σαν να ήταν φανάρι. Τώρα, όμως, ως εκ θαύματος, υπάρχουν δύο ακόμα πειστήρια που ολοκληρώνουν τον κύκλο της ζωής του, ανακαλώντας στη μνήμη όλα τα επεισοδιακά μέρη της. Το πρώτο απ' αυτά μόλις κυκλοφόρησε (6 Απριλίου) από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Τίτλος: Complete unknown. Dylan, φυσικά. Τα χρόνια της Νέας Υόρκης.

Τι ωραία! Επιτέλους, υπάρχουμε.



ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=34186

ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΠΑΣΧΑ


Η ΕΠΟΜΕΝΗ εβδομάδα είναι η Μεγάλη. Η σεξουαλικότητα ως αποτέλεσμα πτώσης του ανθρώπου. Το μήλο. Η φθορά, η αμαρτία, ο θάνατος. Ως παράγωγα μιας ανυπακοής. Κατάνυξη. Αυθόρμητη ανάγκη, ορμέμφυτη. Η επιστήμη μετεξεταστέα. Μυστικός Δείπνος. Κάποιοι Ιούδες. Εκκλησία με συγγενείς, χωρίς εκκλησία. Ευαγγέλια. Τέσσερα ή περισσότερα. Κεράκια. Το φιλμ του Τζεφιρέλι. Ενα ιερό πτώμα. Ανέστη εκ νεκρών.

Ο Χριστιανός είναι πιστός ή το αντίθετο; Τότε η αγάπη δεν είναι χριστιανική. Τι είναι αγάπη; Γεμάτα σταχτοδοχεία. Η σταύρωση. Η μεταφυσική αναζήτηση. Οι ιστορικές αποδείξεις, τα θαύματα. Εγγυημένες βεβαιότητες. Τα πατροπαράδοτα έθιμα. Η άνιση μαγειρίτσα. Το καημένο αρνί. Τα κόκκινα αβγά. Το κόκκινο κρασί. Η κόκκινη κάρτα. Σε όλους. Το αίμα. Περιφέρω τον επιτάφιό μου. Αγγόγυστα, όπως ο Χριστός. Ως πού επιτρέπεται να φτάσουμε; Η απελπισία συνώνυμο της αυτογνωσίας. Ιησούν ή Βαραββάν;

Οταν ήμουν παιδί περίμενα το Πάσχα για να διακόψω απ' το σχολείο. Εβαζα τα καλά μου. Αργότερα, για να διακόψω απ' τη δουλειά. Τώρα το περιμένω για να διακόψω απ' τη θρησκεία. Να διακόψω από το δόγμα, τον ορισμό, την a priori παραδοχή. Οι αλήθειες ζουν λίγο. Κυρίως, σε παιδικά σώματα. Σ' αυτά μπορούν και αναπτύσσουν τις λογικές τους. Μεγαλώνοντας, χρειάζεσαι περισσότερο την προστασία που σου παρέχουν οι θεσμοί και λιγότερο την προστασία που σου προσφέρει η πίστη. Συχνάζεις στην κοινωνία, όχι στους ουρανούς. Πίστευε και μη ερεύνα. Αυτό είναι ένθεο; Ιερό;

Ο Θεός είναι παντού. Και στον ουρανό. Τις νύχτες, όταν καμιά φορά τον χρειάζομαι, ανοίγω τα σύννεφα σαν ακορντεόν και τον βλέπω. Συζητάμε για λίγο, σε θερμό κλίμα. Εχει ασημί γένια και παιδικό χαμόγελο. Κάνει με το ξυλαράκι του κάτι γραντζουνιές που μοιάζουνε με αστέρια. Βάζω ένα στην τσέπη μου, υπάρχουν πολλά. Να προσέχεις, μου λέει. Με βάζει να το υποσχεθώ.

Βρέχει, αλλά εγώ δεν βρέχομαι. Είναι κι αυτό ένα θαύμα. Απ' τα ακαταχώριστα.

Τα ιδιωτικά.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=34200


Παρασκευή, 3 Απριλίου 2009

ΚΑΤΕΡΙΝΑ



Ένα κορίτσι, η Κατερίνα, που αντέχει πολύ ροκ ακόμα, μου έστειλε χθες αυτό το βίντεο: «Εσύ έβαλες τις λέξεις γιατί έχεις τις εικόνες, εγώ πήρα τις λέξεις σου και φαντάστηκα εικόνες». Για Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου. Είναι μια εκδήλωση αυθόρμητης αγάπης. Μια τρυφερή χειρονομία που με πήγε επτά χρόνια πίσω. Τότε που όλοι μας κρατούσαμε περισσότερα κομμάτια της παιδικότητάς μας στις τσέπες μας. Την ευχαριστώ πολύ.

Η Κατερίνα είναι 25 χρονών. Δουλεύει σε ένα γηπεδάκι 5Χ5 και περιμένει να μπαρκάρει. Η μητέρα της είναι η Σύλβια Πλαθ. Αν ποτέ μεγαλώσει θέλει να πάει σ' ένα νησί. Σ' ένα σπίτι δίπλα στη θάλασσα. Και να τα κάνει όλα ανάποδα. 

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ


ΣΥΝΝΕΦΟΥΛΑ ΜΟΥ


ΒΡΑΔΥ, μετά τη βροχή. Ακούω το θρόισμα που κάνουν τα βήματά μου στη βρεγμένη άσφαλτο. Από πάνω μου κρέμεται ο ουρανός σαν χάρτης. Προσπαθώ να πιάσω συχνότητα, έχει παράσιτα. Οι άνθρωποι στον δρόμο είναι από χαρτόνι. Μια πανωλεθρία τα πρόσωπα. Συννεφούλα μου. Γιατί έπαψες να με ακολουθείς;

Τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα στην οδό Πλάτωνος μου θυμίζουν τις κυβερνήσεις από το '74 και μετά. Ακίνητες κολόνες. Περίμεναν να πέσει η μία, για να έρθει η άλλη. Να παρκάρει στο χρώμα της ακίνδυνα. Αλλάζουν, όπως αλλάζουν οι φωτογραφίες. Σ' ένα παλιό κάδρο. Πριν κιτρινίσουν, βγαίνουν έξω από το πλαίσιο. Αν υπήρχε δάσος, μπορεί να κρυβόμουνα. Να τρόμαζα τον κακό λύκο. Πότε ήταν που τον τρόμαξα τελευταία φορά; Φοβήθηκε;

Εχω στήσει καρτέρι, είναι, όμως, πολλοί. Μαζεύονται κάτω απ' το φανάρι. Χιλιάδες. Περισσότερο απ' όλα με εξουσιάζουν αυτοί που κάνουν τους εαυτούς μου. Οι άγνωστοι γείτονες. Μεγάλος στόχος είναι ο ανεκπλήρωτος στόχος. Αυτός που φαίνεται αδύνατον να φτάσεις. Οταν τον κατορθώνεις, παύει να είναι μεγάλος. Για τα άλλα φταίει η κρίση. Μας λένε επίθετα. Αντωνυμίες. Πολλά.

Ενα ζευγάρι φιλιέται κάτω από μια ομπρέλα. Στο πουκάμισο της κοπέλας, στη συμβολή των δύο μαστών, αναβοσβήνει ένα μπλου τουθ. Ο φάρος του έρωτα. Σου δείχνει τον ύφαλο για να μην τρακάρεις. Μαθαίνουν να αγαπούν, αγαπώντας. Δεν αγαπάει κανείς. Τρακάρουν. Πρέπει να διαλέξω ανάμεσα σ' έναν πράσινο κι έναν μπλε κάδο. Ολο σκουπίδια είναι. Ολο τσιγάρα που τελειώνουν.

Ενα παιδί με κοιτάζει επίμονα. Τα μάτια του σκύβουν αθώα προς την πανσέληνο. Μου μοιάζει. Οταν φανερώνει την κιθάρα του, δεν έχει χορδές. Το παιδί δείχνει το παιχνίδι του, ο άντρας το κρύβει, λέει ο Αντόνιο Πόρτσια. Είμαι το παιδί που έγινε άντρας, αντί να είμαι ο άντρας που ξαναγίνεται παιδί. Είμαι το παιδί που δεν έπρεπε να είμαι. Ντρέπομαι. Γυρίζω στη ζωή. Των μεγάλων. Αυτών που νομίζουν ότι ζουν. Νομίζω κι εγώ. Αλλά ντρέπομαι.

Είναι νύχτα. Πάντα ήταν. Ο Πειραιάς μοιάζει με ακίνητο πλοίο. Η θάλασσα είναι το φέρετρό του. Σκοτεινό.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=31823

Πέμπτη, 2 Απριλίου 2009

ΜΕ ΠΟΝΑΕΙ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ


Φερνάντο Πεσσόα

Πεσσόα-ω

επιμέλεια - επιλογή: Μαρία Παπαδήμα


εκδόσεις Εξάντας, σ. 212, 14 ευρώ

«Η γέννηση των ετερωνύμων μου οφείλεται σε ένα σοβαρό κομμάτι υστερίας που υπάρχει μέσα μου. Δεν ξέρω αν είμαι απλώς υστερικός ή αν είμαι, πιο συγκεκριμένα, ένας υστερικός-νευρασθενικός. Κλίνω προς τη δεύτερη υπόθεση, γιατί υπάρχουν μέσα μου φαινόμενα αβουλίας που η κανονική υστερία δεν τα περιλαμβάνει στα συμπτώματά της. Οπως όμως και να έχει το πράγμα, η νοητική γέννηση των ετερωνύμων μου μπορεί να εντοπιστεί στην οργανική και μόνιμη τάση μου στην αποπροσωποίηση και την προσποίηση. Τα φαινόμενα αυτά, ευτυχώς για μένα και τους άλλους, πήραν σε μένα έναν νοητικό χαρακτήρα· θέλω να πω πως δεν εκδηλώνονται στην καθημερινή, εξωτερική μου ζωή ή στην επαφή μου με τους άλλους· εκρήγνυνται μέσα μου και τα ζω μόνος με τον εαυτό μου. Ετσι όλα καταλήγουν στη σιωπή και την ποίηση».

ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ


«Pessoa» στα πορτογαλικά σημαίνει πρόσωπο. Μία ακόμα σύμπτωση, μία επιπλέον ειρωνεία, μέσα στις τόσες της ζωής του μεγάλου αυτού ποιητή και συγγραφέα Fernando Antonio Nogueira de Seabra Pessoa (1888-1935), που άλλαξε τον γραπτό λόγο στις αρχές του 20ού αιώνα: Να έχει επώνυμο, αυτό που έκανε σημαία του, την ύπαρξη, δηλαδή, πολλαπλών εαυτών, που ο ίδιος αποκαλούσε «ετερωνύμους».

Μέχρι σήμερα οι μελετητές του έχουν «ανακαλύψει» 27 διαφορετικές προσωπικότητες που υπογράφουν τα βιβλία του - τα περισσότερα των οποίων δημοσιεύτηκαν μετά τον θάνατό του. Ανάμεσά τους ο αγγλόφωνος Αλεξάντερ Σερτς, ο Αλμπέρτο Καέιρο, ένας σοφός που ζει απομονωμένος στην εξοχή γράφοντας ποιήματα, ο Ρικάρντο Ρέις, φιλόλογος που τον ενδιαφέρουν οι αρχαίοι κλασικοί, ο Αλβαρο ντε Κάμπος, μηχανικός, που ασχολείται με την τεχνολογία και το μέλλον, και ο πιο κοντινός στον Πεσσόα, Μπερνάρντο Σοάρες, βοηθός λογιστή, που υμνεί τη Λισαβόνα, σημειώνοντας ακατάπαυστα στο ημερολόγιό του.

«Με τον ίδιο τρόπο που πλένουμε το κορμί μας, θα έπρεπε να πλένουμε και το πεπρωμένο μας, να αλλάζουμε ζωή, όπως αλλάζουμε ρούχα - όχι για λόγους επιβίωσης, μα με εκείνο τον σεβασμό που έχουμε σαν τρίτοι απέναντι στον εαυτό μας».

Ο Σοάρες γράφει και συμπληρώνει, για είκοσι δύο ολόκληρα χρόνια, με αξεδίψαστο πάθος, το έργο που έμελλε να χαρίσει στον Πεσσόα την αναγνώριση που του οφειλόταν, καθιστώντας το ένα από τα σημαντικότερα έργα της λογοτεχνίας του 20ού αιώνα. Ημερολόγιο της αμφιβολίας, αυτοβιογραφία χωρίς γεγονότα, κρυολόγημα της ψυχής, χρονικό ενός προαναγγελθέντος αντίλογου, αποσπάσματα μιας ευφυούς -αλλά βασανισμένης- μνήμης, φιλοσοφικό σταυρόλεξο για δυνατούς λύτες, χάρτης λογοτεχνικών διαδρομών, ανώφελη εξομολόγηση, δοκίμιο, μυθιστόρημα, ποίημα ή οτιδήποτε άλλο είναι, το «Βιβλίο της ανησυχίας» είδε για πρώτη φορά το φως της δημοσιότητας στην Πορτογαλία το 1982 (μισό αιώνα μετά τον θάνατο του Πεσσόα), με την αποκρυπτογράφηση μέρους του περίφημου μπαούλου του, που περιείχε 27.500 αταξινόμητα χειρόγραφα. Τα επόμενα δέκα χρόνια κυκλοφόρησε και στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.

Ποιος ήταν όμως αυτός ο περίεργος Πορτογάλος που δημιούργησε σάλο με τους ετερωνύμους του, ποιος ήταν αυτός ο ντροπαλός και καλοντυμένος διοπτροφόρος με τους πλατωνικούς έρωτες που έζησε για να γράψει αποσπάσματα ή έγραψε για να ζήσει αποσπάσματα; Η απάντηση δίνεται μέσα απ' τις σελίδες του «Βιβλίου της ανησυχίας»:

«Είμαι τα περίχωρα μιας πόλης που δεν υπάρχει, τα εκτενή σχόλια ενός βιβλίου που δεν γράφτηκε. Δεν είμαι κανένας, κανένας. Δεν ξέρω να αισθάνομαι, δεν ξέρω να σκέφτομαι, δεν ξέρω να θέλω. Είμαι το πρόσωπο ενός μυθιστορήματος που απομένει να γραφτεί, το οποίο αιωρείται στην ατμόσφαιρα και σκόρπισε δίχως να έχει ποτέ υπάρξει ανάμεσα στα όνειρα εκείνου που δεν ήξερε να με ολοκληρώσει».

Στο «Πεσσόα-ω» βρίσκονται εγκιβωτισμένες όλες οι εμβληματικές εμμονές του περίπλοκου πεσσοϊκού σύμπαντος με τη μορφή ενός εύχρηστου οδηγού πλεύσης: από το α ώς το ω. Τα κείμενα που ανθολογούνται εδώ -κυρίως θραύσματα λόγου- είναι το βασικό γλωσσάρι της φιλοσοφίας του, οι προγραμματικές διακηρύξεις ενός ανθρώπου που άφησε με το στόμα ανοιχτό τη λογοτεχνία του 20ού αιώνα. Προέρχονται από «Το βιβλίο της ανησυχίας» (Μπερνάρντο Σοάρες), την «Ποίηση» (Αλβαρο ντε Κάμπος), τον «Φύλακα των κοπαδιών» και τα «Ασύνδετα ποιήματα» (Αλμπέρτο Καέιρο), και τα «Γράμματα στην Οφέλια», «Φάουστ», «Η ώρα του διαβόλου», «Το μήνυμα» (Φερνάντο Πεσσόα).

Ο Πεσσόα «βιβλιοδετεί» τις σκέψεις του άναρχα, συνθέτοντας χαρακτήρες που στην ουσία είναι οι άτυποι πρωταγωνιστές του ατέλειωτου, αυτοβιογραφικού μυθιστορήματος της ζωής του. Γράφει ακατάπαυστα, λυπημένος, στο ήσυχο δωμάτιό του, μόνος όπως υπήρξε πάντα, ένας νάρκισσος που ενσαρκώνει την ουσία χιλιάδων φωνών, χιλιάδων ζωών, χιλιάδων εαυτών. Ζει μεταφορικά, εγκαταλειμμένος σε μαξιλάρια από λέξεις, σαν μια ανοιχτή παρένθεση που παρακμάζει μέσα στη βεβαιότητά της, σαν ένα έκτακτο παράρτημα αυτού που ονειρεύεται πως θα γίνει. Είναι μία ακόμα εμπνευσμένη κορνίζα στο συγκλονιστικό τοπίο της ανθρώπινης ψυχής, ένας φυγάς που επαίρεται για τη λιποταξία του απ' τη ζωή, ένας που δεν φιλοδοξεί να πάρει την εξουσία - το μόνο που ζητά είναι να πάρει τον λόγο. Και μέσα απ' αυτόν να συνεχίσει να ζει αυτή τη λύπη, αυτή την αγωνία της σιωπής και του θανάτου. Είναι ένας άνθρωπος που θρηνεί την παιδική του ηλικία, γιατί στερήθηκε τη δυνατότητα της διάρκειας. Ενας ερωτευμένος που θρηνεί τον έρωτα, γιατί δεν αξίζει τόσο όσο τα περίχωρά του.

Ο Πεσσόα μοιάζει ικανός να πει και να γράψει τα πάντα. Η υβριδικότητα της γλώσσας του, η μέχρις εξαντλήσεως χρήση του παραλόγου, οι αμφίσημες τοποθετήσεις του επί παντός του επιστητού, «κατασκευάζουν» ένα δυνατό και απόλυτο θεώρημα που μπορεί στην επόμενη σελίδα ή στην επόμενη σειρά να αμφισβητηθεί ολοσχερώς και να καταρρεύσει υπό το βάρος της γοητείας των αντιθέσεων. Αυτό δεν συνιστά ανακολουθία, αλλά εξάντληση των χορδών της ευφυΐας. Η δύναμη και το στυλ των αποφθεγμάτων του είναι τόσο ισχυρά, ώστε μπορούν να σε πείσουν συγχρόνως για το καλό και το κακό, το οικείο και το ανοίκειο, το τεμαχισμένο και το ακέραιο, το σημαντικό και το ασήμαντο, το γνωστό και το άγνωστο. Δεν γνωρίζω πολλούς συγγραφείς που να είναι ικανοί γι' αυτό.

Εστω και αν ο Φερνάντο Πεσσόα προσποιήθηκε ότι ήταν ο Φερνάντο Πεσσόα, όσο ο Σαίξπηρ προσποιήθηκε ότι ήταν ο Αμλετ ή ο Βασιλιάς Ληρ, εκείνο που έχει σημασία να διατηρήσουμε είναι ότι το οριοθετικό «είμαι ο» στο έργο του πνίγεται κυριολεκτικά μέσα στον φαντασιακό λαβύρινθο τού «είμαι σαν». Οπου και αν βρέθηκε ο αληθινός Πεσσόα, όποιοι κι αν ήταν αυτοί που ζούσαν τη ζωή του και τον υποδύονταν κατά καιρούς, νομίζω πως η πραγματική ψυχή του βρέθηκε πάντα στο μέρος που βρισκόταν η σκέψη του. Στα καφέ της Λισαβόνας, στη Ρούα ντος Ντοραδόρες, στην αγκαλιά της Οφέλιας ή στο μικρό του δωμάτιο κοντά στον ποταμό Τάγο, ο Πεσσόα υπήρξε οι λέξεις του - ό,τι σκέφτομαι γίνεται αμέσως λέξεις.

Γεμάτο από μεγαλοφυείς και πένθιμες αμφισημίες, το έργο του δηλώνει σε όλους τους τόνους και με όλες τις αισθήσεις αυτό που ο μοντερνισμός έκανε σημαία του - τη ματαιότητα του αγώνα της ζωής. Μια μελαγχολία που έλκει την καταγωγή της από τον Μπωντλαίρ και συνομιλεί με τον Ρεμπώ, διατρέχει απ' άκρη σ' άκρη τις σελίδες του, μεταδίδοντάς σου ένα αίσθημα τραγωδίας: τα πράγματα μικραίνουν, οι αισθήσεις πονούν, το μυαλό εκρήγνυται. Η αποφθεγματική και πεζότροπη ποίηση του Πεσσόα φτάνει τις ευφυΐες στην κορύφωσή τους και μετά τις καταργεί. Τις θάβει κάτω απ' τα συντρίμμια μιας λογοτεχνίας που του τρώει τις σάρκες την ίδια στιγμή που προσπαθεί -σωματικά και ψυχικά- να συνυπάρξει μαζί της. Το απόξενο ύφος θρηνεί την απουσία της ζωής -σκέφτομαι είναι δεν ξέρω να υπάρχω-, που όποτε συμβαίνει, εκδηλώνεται ως ναυτία στο στομάχι.

Φαίνεται πως η φράση του Κάφκα, «δεν είμαι τίποτα άλλο παρά λογοτεχνία», ταιριάζει γάντι στη μοναχική πρόζα του Πεσσόα, που «έκρυβε» την ντροπή που αισθανόταν γι' αυτό που είναι, μέσα στον θρίαμβο αυτού που ονειρευόταν. Ο άνθρωπος, υποστήριζε, λίγο πριν πεθάνει διαλυμένος από το αλκοόλ, σε ηλικία 47 χρόνων, δεν πρέπει να μπορεί να κοιτάζει το πρόσωπό του στον καθρέφτη· είναι το πιο τρομερό απ' όσα μπορεί.

Φυλλομετρώντας τα αποσπάσματα του «Πεσσόα-ω» νομίζει κανείς ότι γράφτηκαν πάνω στο γυαλί του καθρέφτη· χαράχτηκαν εκεί ανεξίτηλα, υπό την απειλή του. Είναι τόσο τρομαγμένα αληθινά που μοιάζουν ψεύτικα: σαν μικρά, πανάκριβα μπιζού, παράσημα αιώνια στον λαιμό της λογοτεχνίας.



ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=31805