Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2007

ΖΕΙ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΒΑΣΙΛΕΥΕΙ



ΣΤΟ ΜΟΣΧΑΤΟ η απέναντι πλευρά του Ιλισού – τόπος διακοπών άλλοτε για γνωστές αθηναϊκές οικογένειες – σε κάνει να πιστεύεις ότι λείπεις πολλά χρόνια στο εξωτερικό και στο διάστημα της απουσίας σου κάποιο αόρατο χέρι πήγε και κλείδωσε το χρόνο. Υπάρχουν ακόμα μονοκατοικίες ανάμεσα στις καλαμιές που φυτρώνουν στις όχθες του ποταμού και στις καινούργιες πολυκατοικίες, μια σκισμένη μπάλα ποδοσφαίρου, ένας μισογκρεμισμένος μαντρότοιχος. Παλιά ήταν γηπεδάκι. Η βόλτα το βράδυ προσφέρεται για απολογισμούς. Κι ο Γιάννης, όταν δεν ταξιδεύει.
Καθώς κοιτάζεις πίσω στα χρόνια που πέρασαν, τα πράγματα φαίνονται όπως το μισοσκόταδο στα μπαρ. Δε βλέπεις καθαρά. Νομίζεις πως οι δρόμοι θα πουν την ιστορία σου και συ δεν χρειάζεται να εξομολογηθείς τίποτα. Ούτε στον ίδιο σου τον εαυτό – που, ούτως ή άλλως, αποτελεί το πιο απρόθυμο ακροατήριο. Με τον καιρό μαθαίνεις ότι κανείς δεν ακούει κανέναν. Απλώς, μιλάμε στα κινητά. Γυναικείες φωνές εναλλάσσονται, προσπαθούν να μην μαραθούν, να μην εξασθενίσει το σήμα τους. Το δικό μας;

Νύχτα στρωμένη χαλάσματα. Κρύβει τα τραύματα ή αναστέλλει απλώς την εξέλιξή τους; Μάλλον το δεύτερο. Οι εκλογές στο ΠΑΣΟΚ είναι στο προσκήνιο της συζήτησης. Παρεμβάλλονται ανάμεσα στο τι κάναμε, τι θα μπορούσαμε να κάνουμε, τι δεν κάναμε καλά. Έχω την εντύπωση ότι καθ’ όλη την διάρκεια της βόλτας μας, μας ακολουθούν ο Παπανδρέου και ο Βενιζέλος. Στην πραγματικότητα μας ακολουθεί μόνο ο μπούμπης, ο σκύλος του Γιάννη. Το μέλλον μας φαίνεται σοβαρότερη υπόθεση από το μέλλον της Κεντροαριστεράς. Το σίγουρο είναι ότι αποκλείεται να μας οδηγήσει εκεί ένας σκύλος. Του βγάζω κόκκινη κάρτα, ο αγώνας θα συνεχιστεί με τους δυο μας. Είμαστε πια στις καθυστερήσεις. Με κοιτάζει λυπημένα, αλλά πειθαρχεί. Σκέφτομαι ότι το ταξίδι στη Βενετία μπορεί να γίνει και Μεξικό. Τώρα πια είναι το ίδιο πράγμα.

Στη δουλειά τα άδεια κουστούμια πλέουν πάνω σε ανύπαρκτα σώματα που κρατούν σαμσονάιτ. Όσο πάνε και πληθαίνουν. Θα μπορούσαν να είναι και πίνακας του Ντε Κίρικο ή του Εγγονόπουλου, είναι όμως πραγματικοί. Κούφιοι άνθρωποι. Παραγεμισμένοι. Η γενιά των 700 ευρώ διεκδικεί το δικό της δικαίωμα στην αγορά εργασίας, ανταλλάσσοντας mail σε διπλανά γραφεία, με την προϋπόθεση να παραμείνει ανύπαρκτη. Ένας κόσμος διαλύεται, ένας άλλος γεννιέται, πιο υποτακτικός, πιο ανέτοιμος, πιο φοβισμένος. Μοιάζω με ορθογραφικό λάθος. Αν ισχύει αυτό που όλοι παραδέχονται, ότι οι κοινωνικές αλλαγές ξεκινούν πάντα απ’ τη νεολαία, τότε τα πράγματα είναι πραγματικά δύσκολα. Αυτά τα σκούρα ανθρωπάκια με τα Τίμπερλαντ και τις φορτωμένες πιστωτικές θα αλλάξουν το σύστημα;

Στο Ασφαλιστικό, ο μεγάλος κοινωνικός διάλογος βρίσκει τη Νέα Δημοκρατία να συζητά με τον εαυτό της. Έχουμε νέο πακέτο μέτρων από την Κομισιόν για την πάταξη της τρομοκρατίας: Τώρα θα μαζεύουν τηλέφωνα από τους επιβάτες των πτήσεων για να αντιμετωπίσουν την Αλ Κάιντα. Έμαθα επιτέλους και μια λέξη στα Τούρκικα: η εισβολή λέγεται διασυνοριακή επιχείρηση. Η Άννα μου λέει ότι ζει, αλλά δεν βασιλεύει. Το βρίσκω φυσικό, αφού δεν είναι ο βασιλιάς Αλέξανδρος. Ή έστω ο Έλβις.

Η μέρα έξω έχει μικρύνει, ακολουθεί τα σχέδια που κάνουμε για το μέλλον. Nυχτώνει όπως μπορεί, λες και θέλει να αποφύγει τα χειρότερα. Υπάρχουν χειρότερα; Αναρωτιέμαι.
Η μεγαλύτερη σχέση της ζωής μου – 17 χρόνια - μια κόκκινη XLR 250cc, με περιμένει ακίνητη κάθε πρωί έξω από το σπίτι μου για να μου πει καλημέρα. Ο κινητήρας της έχει κολλήσει. Στις ανθρώπινες σχέσεις το φαινόμενο είναι συχνό, όμως αυτό δεν τις εμποδίζει να υπάρχουν. Ή να υποδύονται πως υπάρχουν.
Κάποια φίλη με συμβούλεψε να μην κάνω αρνητικές σκέψεις. Να δω τη ζωή με άλλο μάτι. Άντε και την είδα. Ποιος μου εγγυάται ότι θα με δει κι αυτή;

Σταύρος Σταυρόπουλος, εφημ. metro, 13/11/2007