Τρίτη, 19 Δεκεμβρίου 2006

Η ΑΒΑΣΤΑΧΤΗ ΕΡΗΜΙΑ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ


Η τέχνη του καιρού μας είναι θορυβώδης, κάνοντας εκκλήσεις για σιωπή
- ΣΟΥΖΑΝ ΣΟΝΤΑΓΚ, Η αισθητική της σιωπής


ΣΤΟ ΔΟΚΙΜΙΟ ΤΟΥ «La litterature et le droit a la mort» ( ελλην.μεταφρ. Νίκος Ηλιάδης, «Η λογοτεχνία και το δικαίωμα στο θάνατο», εκδ. Futura 2003 ) που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Critique στις αρχές του 1948, ο γάλλος διανοητής Maurice Blanchot ( 1907-2003 ) αναρωτιέται γιατί γράφουμε και που ακριβώς στοχεύουμε με αυτό. Αν ο συγγραφέας κατ’ επέκταση έχει περισσότερο ανάγκη το έργο για να υπάρξει ή το έργο τον ίδιο τον συγγραφέα για να καταστεί έργο. Τι απασχολεί τον συγγραφέα, τι «οπλίζει» το χέρι του τη στιγμή που ξεκινάει να γράψει, τι τροφοδοτεί την υπομονή και την έμπνευσή του; Η αυταρέσκειά του; Μια διάθεση ματαιοδοξίας που ξεκινά απ’ το μηδέν για να καταλήξει στο μηδέν, αφού όλα τα γράμματα και οι αριθμοί, όπως λέει ο ποιητής Γιάννης Υφαντής, είναι μεταμορφώσεις αυτού του μαγικού σχήματος που λέγεται μηδέν; Η προσπάθεια να δει τον κόσμο και τον εαυτό του, αμφισβητώντας και τους δυο, πάνω στα ερείπια της γλώσσας; Ο αναστοχασμός μιας πραγματικότητας που δεν αποδέχεται ως τέτοια;

Ας υποθέσουμε ότι το έργο έχει γραφτεί. Μαζί του γεννήθηκε και ο συγγραφέας. Προηγουμένως δεν υπήρχε κανείς για να το γράψει. Με αφετηρία το έργο, υπάρχει ένας συγγραφέας που συγχέεται με το βιβλίο του, αφού είναι ο δημιουργός του. Υπάρχουν και οι αποδέκτες του, που είναι οι «άλλοι» (αναγνώστες, κριτικοί, εκδότες). Εδώ αρχίζει μια αλυσίδα παρεξηγήσεων: Ο συγγραφέας, αφού δώσει τη μάχη του, παρατηρεί τους άλλους να επιδεικνύουν ενδιαφέρον για το έργο του, διαφορετικό απ’ αυτό που ο ίδιος είχε φανταστεί, βλέπει να δίνουν σε αυτό άλλη διάσταση και οντότητα, που εν προκειμένω ο ίδιος αδυνατεί να αναγνωρίσει. Και το απορρίπτει. Απορρίπτοντας αυτό το μεταμορφωμένο έργο, αυτή την διαστρέβλωση έργου, αυτό που έχει γίνει πια έργο των «άλλλων», ο συγγραφέας απορρίπτει και τον εαυτό του ως δημιουργό. Το έργο του έχει εξαφανιστεί και μαζί του εξαφανίζεται και ο ίδιος. Εμφανίζονται τότε τα γνωστά αδιέξοδα, ο λαβύρινθος που θα πρέπει να διαβεί, ως Ρουβικώνα, η συνείδηση του δημιουργού.
Ο κίνδυνος να γράφεις για τους άλλους, για να αποκαλύψεις στους άλλους την δική τους φωνή, αυτή που δεν θέλουν να ακούσουν από τους εαυτούς τους, αλλά την αποδέχονται (;) από κάποιον τρίτο, εγείρει ερωτηματικά: Ποιανού είναι αυτή η φωνή; Ο συγγραφέας δεν την αναγνωρίζει ως δική του. Οι άλλοι αγωνίζονται να την απωθήσουν, να απαλύνουν έστω την έντασή της, γιατί είναι ενοχλητική και τους καίει σαν αλήθεια. Που ανήκει λοιπόν και κυρίως, πόσο αποτελεσματική μπορεί να αποβεί;
Αυτή η φωνή έχει, νομίζω, μια μόνο μια κατεύθυνση: Να απειλήσει την αλλοτριωμένη λογοτεχνική γλώσσα μέσα απ’ τη μορφή, μέσα από μια χειροτεχνία του ύφους, και να την ξεπεράσει, καταργώντας την. Οφείλει αυτή η φωνή να επισημαίνει κάτι διαφορετικό κι απ’ το περιεχόμενό της, κάτι που είναι το ίδιο το περίφραγμά της, αυτό που την κάνει ακριβώς να επιβάλλεται ως Λογοτεχνία. Γράφει ο Roland Barthes στο δοκίμιό του «Ο βαθμός μηδέν της γραφής» (εκδ. Ράππα 1983, μεταφρ. Κατερίνα Παπαιακώβου ): «Η μορφή αιωρείται μπροστά στο βλέμμα σαν ένα αντικείμενο. Ό, τι κι αν κάνουμε, παραμένει ένα σκάνδαλο: υπέροχη, φαίνεται απαρχαιωμένη. Αναρχική, είναι ακοινωνική. Ιδιότυπη σε σχέση με τις εποχές ή τους ανθρώπους, είναι οπωσδήποτε μοναξιά».

Αν κάτι δηλώνει ανεπιφύλακτα την λογοτεχνική ενασχόληση, αυτό είναι η μοναξιά. Μια μοναξιά από λέξεις που σπεύδει να σηκώσει το βλέμμα της προς τα πάνω, ξεκινώντας όχι από το τι λέει ένα έργο, αλλά από το πως λέει αυτό που έχει να πει. Γράφουμε άλλωστε για τρεις λόγους: Είτε γι αυτό που είμαστε, είτε γι αυτό που θα θέλαμε να είμαστε, είτε γι αυτό που νομίζουμε ότι είναι οι άλλοι. Και στις τρεις περιπτώσεις η μοναξιά είναι ίδια, το αποτέλεσμα πανομοιότυπο: Βιώνουμε το αδιέξοδο μιας λογοτεχνίας, που άλλοτε προσπαθεί να διαφοροποιηθεί από αυτό που της επιφυλάσσεται να είναι - δημιουργώντας όμως παράλληλα τους δικούς της κανόνες, μέσα από τους κανόνες που καταλύει - και άλλοτε αρκείται στις συμβάσεις που την δημιούργησαν, σηκώνοντας αδιάφορα τους ώμους και αλλάζοντας μόνο το εξωτερικό της περίβλημα.
Ο Απολινέρ έδωσε τον απόλυτο ορισμό: «Κάνουμε κενές χειρονομίες ανάμεσα στις μοναξιές».

Σταύρος Σταυρόπουλος, εφημ. metro, 19/12/2006