Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2008

ΧΩΡΙΣ ΕΣΕΝΑ




Οι άλλοι που είμαι, "ΙΑΝΟΣ", Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2008

ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΤΗΣ ΤΡΙΤΗΣ, στον «Ιανό», έκλεισαν ραντεβού οι ζωές μου. Κρυφά. Χωρίς να το περιμένω, είδα ξαφνικά τις ηλικίες μου γερασμένες, να γέρνουν στο μπαρ, στις καρέκλες, στον καναπέ του βιβλιοπωλείου και να συζητούν μεταξύ τους. Sold out. Σπρώχνονταν ανάμεσα στην κατάμεστη αίθουσα για να χωρέσουν, να γνωριστούν, να ανταλλάξουν τηλέφωνα. Δεν θα μάθω ποτέ τι έλεγαν. Οι εποχές του εαυτού μου είχαν κατά παράξενο τρόπο διαρρεύσει απ’ τις σελίδες του βιβλίου και είχαν καταλάβει στρατηγικές θέσεις στο χώρο. Είχαν επανέλθει όλες μαζί. Συγχρόνως. Και για μια ακόμα φορά εκστράτευαν εναντίον μου.

Απόρησα που δίπλα μου η Ιωάννα Παππά - αυτός ο ορισμός της γλυκύτητας- κατάφερνε και διάβαζε, σε πείσμα των κενών σελίδων που είχαν αφήσει οι λέξεις που έλλειπαν και ήταν διασκορπισμένες στον χώρο. Κάποια στιγμή, μου φάνηκε πως είδα τον Βασίλη Αλεξάκη να τις κυνηγάει γύρω απ’ τα τραπέζια, έχοντας βγάλει το δερμάτινο γιλέκο του. Κάθε μια που έπιανε, την έσφιγγε γερά στο χέρι του με ένα χαμόγελο θριάμβου και την πέταγε προς το μέρος μου. Η λέξη αυτόματα μεταφραζόταν στα γαλλικά. Η Βίβιαν ήταν η μόνη που καταλάβαινε. Στα 14 μου, στις Λιβανάτες, τη ρώτησα γιατί δεν μπαίνει στη θάλασσα και μου απάντησε je suis malade. Εγώ διάβαζα «Φως» και εκείνη Μαλλαρμέ στο πρωτότυπο. Στην «Ακτή», το παραλιακό ξενοδοχείο με τα γιασεμιά του Χασιώτη, ζωγράφιζα στα σεντόνια το όνομά της. Τα σεντόνια πλένονταν, αλλά ο μαρκαδόρος δεν έφευγε. Οι πελάτες θα νόμιζαν ότι Βίβιαν λεγόταν η μάρκα του υφάσματος. Μόνο εγώ ήξερα ότι ήταν ο πρώτος μου έρωτας που τώρα στεκόταν μπροστά μου, μετά από 32 χρόνια, εκεί στον Ιανό, και μου χαμογελούσε. Ένιωσα ευτυχής γι αυτή την αποκλειστικότητα.

Στην επόμενη καρέκλα περίμενε το πρώτο μου ποίημα από το «Διαμελίζομαι»: Είχα 25 χρόνια να δω την Σταυρούλα. Εγώ, ο Γιάννης, κι εκείνη, θελήσαμε να παίξουμε την ταινία του Τρυφώ, «Ζιλ και Ζιμ», στο Μοσχάτο των αρχών του 80. Δεν μπορέσαμε γιατί ο Γιάννης εγκατέλειψε στα γυρίσματα. Μετά η Σταυρούλα παντρεύτηκε. Τώρα είναι ξανθιά, αλλά τα μάτια της παραμένουν η πιο σκοτεινή εκδοχή του μαύρου. Η Νικολέτα είχε παχύνει, εξακολουθούσε όμως να έχει λεπτά συναισθήματα. Ήταν φυσικό μετά από πέντε βιβλία. Την βάραιναν κοντά 700 σελίδες. Στεκόταν στην πρώτη θέση, στο τραπέζι των επισήμων, και μιλούσε με τον Χάρη και τη Σοφία. Θα πρέπει να ζύγιζε γύρω στα 20.000 κιλά, γιατί ενώ καθόταν σε μια πολυθρόνα, γέμιζε όλο τον «Ιανό». Όταν την αγκάλιασα, έπεσαν τρία ματάκια από την τσέπη μου. Και επτά κόκκινα τριαντάφυλλα απ’ την καρδιά της.

Η ώρα περνούσε με δεκαετίες, ο Χάρης ζήλευε τον Keith Jarrett. Η Αννούλα είχε την καθαρή ομορφιά ενός παιδιού, η σύγχρονη ιστορία δικαιωνόταν με τον καλύτερο τρόπο. Όταν πια φάνηκε και η Μαρία Μήτσορα, η δύναμη σκόρπισε. Με χαιρέτησε με φωνητικά Jonathan Richman του «Hospital » και άφησε τα ασημένια της φτερά στο πάτωμα. Έπεσα πάνω στον Ηρακλή, ανταλλάξαμε για ένα λεπτό τις διασημότητες μας. Μετακινήθηκα, άνοιξα μια πόρτα και μπήκα στο Tropical. Η Σαντορίνη έμοιαζε με ξυπόλητη θεά που παραπατούσε μεθυσμένη στα σύννεφα. Η Κατερίνα κάπνιζε ένα πούρο με άρωμα σοκολάτας, η Νικολέτα την αγριοκοίταζε, η πισίνα του Salty είχε μεταφερθεί εκεί. Έδειξα μια χορευτική φιγούρα στον Σάκη τον μηχανικό και έφυγα. Στο πλοίο της επιστροφής έπαιξα σκάκι και έχασα σε τρεις κινήσεις. Η αντίπαλος μου στην παρτίδα, ήταν η τελευταία Ινδιάνα που ταξίδεψε με το πλοίο της γραμμής. Και η πρώτη που μου έκανε τόσο εύκολα ματ, βοηθούμενη απ’ τις δεσποινίδες της Αβινιόν.

Ξαφνικά, δεν υπήρχαν πια άλλα κορίτσια. Όλα τα κορίτσια είχαν γίνει εσύ. Βυθισμένα εντός σου, επιφορτισμένα με τις χιλιάδες χειρονομίες σου: Σαν μοντέρνες εκδοχές μιας παντομίμας που πέθαινε. Οι ομιλητές ανέβηκαν στο πάνελ αργά. Ο Βασίλης μου έκανε νόημα, ήρθα και κάθισα δίπλα στην Ιωάννα. Η εκφραστικότητά της φώτισε όλη την αίθουσα. Μετά, ασχολήθηκαν όλοι με τις ζωές μου: Ο Γιάννης Ευσταθιάδης τους έδωσε από ένα μουσικό όργανο για να παίζουν τη νύχτα και την αφορμή για να συνεχίσουν αθώες, ο Γιώργος Μπλάνας τις χώρισε σε κατηγορίες, ο Βασίλης Πολύζος τις έβαλε να μελετήσουν τα τετράδια των αγγέλων και ο Βασίλης Χατζηιακώβου τις ακούμπησε προσεκτικά σε νησιά των Κυκλάδων, μαζί με κάποιο συγγραφέα ή μουσικό, για να τις φυλάει. Τώρα, αν θέλω να τις ξαναδώ, θα πρέπει να περάσω θάλασσα.

Στις καθυστερήσεις φάνηκε και η Patti Smith. Χαιρέτησε, έπαιξε κλαρινέτο και αποχώρησε. Το βιβλίο είχε, επιτέλους, ξαναβρεί τις λέξεις του.

Σταύρος Σταυρόπουλος, εφημ. metro, 21/01/2008

Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2008

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ: ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΑΡΡΗΞΗ ΚΑΘΕ ΜΟΡΦΗΣ


(η ομιλία του Γιώργου Μπλάνα στον "Ιανό", στις 15 Ιανουαρίου 2008, στην παρουσίαση του βιβλίου του Σταύρου Σταυρόπουλου, Οι άλλοι που είμαι, Μεταίχμιο, Αθήνα 2007)


Όταν πέφτει κανείς στο πηγάδι της ετερότητας -γιατί αυτό σημαίνει, σε τελευταία ανάλυση, να γοητεύεται από τους δαίμονες που κατοικούν μέσα στη γλώσσα- αναπτύσσει μιαν εφιαλτική σχέση με τον εαυτό του και τους άλλους. Μια σχέση ηδονικής ένδειας και πικρού, κατάπικρου πλούτου. Δεν ξέρεις πότε θα βρεθείς άλαλος -απολαμβάνοντας τον εαυτό σου- και πότε θα ξεχειλίζεις από λέξεις - ζηλεύοντας εκείνους τους άλλους που θα τις καρπωθούν.
Γράφεις και βουβαίνεσαι μπροστά στο λαλίστατο γραπτό. Σωπαίνεις και το γραπτό ορθώνεται πάντα μπροστά σου ως μοναδική αξία της σιωπής. Αν βάλω το χέρι στην καρδιά, είναι απόλυτα βέβαιο, πως μετά από 20 χρόνια περιφοράς στην λογοτεχνική μας κόλαση -και πάνω από τριάντα στον παράδεισο της ποίησης- θα πω ότι ο μοναδικός λόγος για τον οποίο αξίζουν μερικές λέξεις πάνω σ’ ένα χαρτί είναι η δύναμή τους να μας επιτρέπουν να είμαστε άλλοι.

Ο κόσμος μας, ώσπου ν’ αφανιστεί, θα είναι ένας κόσμος της ταυτότητας. Και ο άνθρωπος ένα πλάσμα επίμονα κατοπτρικό, πάντα ετεροπροσδιοριζόμενο. Εξ ου και όλες οι συγκρούσεις: Αλήθεια-Ψεύδος, Λογική-Συναίσθημα, Πραγματικότητα-Φαντασία. Το πρώτο και τελευταίο οχυρό της ποίησης, πριν την τρέλα, τη μεγάλη συμπαντική τρέλα τού ματαίου: η μορφή, το είδος, η ολότητα. Το πρώτο και ριζικότερο πρόταγμα της ποίησης: η διάρρηξη κάθε μορφής, κάθε είδους, κάθε ολότητας.

«Όταν ονειρεύομαι, καταργείται η γεωγραφία. Καθώς περιεργάζομαι τις αισθήσεις των τοπίων, μικρά ρινίσματα σελήνης κυλούν απ’ τα μάτια μου. Συναιρούμαι σε γλώσσες, μια ρουφηξιά ακόμα και τα έγκατα της γης θα περάσουν οριστικά μέσα μου.
Γεννάω μονόφθαλμα έθνη που προσεύχονται στα πόδια μου, ερήμην της Ιστορίας».

Από την πρώτη στιγμή που διάβασα λέξεις πάνω στο χαρτί του Σταύρου Σταυρόπουλου, έστω και όχι όσο άγρια σίγουρες για τον εαυτό τους παρουσιάζονται στο τελευταίο βιβλίο του, είχα την αίσθηση ενός ανθρώπου που ενδιαφερόταν περισσότερο για το παιχνίδι του κειμένου και λιγότερο για το είδος εκείνο της εύτακτης συμπεριφοράς που συνηθίσαμε να ονομάζουμε σύνθεση. Δεν ενδιαφερόταν καν για το τι λογής κείμενο έγραφε. Ενδιαφερόταν μόνο γι’ αυτό που μπορεί να κάνει ένα κείμενο στον ίδιο και στους αναγνώστες του. Πέρα από την περιοχή της κατευθυνόμενης ρητορικής.

Κάποτε κάποτε, σκεφτόμουν πώς ήταν δυνατόν ένας άνθρωπος να γράφει τόσο καίρια πράγματα με τόση ατημελησία. Ώσπου υποπτεύθηκα πως αυτή η ατημελησία ήταν η δική του στρατηγική. Ποια στρατηγική; Η διατήρηση της απουσίας, του κενού, της οδυνηρής ζήτησης. Όχι η παρηγοριά ή η επένδυση του χαμένου χρόνου και τόπου με λόγια, αλλά η αναπαράσταση του ανέφικτου, προκειμένου να μην απολεσθεί – δηλ. μια άλλη διαλεκτική του πόθου.

«Όταν γράφω οι άγγελοι επιστρέφουν και τα κλωνάρια των τοίχων λάμπουν από την εξουθενωτική υπεροχή των ρόδων. Οι λέξεις με παρατείνουν».

Ή:

«Είναι ακόμα Απρίλιος, όπως στο ημερολόγιο του Ελύτη, όπως σε κείνο το παλιό τραγούδι των Deep Purple, μόνο που τα βράδια - αυτά τα αθέατα νυχτερινά καπρίτσια της άνοιξης - ο ουρανός ξεκολλάει λίγο στην άκρη και τα σύννεφα βρέχουν μια ασημένια βροχή σε όλες τις γλώσσες του κόσμου».

Τι είναι όμως οι λέξεις; Ο μακρύς κατάλογος των μεταφορών, με τον οποίον τελειώνει το βιβλίο του ο Σταυρόπουλος, μας διαβεβαιώνει πως οι λέξεις είναι τα πλάσματα που έχουν τη δυνατότητα να αυτοπροσδιορίζονται, μόνο αποδίδοντας στον εαυτό τους έναν σωρό άλλα πράγματα. Άρα ο πραγματικός πόθος του δημιουργού του κειμένου είναι η παράταση του πόθου του, η τιμωρία του, χιλιάδες φορές εκείνος.

«Οι πόλεις των ανθρώπων μας βλέπουν από παντού. Είμαστε όλοι απλωμένα ασπρόρουχα στην εκδίκηση του ορίζοντα. Αυτή είναι η τιμωρία μας: Χιλιάδες φορές εμείς».

Ιδού, λοιπόν, μια φωνή -ποιητική, πεζογραφική, δεν έχει και πολύ σημασία- που είναι διατεθειμένη να χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε μέσο για να απολαύσει τη γραφή ως αναγνώστης της γραφής του. Γι’ αυτό ίσως είναι τόσο γοητευτική. Τόσο ιδιαίτερη.

Πρώτο τέχνασμα του Σταυρόπουλου στο παιχνίδι του κειμένου: κάτι κοινό δεν μπορεί ποτέ να είναι τόσο κοινό ώστε να το προσπεράσουμε. Μετά, ήδη ο αναγνώστης -ο αναγνώστης με σάρκα και κόκαλα- έχει μπει στη διαδικασία της αναπόλησης των δικών του ελλείψεων. Πρέπει να εγκαταλείψει το βιβλίο. Και διαγράφοντας το τόξο του βιβλίου που κλείνει, ανοίγει το βιβλίο. Δεύτερο τέχνασμα του Σταυρόπουλου: το κείμενο είναι το άλλο του, το μη κείμενο. Και ο συγγραφέας, ο αναγνώστης που είναι πια ο συγγραφέας. Οδοιπόροι και οι δύο ενός κοινού τόπου που ιδρύθηκε με την πρωταρχική ιδέα συγγραφέα.

«Μου μένουν ακόμα λίγα μελαχρινά απογεύματα να κρεμάσω στη πλάτη μου, μερικά ιερά σώματα να μεταλάβω, μέχρι να με πνίξουν στο τέλος τα δακρυγόνα και να αφοσιωθώ αποκλειστικά στη γραμματική των δακρύων».

Ο Σταυρόπουλος έχει πια σχηματίσει τον χαρακτήρα του σαν συγγραφέας, τον οποίον μπορεί και μεταδίδει σε πολλούς διαφορετικούς ανθρώπους. Διαχειρίζεται με θαυμαστό τρόπο το ενιαίο του πρόσωπο, μένοντας αφοσιωμένος σε αυτό που πραγματικά υπηρετεί: τη μορφή. Μ’ αυτήν μπορεί και παίζει μαζί μας, το ερεβώδες παιχνίδι της ματαιότητας, μέσα και έξω απ’ τα βιβλία του, σε ένα σύμπαν στο οποίο παραμένουμε όλοι τραγικά μετανάστες έως ότου μας αρνηθεί την παραμονή.

Αυτό είναι, νομίζω, και η πρωταρχική σημασία της αληθινής γραφής.


Γιώργος Μπλάνας

Σάββατο, 5 Ιανουαρίου 2008

ΑΣ ΓΕΛΑΣΩ

ΜΠΑΙΝΟΝΤΑΣ ΣΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ, ένα παραδοσιακό νεοκλασικό στην Ευριπίδου, ο Μυριβήλης, ο Τερζάκης και ο Βενέζης, μου κάνουν σωματικό έλεγχο. Κάθονται σε ένα τραπέζι, στο Ζάππειο, και πίνουν μειλίχια το ουζάκι τους. Η φωτογραφία είναι του 1933, πρέπει να είναι απόγευμα. Με κοιτάζουν με αποτροπιασμό, σα να φταίω εγώ που η εποχή μας δεν συνεχίζει το έργο τους. Δίπλα τους υπάρχει μια καρέκλα κενή, θα περιμένουν τον Καραγάτση. Αυτόν περιμένω κι εγώ, ήρθα να πάρω τον Γιούγκερμαν.
Η Κατερίνα, η υπεύθυνη προώθησης των εκδόσεων, μου ζητάει το φύλλο της εφημερίδας για τον Σελίν. Χαμογελάει με δυσκολία. Έχει το επώνυμο ενός διάσημου δημιουργού ερωτικών κόμιξ. Είναι πολύ στενά, κάποιος με σπρώχνει για να μπει, δεν χωράμε, εκείνη την εποχή οι άνθρωποι θα πρέπει να ήταν πολύ αδύνατοι. Λέω την τελευταία φράση που πρόλαβε να γράψει ο Καραγάτσης πριν πεθάνει, στο ανολοκλήρωτο μυθιστόρημά του, το «10»: «Ας γελάσω». Την επαναλαμβάνω αργά από μέσα μου, σα να θέλω να την πιστέψω, σα να θέλω να πείσω τον εαυτό μου να το κάνει. Ακούω τις συλλαβές να ζορίζονται. Δεν μπορώ.

Έξω η ζωή συνεχίζεται – χωρίς να μας ρωτάει- αλλά όλο στρίβει γωνία. Της αρέσει να μας μπερδεύει. Σαν μια αστραφτερή Σεβρολέτ που ανοίγεται στον αυτοκινητόδρομο με σηκωμένα τα φτερά της. Κουράστηκα να την ακολουθώ με τα μάτια μου. Όσο πάει και ξεμακραίνει. Οι μικροπωλητές την κυνηγάνε ακόμα. Άνθρωποι του μόχθου έχουν απλώσει την πραμάτεια τους, έχουν στήσει το πολύχρωμο τσαντίρι τους, εκεί που κάποτε περνούσε το πρώτο τραμ. Σήμερα είναι θάλαμος αερίων. Τα καυσαέρια που εκπέμπουν οι άνθρωποι θα έπρεπε να απασχολήσουν σοβαρά τους περιβαλλοντολόγους του μέλλοντος. Τα εκλύουν τα σώματά τους καθώς περπατούν. Λυπάμαι αυτό που βλέπω. Τόσοι πεθαμένοι κυκλοφορούν ανάμεσά μας που αισθάνομαι ότι συνομιλώ με πνεύματα, με ψυχές. Έχω ανοιχτή γραμμή με το υπερπέραν.
Είχα ακούσει ότι τα παλιά χρόνια, τότε που η Αθήνα, ως νεοσύστατη πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους αγωνιζόταν να σταθεί στα πόδια της, οι κρεοπώλες της Σταδίου, που ήταν ακόμα χωματόδρομος, έσφαζαν τα ζωντανά τους μέσα στο μαγαζί, για να πουλήσουν κρέας στους περαστικούς. Τα τμήματα του σφαγμένου ζώου που έμεναν απούλητα, τα πέταγαν στο δρόμο. Ενάμισι αιώνα μετά, η μακάβρια αυτή συνήθεια δεν έχει εκλείψει. Ο ένας τρώει τον άλλον, δεν χρειάζονται πια οι κρεοπώλες. Oι δρόμοι είναι γεμάτοι απ’ τα κομμάτια μας. Τα απορριμματοφόρα του δήμου έχουν πολύ δουλειά. Η κατάσταση είναι εκτός ελέγχου.

Προσπαθώ ακόμα να γελάσω, να κάνω τις εποχές να πλησιάσουν. Θλιμμένος κλόουν. Πώς τα κατάφερνε άραγε ο Καραγάτσης; Χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια για να καταλάβω ότι οι άνθρωποι όταν λένε «σ’ αγαπώ», αγαπάνε τον εαυτό τους και όχι αυτόν στον οποίον απευθύνουν την κουβέντα. Είναι μια ιδιότυπη μορφή Αττικής σύνταξης – εκτός Τριανταφυλλίδη. Ο Λάο Τσε, ένας από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους της Κίνας, σύγχρονος του Κομφούκιου, υποστήριζε πριν 2.500 χρόνια πως το σκληρό και το δυνατό θα κατατροπωθούν για να θριαμβεύσει το τρυφερό και το αδύναμο. Περιμένω ακόμα.
Θα κρεμάσω τα λόγια σου στο λαιμό μου για να φωτίζουν τον δρόμο μου. Τα σκοτεινά τμήματα στο οδόστρωμα που πρέπει να αποφεύγω. Θα τα δέσω μ’ ένα μικρό, κόκκινο σπάγκο για να θυμάμαι. Ο Καραγάτσης είναι πια γραμματόσημο. Η τρυφερότητα τελικά δεν θα θριαμβεύσει. Ο Λάο Τσε ήταν υπερβολικά αισιόδοξος.

Κοιτάζω τον Γιούγκερμαν στη σακούλα. Είναι χάρτινος, αλλά έχει σκάσει στα γέλια.

Σταύρος Σταυρόπουλος, εφημ. metro, 07/01/2008