Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2007

Η ΕΚΚΡΕΜΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ


Δεν μπορώ να συνεχίσω. Θα συνεχίσω
ΣΑΜΙΟΥΕΛ ΜΠΕΚΕΤ

ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΠΙΑ παρά κλειστά παράθυρα, κλειστά παράθυρα, κλειστά παράθυρα. Ο κόσμος που πέρασε άφησε τα σημάδια του ανορθόγραφα στο περβάζι. Κουτσουλιές, σαν των πουλιών. Ξέρεις τι θα μου λείψει περισσότερο από σένα; Οι κατολισθήσεις μας. Το φως που έμπαινε ανάμεσα στα κορμιά μας καθώς γκρεμιζόμαστε - μια μυστική δύναμη. Ήταν ένα φως με ίχνη, με αποτυπώματα. Τα φέρω ακόμα. Κοσμήματα από φως. Καμιά φορά, όταν ξυπνάω το πρωί, το ξεχνάω. Νομίζω ότι έχω γεμίσει διαφανείς κρυστάλλους. Μετά θυμάμαι. Κοιτάζω το σώμα μου και η οξύτητά του με τρομάζει. Αν σε ξύσω άραγε από πάνω μου θα χαθείς; Θα χαθούν όλα όσα κατόρθωσαν να είναι; Και το φως; Πώς να το πάρεις απόφαση το φως;
Έχω περισσότερα ερωτήματα από καταφάσεις. Δεν μπορούν εύκολα να σταθούν σ’ ένα κείμενο. Μήπως αν αναρωτιέσαι συνέχεια απαντάς σε όλα; Είδες, πάλι ρωτάω.
Τέλος πάντων, αυτό το χειμώνα έμαθα να κλίνω τα ανώμαλα ρήματα. Ξέρω απ’ έξω όλες τις πτώσεις, κάποια μέρα θα σου μιλήσω γι αυτές. Έγινα γενναιόδωρος με όσα χάνω· φαίνεται, δεν τα είχα ποτέ. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι η απώλεια είναι τόσο αναίμακτη. Ούτε ότι συνηθίζει κανείς με τον καιρό τις συντέλειες του κόσμου.

Τελικά στα φεγγάρια με τους Ινδιάνους συμφωνούμε· έχουμε από 13. Συνεχίζουμε να ανάβουμε τα τσιγάρα μας απ’ αυτά – ως γνήσιοι αναγνώστες του Γκόρπα. Εκεί που τα χαλάμε λίγο είναι στην μέτρηση του χρόνου. Εμείς έχουμε μέρες, μήνες, χρόνια κι εκείνοι αιωνιότητα. Ποιος μετράει πιο σωστά, δεν ξέρω. Μπορεί κανένας.
Μου αρέσουν ακόμα οι Ινδιάνες, αλλά δεν έχω το κουράγιο να ζωγραφίζω άλλο το πρόσωπό μου. Αρκετές ζωγραφιές έχει πάνω του. Τις μισές μου τις έχεις κάνει εσύ. Άλλωστε, δεν υπάρχουν πια αληθινές Ινδιάνες. Περισσότερο φαντάζεσαι ότι υπάρχουν. Είναι τόσο μακρινή η εποχή τους, που μπερδεύεται με τα παραμύθια. Απ’ όσες έχουν ξεμείνει στις πόλεις καμία δεν λέγεται Σύννεφο με παντελόνια. Καμία δεν κρεμάει στα κοτσιδάκια της σούρουπα από τις παραλίες των νησιών. Έχουν φθαρμένα όνειρα, πλαστικά λόγια, αδύναμα σύμβολα. Έπειτα, είναι και οι δεσμοί αίματος που τις ενώνουν. Δεν τους πιστεύω. Δεσμά αίματος θα ήταν η ακριβέστερη έκφραση.

Το στερεοφωνικό συνεχίζει να απεργεί από την προηγούμενη άποψη. Δεν άλλαξαν και πολύ τα πράγματα από τότε. Συνεχίζουν να συζητούν για το Ασφαλιστικό. Ο Αλογοσκούφης και η Τρέμη μου φαίνονται σαφώς συμπαθέστεροι με κλειστή τη φωνή της τηλεόρασης. Ανοιγοκλείνουν το στόμα τους και συμπληρώνω εγώ τις λέξεις που θέλω. Συνεχίζω να χάνω. Είναι η τρίτη σερί εντός έδρας ήττα μου τον τελευταίο μήνα. Μου έκλεψαν πάλι λίγα από τα έμψυχα και τα άψυχα που μου έχουν απομείνει. Οι λαγοί τελειώνουν. Και τα καπέλα. Έχω κουραστεί με τα θαύματα που έχω επωμιστεί μέσα στο γήπεδο. Παίζω με κατεβασμένες κάλτσες. Βαρύ τερέν, όλο βρέχει. Ο κόσμος θα έπρεπε να αναβληθεί λόγω ακαταλληλότητας του αγωνιστικού χώρου.

Δεν φτάνει να ονειρεύεσαι. Ζωή είναι ό, τι γνωρίζουμε και αυτό που γνωρίζω δεν μου αρέσει. Ή δεν μου αρκεί. Είμαι διαυγής. Σχεδόν τρύπιος. Το κομμάτι που λείπει και επιτρέπει να δεις καθαρά μέσα μου, μου αφαιρέθηκε κάποτε, με κάποιο τρόπο. Απ’ το κενό αυτό εισβάλλουν οι άλλοι. Αν το βρω θα το χαρίσω σε μένα. Να κλείσει αυτή η εκκρεμότητα του φωτός. Αυτός ο φαύλος κύκλος της καθαρότητας. Ο Ρενέ Σαρ γράφει σε ένα στίχο του ότι «η διαύγεια είναι η πληγή η πιο κοντινή στον ήλιο».
Γράφω πληγές, ανάσες που δεν φτάνουν. Γιατί δεν έρχεσαι ποτέ όταν σε θέλω; Πρόσφατη έκθεση της WWF αποκαλύπτει ότι μέσα στα επόμενα 20 χρόνια, το 60% των δασών του Αμαζονίου, ενός από τους βασικότερους σταθεροποιητικούς πνεύμονες του παγκόσμιου κλιματικού συστήματος, θα έχει εκλείψει. Στην οδό Πλάτωνος έχω εγκαταστήσει τον δικό μου Αμαζόνιο· είναι μια μπλε πολυθρόνα. Με μια απλή κίνηση των ματιών μου αλλάζω τα δέντρα, όποτε δεν με ικανοποιεί η καρποφορία τους.
Έχω όλων των ειδών τα παραδείσια πουλιά. Εκτός από ένα.

Σταύρος Σταυρόπουλος, εφημ.metro, 27/12/2007

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2007

ΨΕΥΤΙΚΕΣ ΒΛΕΦΑΡΙΔΕΣ



Όποιος γράφει δεν είναι ποτέ αρκετά μόνος, γι αυτό και δεν είναι ποτέ αρκετή
η ησυχία που τον περιβάλλει· ακόμα και η νύχτα, δεν είναι ποτέ αρκετά νύχτα.
- ΦΡΑΝΤΣ ΚΑΦΚΑ στη ΦΕΛΙΤΣΕ ΜΠΑΟΥΕΡ


ΟΡΚΙΣΤΗΚΑ ΝΑ ΜΗΝ ΓΡΑΨΩ ονόματα και θα το κάνω. Όχι για να προστατεύσω τον εαυτό μου – ούτως ή άλλως δεν ανήκω στα χαϊδεμένα παιδιά της «εξέδρας» - αλλά για να τηρήσω τη δεοντολογία. Αισθάνομαι όμως ότι πρέπει να πω κάποια πράγματα. Σ’ αυτό το χώρο υπάρχουν πολλά που ενοχλούν πολλούς και αποσιωπούνται· λες και υπάρχει μια αόρατη συμφωνία – συμφωνία τιμής, θα την έλεγαν οι μαφιόζοι – να μη θιγούν πρόσωπα και πράγματα «ιερά». Γνωρίζουμε όσους δεν θα έπρεπε να γνωρίζουμε και δεν γνωρίζουμε αυτούς που αξίζει να γνωρίζουμε. Ο χώρος του βιβλίου έγινε λάιφ στάιλ εκπομπή.
Καταντήσαμε να ονομάζουμε συγγραφέα κάποιον που αναγνωρίζουμε το πρόσωπό του και γράφει αποκλειστικά μυθιστορήματα – άντε, και κάνα διήγημα, με την γνωστή συνταγή και μια χιλιοειπωμένη ιστοριούλα. Όλα τα υπόλοιπα είδη αφηγηματικού λόγου τα εξορίσαμε. Τα στείλαμε για εξακρίβωση. Γιατί; Επειδή δεν πουλάνε. Ποιος ρυθμίζει τις τύχες ενός προϊόντος στην αγορά; Οι παραγωγοί του, δηλ. οι εκδότες. Μπορούν αυτό να το κάνουν μόνοι τους; Όχι, χρειάζονται και τους κριτικούς. Και εδώ ξεκινάει το γαϊτανάκι της μεγάλης παρεξήγησης.

Στον ειδικό τύπο υπάρχει περίσσευμα στόμφου, περίσσευμα αυταρέσκειας, περίσσευμα αποτυχημένης δημιουργίας. Πλαστικό χιούμορ. Πολλές διαπροσωπικές σχέσεις. Διαψευσμένα όνειρα, μέτριοι κύκλοι ζωής. Πολύς κόσμος πιστεύει ότι η κριτική βοηθάει. Εγώ πιστεύω ότι παραπλανά –ίσως χωρίς να το θέλει. Οδηγεί κάπου και αυτό το κάπου μπορεί να είναι το πουθενά: Ένα πουθενά που κοιτάζεται αυτάρεσκα στον καθρέφτη και καμαρώνει τις μεγαλόσχημες λέξεις του· σαν τις γυναίκες που ενθουσιάζονται με τις ψεύτικες βλεφαρίδες τους. Υπάρχουν σπουδαίοι κριτικοί, αλλά είναι λίγοι. Η πλειοψηφία είναι αυτή που διαμορφώνει την κοινή γνώμη. Που χρησιμοποιεί το ορίτζιναλ για να παράγει το ιμιτασιόν. Και σε αυτήν, δυστυχώς, ανήκουν οι μέτριοι, οι εμπαθείς, οι βλεφαρίδες. Η αποτίμηση ενός έργου κινδυνεύει να γίνει απομίμηση στα χέρια τους. Δεν λέω ότι δεν χρειάζεται αποτίμηση. Αλλά να γίνεται στο σπίτι μας, στο μυαλό μας, στις συνειδήσεις μας. Η επί αμοιβή αποτίμηση μιας δημιουργικής προσπάθειας εμπεριέχει κινδύνους. Ιδίως, όταν προσπαθεί να τηρήσει ισορροπίες μεταξύ του γράφοντος, του εκδότη και των διαφημιστικών υποχρεώσεων που προκύπτουν ενδιάμεσα.
Πως θα γίνει όμως γνωστό ένα έργο; Με ποιο τρόπο μπορεί να φτάσει στο κοινό;

Πολλοί κριτικοί γνωρίζουν μόνον όσους είναι εύκολο να εξηγήσουν. Ό, τι δεν καταλαβαίνουν, ό, τι δεν μπορούν να κατατάξουν ειδολογικά, το αποσιωπούν. Και βαπτίζονται «έγκυροι». Πολλοί συγγραφείς – για να πάρουμε και το σινάφι μας -, από μια στρεβλή άποψη περί δημοσιότητας, επιλέγουν την θεματολογία τους και κυρίως την μορφή που θα έχει το έργο τους από τις περιορισμένες απαιτήσεις ενός ανεκπαίδευτου κοινού. Και βαπτίζονται «ευπώλητοι». Και πολλοί εκδότες, εκδίδουν συλλήβδην μυθιστορήματα λαμβάνοντας υπ όψιν μόνον δυο παραμέτρους: Το γεγονός ότι πρόκειται για μυθιστόρημα και το όνομα του συγγραφέα. Και βαπτίζονται «μεγάλοι». Καμία διάθεση για νεωτερικότητα, κανένας άνεμος ανανέωσης. Από πουθενά. Μόνη προϋπόθεση η ευκολία – όλων των πλευρών. Μην αναφέρουμε τους παρατρεχάμενους, τα παπαγαλάκια, τους αγγελιαφόρους ειδικών αποστολών. Μ’ αυτά όλα φτάσαμε αισίως το 2007 τους 10.000 τίτλους. Αριθμός που τρομάζει για την ευκολία του εγχειρήματος.

Αν ζούσε σήμερα ο Φλωμπέρ, με την δυστροπία που τον διέκρινε στο τελικό κείμενο, θα παρέδιδε, νομίζω, ένα βιβλίο κάθε επτά χρόνια. Και αν. Μπορούμε να φανταστούμε – με τις ανάλογες χρονικές και τοπικές αναγωγές – τον Λώρενς Ντάρελ να συμμετέχει σε εβδομαδιαία σεμινάρια δημιουργικής γραφής; Τον Φερνάντο Πεσσόα να δίνει το παρών σε κοινωνική εκδήλωση για την προστασία του περιβάλλοντος; Τον Χένρι Τζέημς να διαπραγματεύεται σε κοκτέηλ πάρτι επιχειρηματικού παράγοντα την έκδοση του καινούργιου του βιβλίου; Τον Μορίς Μπλανσό να εμφανίζεται σε τηλεοπτικό πάνελ;
Οι απαντήσεις είναι προφανείς. Οι λέξεις είναι σοβαρότερη υπόθεση από την δημόσια εικόνα αυτού που τολμά να τις χαράξει στο χαρτί. Αυτές είναι η δημόσια εικόνα του. Από αυτές κρίνεται. Σε αυτές οφείλει ό, τι οφείλει. Ο Μπόρχες έλεγε συχνά ότι η ύπαρξη των λέξεων ήταν το κεντρικό γεγονός της ζωής του. Υπάρχει σήμερα παρόμοιος σεβασμός;

Σταύρος Σταυρόπουλος, εφημ. metro, 18/12/2007

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2007

ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΥΣΤΑΘΙΑΔΗΣ: ΔΥΟ ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΦΟΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ


1. Ο ΧΑΜΕΝΟΣ ΚΑΙ ΞΑΝΑΚΕΡΔΙΣΜΕΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ
ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

(για το βιβλίο Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα)

Μου αρέσουν τα ανένταχτα βιβλία (όπως και οι ανένταχτοι άνθρωποι), γιατί δεν υποβάλλονται στη μελαγχολική διαδικασία της ειδολογικής ταξινόμησης, αλλά και, κυρίως, γιατί, απελευθερωμένα από την πόζα που το ίδιο το είδος –άθελά του;– επιβάλλει, ανασαίνουν ελεύθερο αέρα.
Δείγμα τυπικό σ’ αυτή την κατηγορία –πέφτω κι εγώ στην παγίδα, θαρρείς και με θέλγει η κατηγοριοποίηση (τη μη κατηγορία, θα έπρεπε να πω)–, το βιβλίο Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα του Σταύρου Σταυρόπουλου.

«Η ιστορία ξεκίνησε με ένα δίσκο. Οι δίσκοι περιέχουν συνήθως ιστορίες ζωής. Αν αυτό το βιβλίο ήταν τραγούδι, θα λεγόταν “No More Songs” από το κομμάτι του Phil Ochs σ’ εκείνο τον τελευταίο του δίσκο με τα λαμέ κουστούμια, λίγο πριν κρεμαστεί. Τώρα κανένας δίσκος δεν θα περιέχει τραγούδια, όλοι θα βγαίνουν με άδειο βινύλιο σε χοντρή κόπια των 180 γραμμαρίων, θα τους βάζεις να γυρνάνε και θα ονειρεύεσαι ό,τι θες· ότι περιέχουν όλα τα τραγούδια που με αυτά ερωτεύτηκες, όλων των συγκροτημάτων που εξαιτίας τους ξενύχτησες, όλων των δεκαετιών που για λίγο δεν έζησες.»

Ποίηση σε πρόζα; Πεζογραφία με ποιητικές καταβολές; Σελίδες ημερολογιακών εξομολογήσεων; Μυστική επιστολογραφία χωρίς παραλήπτη; Καλλίγραφες σημειώσεις στο περιθώριο τετραδίων (ή της ζωής);
Η γραφή του Σταυρόπουλου περιφρονεί τις απαντήσεις, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν τις γνωρίζει.
Πυκνή, άναρχη, καλλιεπής, ατημέλητη, συχνά παράλογη, πάντα ονειρική, προκλητικά ευφραδής, αυθάδης, αλλά με μια εσώτατη –στη φόδρα– αξιοπρέπεια, οδηγείται εύφορα στον ερωτικό παροξυσμό.
Πράγματι, σε πρώτο επίπεδο, το βιβλίο του Σταυρόπουλου αποτελεί ένα ερωτικό παραλήρημα, και το παραληρηματικό στοιχείο γόνιμα σημαδεύει όλες τις σελίδες του (μ’ αρέσει η έκφραση «λυρικό παραλήρημα» που έγραψε η Λίνα Πανταλέων για το προηγούμενο, δίδυμο στην ουσία, βιβλίο του).
Σε δεύτερο επίπεδο, οι σελίδες του νοτίζονται με μουσική – στις ποικίλες και πολυσυλλεκτικές νότες του ροκ, δημιουργώντας ένα συγκερασμένο σώμα έρωτα και μουσικής.
Διόλου παράξενο, μια και ο Wagner είναι εκείνος που έχει διατυπώσει την άποψη πως «η μουσική είναι η γλώσσα του έρωτα», ο δε Carl Jung επιμένει με βεβαιότητα στη «σεξουαλική προέλευση της μουσικής».
Το διαφοροποιό στοιχείο στην απόπειρα του Σταυρόπουλου είναι πως ενσωματώνει τη μουσική ανάμεσα στα τυπογραφικά του στοιχεία με αξιοσημείωτη ανεμελιά, έτσι ώστε οι μελωδίες, τα τραγούδια και οι ερμηνευτές να εμφιλοχωρούν υποδορίως με μια ακροαστική άνεση, χωρίς να ενοχλούν ούτε κατ’ ελάχιστον τα δρώμενα (ή τα μη δρώμενα).

«Έχεις κάτσει πάνω μου με όλο το σχήμα σου, θέλω να βγω απ’ το στόμα σου, με πιέζεις, δεν πρόκειται να καταφέρεις τίποτα, είναι και οι Stones, “what can a poor boy do except to sing for a rock’n’roll band”, μπήγονται στο μυαλό μου σαν σπαθιά, δεν μπορώ, νιώθω τα χείλη σου που υγραίνουν, μούσκεμα φιλιά, είμαι έρπης, σάλιο, θρύμματα τροφής, διψάω, θα μασήσω τη γλώσσα σου, αιωρούμαι στη δυναστεία των ήχων σου, εκεί που ξεκινάει το κέντρο του λόγου, η προπατορική φράση, η ζεύξη του χθες με το αύριο [...] ο νέος ήχος, θα μεγαλώσει στο στόμα μου σαν καρκίνος, είσαι ένας ακόμα καρκίνος που μεγαλώνει, που διασχίζουν οι ήχοι, αυτό το εξαιρετικά εμπνευσμένο ανακάτεμα, αυτό το προσωρινά κατοικήσιμο σύμπαν, ένα σιωπηλό, ειδικά διαμορφωμένο δωμάτιο, εγώ, που είμαι προσωρινά εσύ, που έχω υπάρξει εσύ, που σε λίγο θα γίνω αυτό που θα καταλήξεις εσύ.»

Θα διαφωνήσω, εντούτοις, ως προς το ότι το βιβλίο αυτό θα μπορούσε να αποτελεί «ένα αυτοβιογραφικό σάουντρακ της γενιάς της αμφισβήτησης», μια και το σάουντρακ είναι συνήθως σχόλιο στην εικόνα, και ο Σταυρόπουλος εύγλωττα αναπαράγει, πρωτίστως με λέξεις, την εικόνα αυτής της γενιάς.
Όμως η αναφορά σε «γενιά» αναδεικνύει το τρίτο και σημαντικότερο επίπεδο του βιβλίου, μια και γόνιμα, εντέλει, καταγράφει τον καιρό που περνά.
Ο συγγραφέας πλάθει, μέσα στις αντιφάσεις του, μια διαρκή ελεγεία στο χρόνο που την ίδια στιγμή τον κατακυρώνει, αλλά και τον ακυρώνει.
Ο Σταυρόπουλος εκπροσωπεί τη γενιά που δεν είναι πια νέα, αλλά και δεν έχει ακόμα γεράσει. Άρα, δεν έχει την εύκολη συνηγορία της νεότητας, ούτε όμως τη σοφή παρηγορία του γήρατος.
Αυτή η διαρκής ακροβασία ανάμεσα σε δύο –αμφότερα μελαγχολικά– ηλικιακά όρια είναι που κάνει την κατάθεσή του εμπύρετα θλιμμένη.
Ίσως, σ’ αυτό το κρίσιμο μεταίχμιο, ο Σταυρόπουλος αφήνει σκοπίμως τις λέξεις του να είναι τριμμένες και ανθρώπινες, όπως το τζιν που ατονεί στο γαλάζιο και κάνει το τραγούδι του βραχνό σαν στοχαστικό απόηχο του Tom Waits ή σαν ξεψυχισμένο κιθαρισμό του Jimmy Hendrix.

«Γλιστρώντας, προσπαθούμε να κάνουμε τα καλοκαίρια να διαρκέσουν. Διαρκούν όμως τα καλοκαίρια;
Κυλούν, απομακρύνονται απ’ το οπτικό μας πεδίο τη στιγμή ακριβώς που νομίζουμε πως τα κλείσαμε σε κάδρο και ετοιμαζόμαστε να τα κρεμάσουμε στο σαλόνι μας για να τα εκθέσουμε σε συγκεντρώσεις, κραδαίνοντάς τα ως λάφυρα τέχνης.»

Requiem στην παρελθούσα νεότητα, πρελούδιο στην ανεξερεύνητη ωριμότητα, το βιβλίο του Σταυρόπουλου, με τις λέξεις του στη θέση διψομανών μουσικών οργάνων, καλεί τη γενιά του σ’ ένα αποχαιρετιστήριο πάρτι για την αποφοίτηση της αθωότητας.
Ασφαλώς δε, κατά τη δήλωση του Σαββόπουλου, «είναι ο αρχηγός σ’ αυτό το πανηγύρι».

Γιάννης Ευσταθιάδης
περιοδικό (Δέ)κατα, καλοκαίρι 2007


2. ΑΠΟ ΤΟ ΣΚΛΗΡΟ ΡΟΚ ΣΤΟ ΜΑΥΡΟ ΒΕΛΟΥΔΟ
(για το βιβλίο Οι άλλοι που είμαι)


Πολύ με παραξένεψε ο Σταύρος Σταυρόπουλος, γιατί ακολούθησε μια αντίστροφη –από τα συνήθη– πορεία.
Συνήθως, οι περισσότεροι ξεκινούν από την ποίηση και καταλήγουν –ενδεχομένως– στην πεζογραφία.
Ο Σταυρόπουλος έγινε γνωστός με δύο βιβλία πεζογραφίας: «Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου» (2002) και «Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα» (2005).
Και τα δύο, κατά την ξένη διατύπωση, «έγιναν η επιτομή μιας γενιάς που διεκδίκησε πολλά, διαψεύστηκε, αλλά παραμένει ακόμα στο προσκήνιο».
Κατά τον ίδιο, «μια ηχηρή απόδειξη μιας ώριμης ανωριμότητας».

Σήμερα, εν έτει 2007, επιχειρεί μια αμιγώς ποιητική προσέγγιση με το «Οι άλλοι που είμαι», η οποία, κατά τη δική μου άποψη, αποτελεί μια άηχη απόδειξη μιας ανώριμης ωριμότητας».

Εξηγούμαι αμέσως, γιατί αυτό το «ανώριμης ωριμότητας» μπορεί εύκολα να παρεξηγηθεί.

· Λέω «ανώριμη», γιατί ανώριμη παραμένει (ευτυχώς) η ματιά του στον κόσμο, η συναισθηματική διαχείριση των καταστάσεων, η διατίμηση των αξιών σ’ ένα σύμπαν μοναξιάς. Συνεχίζει να παρατηρεί έκθαμβος και να απορεί διαρκώς, χωρίς να διαθέτει τελεσίδικες παρηγορητικές απαντήσεις, γιατί είναι «ένα παιδί που μεγάλωσε», αλλά «η ενήλικη συνείδησή του φοράει κοντά παντελονάκια και παίζει γκαζές στις γειτονιές.»

· Λέω «ωριμότητα», γιατί εδώ πια αναφέρομαι στην ωριμότητα της γραφής, στη σίγουρη τεχνική και στην καλοδουλεμένη φόρμα.

Κοντολογίς, ένας ασυμβίβαστος στην ψυχή, που συνυπάρχει μ’ έναν έμπειρο στη γραφή –
ιδανικός συνδυασμός για την ποίηση.

Όσοι γνωρίζουν τα δύο πεζογραφικά –έστω και με ιδιάζουσες ποιητικές νύξεις– του Σταυρόπουλου, θα απορήσουν διαβάζοντας το ανά χείρας βιβλίο.
Δεν είναι τόσο οι τόνοι που έχουν αναπάντεχα χαμηλώσει και έχουν αφοσιωθεί αποκλειστικά στη γραμματική των δακρύων, δεν είναι που το λεκτικό παραλήρημα υποχωρεί προς χάριν μιας επιλεκτικής εσωστρέφειας.

Εκείνο που πρωτίστως εντυπωσιάζει, είναι πως, εδώ, ο ατημέλητος –συχνά άναρχος– λόγος της πεζογραφίας του, ευπειθώς καλουπώνεται και ευπρεπώς ενδύεται, γιατί ο συγγραφέας σοφά γνωρίζει πως η ποίηση επιβάλλει αυστηρότερη φόρμα και αισθητική συμμετρία.
Έτσι, για να κάνω μια ενδυματολογική αναγωγή: το τριμμένο και ξεπλυμένο τζιν των λέξεων του ρόκερ-γραφιά έγινε μπλε σκούρο και, συχνά, μαύρο βελούδο.

Ο Σταυρόπουλος είναι ρέκτης της μικρής φόρμας (συχνά πιο δύσκολης από τη μακροσκελή).
Σας διαβάζω ένα από τα καλύτερα και πιο ακαριαία, κατά τη γνώμη μου, ποιήματα του βιβλίου:

«Με την ευκαιρία θα προσθέσω εδώ –με συμπαθητική μελάνη– ότι τα νέα δεν είναι καλά, οι κλήσεις προωθούνται. Φαίνεται πως όλη η προσπάθειά μου να εκτεθώ στον κόσμο του φωτός τέλειωσε μέσα σ’ εκείνο το ζευγάρι αλεξίσφαιρα γυαλιά που φορούσα ανυπερθέτως για να με προστατεύουν από την επιπολαιότητα της όρασης.»

Κάποιες φορές (λίγες, δυστυχώς) φθάνει στον ένα στίχο («μονόχορδα» τα ονομάζει ο Ρίτσος, «μονόξυλα» ο Γκανάς).

Λέω «λίγες, δυστυχώς» γιατί, αν ο ίδιος ένιωθε πόσο καλά τα καταφέρνει σ’ αυτή την άσκηση του ευθύβολου και του λακωνικού, σίγουρα θα είχε εμπλουτίσει τη συλλογή του με περισσότερα κομψά ερείσματα μοναξιάς:

«Ποιος σου είπε ότι ο ήλιος είναι άμοιρος ευθυνών;»

ή:

«Ρίξε κάτι πάνω σου, κάνει κρύο. Φόρα τον εαυτό σου.»

ή:

«Η θερμοκρασία προβλέπεται να πέσει σήμερα κάτω της θλίψης.»

ή:

«Δεν ξημερώνει ποτέ σ’ αυτήν τη μουσική;»

ή:

«Κάθε που κλαίει ένα μωρό, οι βιβλιοθήκες των ανθρώπων γκρεμίζονται.»


Τρεις είναι οι άξονες της ποιητικής του Σταυρόπουλου: Ο χρόνος, ο έρωτας και η μουσική.

Οι δύο πρώτοι δεν χρήζουν σχολιασμού, μια και αποτελούν τους σημαντικότερους άξονες της λογοτεχνίας, εν γένει.
Όμως ο τρίτος, η μουσική, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί έως τώρα αποτέλεσε το κυρίαρχο λάιτ μοτίφ της αυτοβιογραφικής του περιπέτειας.

Εδώ, όμως, επιτρέψτε μου να σας ζητήσω να περιπλανηθούμε στις μουσικές του βιβλίου και να επισημάνουμε τις διαφορές από εκείνες του πρώιμου Σταυρόπουλου.
Θυμίζω –αν και οι περισσότεροι σ’ αυτήν την αίθουσα το ξέρουν– πως, ως τώρα, τα τυπογραφικά στοιχεία του ήταν εμποτισμένα με σκληρό ροκ και σκοτεινές μπαλάντες, σε οξύ ήχο ηλεκτρικής κιθάρας και βαθύφωνο στεναγμό μπάσου.
Αντιθέτως, εδώ, δια μιας και αυτό το τοπίο αλλάζει, και μια άλλη μουσική ακούγεται χαμηλόφωνα, αλλά διακριτά.

«Τέσσερις εποχές μιας αμίλητης μεταμόρφωσης. Τέσσερις ευχές του Βιβάλντι, σαν αμείλικτες γραμμές που ενώνουν τη ζωή με το θάνατο.»

Ή, αλλού:

«Να θυμάσαι μόνο κάθε πρωί να εκφωνείς χρώματα και να αναπνέεις τις λέξεις – θα γίνεις η μεγαλύτερη σοπράνο όλων των εποχών.
Και μετά, θα τραγουδούν οι στάχτες σου.»

Ή, αλλού:

«...η Μήδεια, ντυμένη Βαλκυρία, με μαύρη μπέρτα, διδάσκει Πεσόα στο Πανεπιστήμιο της Λισαβόνας, έχοντας στους βολβούς των ματιών της δυο παιδικές μελωδίες.»

Αλλάζει, όμως, και ο τόνος, και οι ήχοι παλιώνουν, «γίνονται ρυτίδες, σβησμένα χαμόγελα, σκόνη κάτω απ’ τη σουρντίνα της τρομπέτας που αναπνέει απρόσεκτα πάνω σ’ ένα μισό τέταρτο».

Ίσως σκεφθεί κανείς πως το φθαρμένο μπλου τζίν που έλεγα πριν, τριβόταν στο γρασίδι επινοημένων Woodstocks, ενώ, τώρα, το βαθύχρωμο βελούδο της σημερινής του περιβολής συγγενεύει με το βελούδο της πολυθρόνας στην αίθουσα συναυλιών.
Ήτοι: ο Σταύρος Σταυρόπουλος είναι πια ένας «αστός σεβαστός»! Ουδείς φόβος ανησυχίας, αγαπητοί φίλοι.
Μέσα από τις εναλλαγές της φόρμας και των συμβόλων, ο φίλος μας ποιητής ξέρει να προφυλάσσει επαρκώς την αυθεντικότητα της φωνής του, γι’ αυτό και εγκαίρως μας επισημαίνει:

«Κι εγώ που αλλάζω τις νότες στις παραγράφους κάθε μέρα, φροντίζοντας να κοροϊδεύω την ομαλότητα; Πώς θα μπορώ να συντηρώ την αταξία που χρειάζεται;»

Αυθεντικός κι επίμονος στις αντιφάσεις του, και μη πιστός στις πάσης φύσεως αρχές του, διαχειρίζεται με θαυμαστή συνέπεια το ενιαίο του πρόσωπο.

Είχα γράψει, με αφορμή το «Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα»:

«Ο Σταυρόπουλος εκπροσωπεί τη γενιά που δεν είναι πια νέα, αλλά και δεν έχει ακόμα γεράσει. Άρα, δεν έχει την εύκολη συνηγορία της νεότητας, ούτε όμως τη σοφή παρηγορία του γήρατος.
Αυτή η διαρκής ακροβασία ανάμεσα σε δύο –αμφότερα μελαγχολικά– ηλικιακά όρια είναι που κάνει την κατάθεσή του εμπύρετα θλιμμένη.»

Αν φοβηθήκατε πως αυτή η περισσότερο θλιμμένη και λιγότερο εμπύρετη κατάθεσή του (που συνοδεύεται από στοχαστική ανακεφαλαίωση και κατακτημένη τεχνική) σημαίνει ότι ο ποιητής άρχισε να γερνά, και πάλι ουδείς λόγος ανησυχίας.
Άλλωστε, για τον Σταυρόπουλο, είναι πια πολύ αργά για να γεράσει!
Κοιτάξτε αυτόν τον μειλίχιο ψαρομάλλη. Μετά, διαβάστε το βιβλίο του.
Θα συμφωνήσετε, με τη βοήθεια του Μαγιακόφσκι, πως αυτός ο άνθρωπος δεν έχει ούτε μία άσπρη τρίχα στην ψυχή του!

Γιάννης Ευσταθιάδης
περιοδικό (Δέ)κατα, καλοκαίρι 2008

Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2007

ΟΛΑ ΠΕΡΝΟΥΝ ΚΑΙ ΦΕΥΓΟΥΝ


ΜΙΚΡΟΙ ΘΥΜΟΙ στη μεγάλη πόλη. Κασκόλ πάνω στη μηχανή, γάντια. Η καρδιά δε ξέρει πώς να ντυθεί. Πάω πίσω απ’ τις εξατμίσεις των λεωφορείων για να ζεσταίνομαι. Εγώ και η Κηφισίας, μόνοι. Το βράδυ η μοναξιά το παίζει σκληρή γκόμενα. Πέφτει σα ψιχάλα στα μάτια, γίνεται δάκρυα και φεύγει κουνώντας τους γοφούς της. Με το ίδιο μακό φεύγουν κι οι μέρες. Ό, τι αφήνεις πίσω σου σε αφήνει. Μην ακούς που έρχονται Χριστούγεννα, σκηνικό είναι. Έτσι και φυσήξεις, έπεσε. Στολίδια, φωτάκια από αρχές Νοεμβρίου. Είναι για όσους εκβιάζουν τη χαρά. Θέλω να βάλω ψεύτικα μάτια και να βγω έξω. Σε μια μικρή πλατεία με ήλιο να χαζεύω τον κόσμο. Πώς βάζουν οι γυναίκες ψεύτικες βλεφαρίδες; Πώς βλέπει κανείς έναν έρωτα στην αρχή;
Συνηθίζεις, σιγά σιγά, να ζεις από κεκτημένη ταχύτητα. Οργανώνοντας την μετάστασή σου στα αποδυτήρια. Με πατατάκια και παγωμένες σοκολατόπιτες. Ξενιτεύεται το αληθινό, γίνεται οικονομικός μετανάστης στην ίδια του την πατρίδα. Το βλέπω να ετοιμάζει τις βαλίτσες του, ρίχνει στη τσέπη του μια πράσινη κάρτα. Το ρήμα ελπίζω σημαίνει τώρα ότι και το ρήμα αντέχω. Είναι ένα ρήμα πριν το ρήμα καταρρέω. Ο Δημήτρης μου είπε κάποτε ότι ο κόσμος όλος είναι μια γραμμή. Που χάνεται στο άπειρο. Έχει δίκιο, μόνο που είναι αδύνατο να τη πιάσεις. Αφήνει μελάνι στα χέρια. Όσο και να τη μετακινείς, δεν αποφεύγεις τα παράσιτα. Δεν επιτυγχάνεις καλύτερη λήψη. Όλες οι γωνίες είναι λάθος.

Ο ήλιος μπαίνει και βγαίνει στο σαλόνι μου, κρύβεται και ξαναβγαίνει. Θέλει να παίξουμε, αλλά είμαι άκεφος. Κούκου. Δεν έχω και τα στρατιωτάκια μου να τον περικυκλώσω. Να τον κλείσω σε κείνο τον πλαστικό πύργο. Θα έβαζα τα πλέι μομπίλ μου να τον φυλάνε. Αφού λείπεις. Ή τον Ραν Ταν Πλαν. Μαραίνονται τα μάτια μου που δε σε βλέπω. Που δε νιώθω να με κοιτάς. Που δεν υπάρχεις.
Από τα Ζωνιανά στο Ασφαλιστικό και από τον Πρετεντέρη στον Λαζόπουλο, οι εικόνες περνούν και φεύγουν. Είμαι τα γεγονότα μου. Οι καταλήψεις συνεχίζονται, τα σχολεία παραμένουν κλειστά. Έχουν μεταβληθεί σε αποθήκες παιδιών. Η επικαιρότητα δε μπορεί να με συγκινήσει άλλο. Ίσως γιατί πιστεύω περισσότερο στα καρτούν απ’ ότι στους ανθρώπους. Προτιμώ, κατά κάποιο τρόπο, τον Μαύρο Πητ από τον Ρουσσόπουλο. Μ’ αρέσει που είναι κακός και το δείχνει.
Στο σαλόνι μου το στερεοφωνικό απεργεί. Για όσα χάθηκαν στη διαδρομή, αφήνοντας υγρασία στους τοίχους. Επιβάλλει τον νόμο της σιωπής - αισθάνομαι ότι έχω μια μικρή μαφία στο σπίτι μου. Ο χώρος μοιάζει με αίθουσα καφέ όπου περνούν πολλοί και όταν φεύγουν ξεχνούν τα βιβλία τους. Τα τακτοποιώ με σχολαστικότητα. Τη μουσική τη πήρε το σχέδιο. Ο καινούργιος οικιστικός νόμος. Η αναγκαστική πορεία. Εσύ που συνέχεια λείπεις, ακόμα κι όταν είσαι εδώ.

Τα δελτία καιρού δείχνουν επιδείνωση. Αλλοπρόσαλλες άμυνες, έκτακτα μέτρα. Ανεπιτυχή. Βροχές, το οδόστρωμα ολισθαίνει. Κανείς δεν θέλει κανένα. Οι άλτριες και οι άλτες ολοκλήρωσαν τις προσπάθειές τους με τρία άκυρα άλματα. Είναι ένας κόσμος με δημογραφικό πρόβλημα. Ένας πλανήτης καθ’ ύλην αναρμόδιος, που οδεύει προς εξαφάνιση. Ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης δεν ισχύει εδώ. Δε μιλάμε για σύγκρουση συμφερόντων, διαφορετικά κοινωνικά στρατόπεδα, πάλη αρσενικού-θηλυκού. Μιλάμε για το ίδιο υπέροχο ψέμα, που όλο αλλάζει το δέρμα του κι όλο ίδιο μένει. Για τις ίδιες ψεύτικες λέξεις. Για το ίδιο υπέροχο τίποτα.

Χτες είχε πανσέληνο. Το 12ο φεγγάρι του χρόνου το είδα μόνος μου. Μένει άλλο ένα, των εορτών. Απορώ με τους ανθρώπους που επικαλούνται τα χρώματα και είναι όλοι τους ασπρόμαυροι. Δεν έχω άλλα ψέματα. Μου τα πήραν οι μάγοι και μου άφησαν τα δώρα τους. Ενθύμια φρίκης. Θυμάσαι τις προάλλες που με ρώταγες τι γίνονται οι λέξεις όταν μεγαλώνουν; Το βρήκα: Στην καλύτερη περίπτωση ζωή, στη χειρότερη βιβλίο.

The rest is silence.

Σταύρος Σταυρόπουλος, εφημ. metro, 06/12/2007