Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2006

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ: ΛΕΞΕΙΣ ΕΩΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΣΥΝΕΠΕΙΩΝ


(η ομιλία του Γιώργου Μπλάνα στην παρουσίαση του βιβλίου ΓΙΑ ΟΣΟ ΡΟΚ ΑΝΤΕΧΕΙΣ ΑΚΟΜΑ στο βιβλιοπωλείο ΜΙΚΡΟΣ ΚΟΡΑΗΣ στις 2.2.2006)


Καλησπέρα σας

«Έχουμε φτάσει σ' ένα σημείο της νεωτερικότητας που είναι πολύ δύσκολο να αποδεχτούμε ανυποψίαστα την ιδέα ενός έργου μυθοπλασίας. Τα έργα μας είναι πλέον έργα γλώσσας. Η μυθοπλασία μπορεί να προσπεράσει, να μείνει στο πλάι, να είναι έμμεσα παρούσα. Ίσως δεν θα γράψω ποτέ ένα «μυθιστόρημα», δηλαδή μια ιστορία προικισμένη με χαρακτήρες και με χρόνο. Αυτό πού θέλω, είναι να δοκιμάσω μυθιστορηματικές μορφές, οι όποιες θα διατηρούν τον δοκιμιακό χαρακτήρα τους κι αν είναι δυνατόν θα ανανεώνουν την ίδια την έννοια του δοκιμίου, χωρίς καμιά να μπορεί να θεωρηθεί «μυθιστόρημα».

Τα λόγια αυτά ανήκουν στον Ρολάν Μπαρτ, την πιο προικισμένη πένα του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα στην Γαλλία, τον μοναδικό άνθρωπο που θα μπορούσε να γράψει κλασικό μυθιστόρημα, στεκόμενος στο ύψος ενός Μπαλζάκ. Κι όμως δεν έγραψε. Προτίμησε να μην διαχειριστεί απλά αυτό που υπήρχε, αλλά να ονειρευτεί αυτό που θα μπορούσε να υπάρξει.

Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς με τους εαυτούς μας, το μόνο πράγμα που μας ανήκει ολοκληρωτικά είναι οι επιθυμίες μας, οι επιδιώξεις μας — άσχετα από την επίτευξή τους— τα όνειρά μας, άσχετα από την πραγματοποίησή τους. Όποιος διαθέτει στοιχειώδη αίσθηση της λογικής, είναι υποχρεωμένος να παραδεχθεί πως ζούμε τις ζωές μας σαν ζωές άλλων. Αναπολούμε στιγμές που ζήσαμε, στιγμές που δεν εκτιμήσαμε αρκετά όταν τις ζούσαμε, και ονειροπολούμε μελλοντικές στιγμές, που ίσως δεν ζήσουμε ποτέ, αλλά κι αν τις ζήσουμε θα είναι πάντα άλλες.
Συνεπώς, αυτός που θα ήθελε σήμερα να γράψει ένα μυθιστόρημα ρεαλιστικό, ένα μυθιστόρημα που θα εξιστορεί σε πραγματικό χρόνο τις περιπέτειες πραγματικών χαρακτήρων, πρέπει να διαλέξει ανάμεσα σε δύο εκδοχές του πραγματικού.

Η μία εκδοχή έχει σχέση με αυτό που συμβαίνει στο σώμα μας ως κοινωνικό εργαλείο. Η άλλη εκδοχή έχει σχέση με το σώμα και την ψυχή μας ως ιδιοκτησίες μας. Το σώμα μας ως κοινωνικό εργαλείο σπάνια αποδεχόμαστε πως μας αφορά. Η ψυχή μας και το σώμα μας ως ιδιοκτησίες μας είναι πάντα αλλού.

Το μυθιστόρημα που επιλέγει την πρώτη εκδοχή της πραγματικότητας, το γνωρίζουμε. Είναι ένα μυθιστόρημα εντελώς πλαστό. Ο χρόνος και τα πρόσωπα και οι καταστάσεις είναι καρικατούρες μιας κοινωνικής πραγματικότητας που λίγο ως πολύ την θεωρούμε ξένη προς εμάς.
Το μυθιστόρημα που επιλέγει την δεύτερη εκδοχή της πραγματικότητας, την εσωτερική πραγματικότητα, δηλαδή, σπάνια το βλέπουμε, γιατί σπάνια κάποιος αποφασίζει να δώσει την μάχη της λογοτεχνίας, να παλέψει με τα φαντάσματα, τα πιο πραγματικά όντα στον κόσμο μας.

«Ο συγγραφέας είναι συλλέκτης φαντασμάτων. Μαζεύει αυτά που τον απασχολούν περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, που τον καταδιώκουν τόσο, ώστε να προσπαθήσει νατους δώσει πραγματική υπόσταση ή να τα αποτελειώσει. Η εξουσία του αφορά όντα που δεν υπάρχουν πραγματικά. Τα φαντάσματα κατοικούν μέσα του, ζουν στη σκιά του, τρέφονται απ’ το πνεύμα του. Αν τα σκοτώσει θα επανέλθουν με άλλη μορφή, αν αποφασίσει να τα διαμορφώσει, προβιβάζοντάς τα σε ενεργά, κινδυνεύει να τον σκοτώσουν αυτά».

Τα λόγια αυτά μπορείτε να τα συναντήσετε στο καινούργιο βιβλίο του Σταύρου Σταυρόπουλου, και είναι βέβαιο πως περιγράφουν με την μέγιστη δυνατή ακρίβεια την αφηγηματική τακτική που ακολουθεί.
Για να είμαι ειλικρινής, το συγγραφέα τον γνώρισα πριν από λίγες μέρες, αλλά πιστεύω πως αυτό που κάνει καλύπτει μια χαρά την επιθυμία του Ρολάν Μπαρτ για μια μυθιστορηματική μορφή, η όποια θα διατηρεί τον «δοκιμιακό» χαρακτήρα (κι αν είναι δυνατόν θα ανανεώνει την ίδια την έννοια του δοκιμίου), χωρίς να μπορεί να θεωρηθεί «μυθιστόρημα».

Το «Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα» δεν μπορεί να θεωρηθεί μυθιστόρημα, ούτε νουβέλα, ούτε διήγημα, ούτε αφήγημα, σπονδυλωτό ή όχι.
Ασφαλώς αφηγείται. Αλλά στέκεται με απόλυτη ειλικρίνεια απέναντι στην ανάληψη μιας τέτοιας ευθύνης.
Κάποτε οι άνθρωποι έλεγαν μιαν ιστορία με αρχή μέση και τέλος, φροντίζοντας να μιμηθούν το μάτι ενός φανταστικού θεατή. Αυτό που κάνει σήμερα η κάμερα. Κάπου κάπου σχολίαζαν τις πράξεις των ηρώων, καλύπτοντας την σκοτεινή πλευρά της δράσης: το μέσα του ήρωα.
Όσο περνούσε ο καιρός, αυτά τα σχόλια γίνονταν όλο και πιο μεγάλα, ώσπου η δράση δεν ήταν παρά μια αφορμή για το μυθιστόρημα. Οι μυθιστοριογράφοι έκαναν ψυχολογία, αυτό που κάνουν σήμερα οι συγγραφείς βιβλίων ψυχικής υποστήριξης.

Τι έμεινε λοιπόν στο μυθιστόρημα; Μια άδεια φόρμα, ένα σακί, που πλήθος επαγγελματιών γεμίζουν καθημερινά με παραφράσεις τηλεοπτικών σειρών.
Και η λογοτεχνία; Οι λέξεις; Πώς μπορεί κανείς να αφηγηθεί με λέξεις μια ιστορία, σήμερα; Προσέξτε, μιλώ για λέξεις, όχι για σήματα που θα καθοδηγήσουν τον ενδεχόμενο σεναριογράφο ή θα αναπαριστούν τα γραφόμενα στο μυαλό του αναγνώστη σαν να έβλεπε ένα σίριαλ.
Όταν καταπιάνεσαι λοιπόν με τις λέξεις, και θέλεις να κάνεις στον αναγνώστη αυτό που μόνο οι λέξεις μπορούν να του κάνουν, είσαι υποχρεωμένος να πας μέχρι το τέλος των συνεπειών.

Ποιες είναι αυτές οι συνέπειες, μπορούμε να το δούμε πεντακάθαρα στο «Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα». Αυτό που μας αφηγείται είναι μια απλή ερωτική ιστορία. Αλλά μια απλή ερωτική ιστορία αφηγείται σχεδόν πάντα τον τρόπο με τον οποίο ερωτεύεται ένας άνθρωπος, και ο τρόπος με τον οποίο ερωτεύεται ένας άνθρωπος αφηγείται τον τρόπο με τον οποίο του ανήκει το σώμα του και η ψυχή του.
Πλην όμως ο τρόπος με τον οποίο του ανήκει το σώμα του και η ψυχή του αφηγείται την ιστορία των επιθυμιών που επένδυσε στο περιβάλλον του, τις επιτεύξεις και τις ακυρώσεις.

Η ζωή μπορεί να είναι πολύ απλή. Λες ένα «Σ’ αγαπώ» και δέχεσαι τις συνέπειες. Αν θέλεις όμως να αφηγηθείς ένα «Σ’ αγαπώ», το να περιγράψεις με τυπικό τρόπο την σκηνή δεν λέει ούτε καν «Σ’ αγαπώ».
Για να αφηγηθείς ένα «Σ’ αγαπώ» πρέπει να καταθέσεις λέξεις που θα λένε την ιστορία αυτής της κουβέντας — ξεχωριστή για κάθε άνθρωπο. Δηλαδή να καταθέσεις την ιστορία αυτού του ανθρώπου, το φάντασμα που προσπάθησε να εξευμενίσει, και το εξαγρίωσε, δίνοντάς του μιαν άλλη μορφή.
Χρειάζεσαι ποίηση, πεζογραφία, δοκίμιο, διαλόγους, ημερολογιακές σημειώσεις, ό,τι μπορείς να βρεις για να ενορχηστρώσεις ένα λογοτεχνικό κείμενο, που θα απαλύνει την πληγή της γραφής.

Γιατί όπου υπάρχει γραφή —όχι γράψιμο— υπάρχει μια πληγή, που θέλει ή ευελπιστεί πως θα κλείσει. Ποια είναι αυτή η πληγή;

Αυτό πια θα το νοιώσετε, διαβάζοντας το «Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα».


Σας ευχαριστώ

Γιώργος Μπλάνας

Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2006

ΧΩΡΙΣ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΣΑΙ ΞΕΓΡΑΜΜΕΝΟΣ


( η ομιλία μου στην παρουσίαση του βιβλίου ΓΙΑ ΟΣΟ ΡΟΚ ΑΝΤΕΧΕΙΣ ΑΚΟΜΑ στο βιβλιοπωλείο ΜΙΚΡΟΣ ΚΟΡΑΗΣ στο Χαλάνδρι στις 02.02.2006 )



Το βιβλίο αυτό είναι μια ιστορία μέσα σε μια άλλη ιστορία – αυτήν του προηγούμενου βιβλίου μου Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου. Στα βιβλία, όπως και στη ζωή, χρειάζεται πάντα να υπάρχει μια ιστορία να την αφηγηθείς γιατί μέσα από αυτήν θυμάσαι τον εαυτό σου καλύτερα. Χωρίς ιστορία είσαι ξεγραμμένος.
Θεωρώ ότι τις μεγάλες και σημαντικές ιστορίες ο άνθρωπος τις ξαναζεί, αφού είναι σχεδόν προορισμένος για αυτές. Μπορεί και να τις παραγγέλνει κατά ένα τρόπο ή κατά ένα άλλο να είναι απών την στιγμή που συμβαίνουν και να μην τις αντιλαμβάνεται.
Όταν ξεκίνησα να γράφω το Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα η ιδέα ήταν περίπου αυτή: να κάνω ένα βιβλίο ελλειπτικό, ανοιχτό, άμεσο, ώστε την όποια πλοκή του να μπορούσε να την ορίζει ο ίδιος ο αναγνώστης. Ήθελα οι ήρωες μου να είναι «κρυφοί», να μην εμφανίζονται στις σελίδες του. Αυτά, σαν αφηγηματική πρόθεση.

Πολλοί υποστηρίζουν ότι τα βιβλία μου δεν είναι «κανονικά», δεν είναι μυθιστορήματα, τα χαρακτηρίζουν αφηγήματα και μάλιστα «εναλλακτικά», επειδή δεν υπάρχουν ήρωες, μυστήριο, πλοκή, η γνωστή κυρίαρχη συνταγή του αρχή – μέση – τέλος. Μα, υπάρχουν, απλώς δεν είναι «εμφανή». Θέλω να πω, φυσικά και υπάρχει αρχή – μέση – τέλος, απλώς ίσως ακολουθείται άλλη σειρά! Φυσικά και υπάρχουν ήρωες, μπορεί όμως να μην είναι απαραίτητα πρόσωπα. Θα μπορούσαν, ας πούμε, να είναι εποχές, εικόνες ή και τραγούδια ακόμα. Τα τραγούδια ήταν σίγουρα οι ήρωες στο προηγούμενο βιβλίο μου.

Δίδεται η δυνατότητα στον αναγνώστη να τα αναζητήσει όλα αυτά, να πλάσει τους δικούς του χαρακτήρες με βάση τα ερεθίσματα που του παρέχονται. Η συμμετοχή του σε ένα αναβαθμισμένο επίπεδο είναι απαραίτητη, του προσφέρει ελευθερία σκέψης, του απλώνει την φαντασία και τελικά καθορίζει και την σχέση του με τον συγγραφέα ως ισότιμη, μια και για μένα αυτό είναι το ζητούμενο.
Οι συγγραφείς δεν είναι παρά καθημερινά πρόσωπα που απλώς έχουν τη διάθεση ή την ανάγκη να πουν κάποια πράγματα σε κάποιους άλλους. Ο τρόπος που το κάνουν διαφέρει, και αυτή η διαφορά είναι που προσδιορίζει, σύμφωνα με τους «κριτικούς» και τα αφηγηματικά είδη.

Όσα συμβαίνουν σε αυτό το βιβλίο δεν είναι όλη η ιστορία, είναι μόνο κάποια στιγμιότυπα. Μικρές λεπτομέρειες που σε προκαλούν ξαφνικά να τις αξιοποιήσεις. Η πραγματική ιστορία συμβαίνει εκτός των σελίδων του και είναι ο τρόπος που ο καθένας μας ξεχωριστά αντιλαμβάνεται τα γεγονότα. Το Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα αφήνει κενό χώρο, αρνείται να τον συμπληρώσει και να τον καταθέσει ως περαιωμένο, αφού έτσι θεωρεί ότι αποκλείει τον ενεργό ρόλο του αναγνώστη.
Έχει να κάνει πολύ με την απουσία ενός σημαντικού προσώπου, ενός σημαντικού γεγονότος, μιας σημαντικής στιγμής, αυτής της κρίσιμης και καθοριστικής στιγμής που άλλαξε, με μαγικό τρόπο, όλες τις άλλες. Έχει να κάνει πολύ με την επικοινωνία και την ανάγκη μας να ξεφορτωθούμε κάποια «συναισθηματικά βάρη» που μας εμποδίζουν να προχωρήσουμε παρακάτω. Έχει να κάνει πολύ με την απώλεια, έναν εικονικό θάνατο, - πόσα αγαπημένα πράγματα έχουμε χάσει, γνωρίζοντας ότι δεν θα τα ξαναβρούμε;

Το ίδιο το βιβλίο είναι ένας μικρός θάνατος, μια ανυπολόγιστη απώλεια. Από την στιγμή που το γράφεις το χάνεις οριστικά. Είναι σαν ένα ωραίο γυναικείο πρόσωπο που ξαφνικά και πολύ γρήγορα είδες στο δρόμο περνώντας με το λεωφορείο. Δεν θα το ξαναδείς. Οι λέξεις που τοποθετείς στο χαρτί είναι μια προσπάθεια να συνδεθείς απευθείας με τα βαθύτερα τοπία της ύπαρξης σου, μια κατεξοχήν πράξη αυτογνωσίας που σκοπεύει να αποκαταστήσει τις ισορροπίες σου με το κοινωνικό περιβάλλον. Αν έχεις βρει τις ισορροπίες σου δεν χρειάζεσαι τις λέξεις για να στις υποδείξουν. Δεν έχεις κανένα λόγο να είσαι συγγραφέας.

Οι άνθρωποι που γράφουν δεν έχουν κάποια ιδιαίτερη ευκολία με τις λέξεις. Αντίθετα, έχουν κάποια δυσκολία, στην αγωνία τους να τις βρουν και να εκθέσουν δημόσια κομμάτια του εαυτού τους. Η διάθεση εξομολόγησης που δείχνουν δεν είναι απλή, είναι επώδυνη σαν τοκετός, και αυτή για μένα θα έπρεπε να είναι η ουσιαστική συνεισφορά τους στο άνοιγμα ενός διαλόγου με το κοινό τους.
Στο Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα αυτός ο διάλογος είναι εμφανής. Δεν θα χαρακτηρίσω το επίπεδο διεξαγωγής του, αυτό θα το κάνουν άλλοι, «ειδικότεροι». Εκείνο για το οποίο είμαι σίγουρος είναι ότι υπάρχει. Αυτός ο διάλογος είναι η πρωταρχική ουσία της γραφής και ο σημαντικότερος λόγος που το βιβλίο αυτό γράφτηκε.

Η ερωτική σχέση που περιγράφεται εδώ, τα θραύσματά της ακριβέστερα, είναι μια σχέση οδύνης και σαν τέτοια πρέπει να ειδωθεί. Το ανώδυνο, το φαινομενικά απλό, δεν προσέλκυσε ποτέ το ενδιαφέρον του συγγραφέα. Είναι μια σχέση που η αρχή της εκτίθεται στο προηγούμενο βιβλίο μου Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου και εδώ συνεχίζεται ως ενεργή απουσία που καθορίζει και προσδιορίζει τις εξελίξεις. Είναι μια αβάσταχτη παρουσία αυτή η απουσία, μια πάλη ανάμεσα σε έναν ευάλωτο Ενεστώτα και έναν αδυσώπητο Παρατατικό που δεν έχει τέλος. Κάποια στιγμή ο Παρατατικός εξομοιώνεται με πραγματικό Ενεστώτα, ενθρονίζεται κυρίαρχος στο παρόν, και αυτό το παιχνίδι είναι ο έρωτας που συνεχίζεται με άλλο πρόσωπο και τελικά θριαμβεύει σε βάρος ενός ιδιωτικού χρόνου.

Ο έρωτας δεν είναι κάτι που μπορείς να αφηγηθείς μόνο με λέξεις. Μπορείς να περιγράψεις την οδύνη του, την απουσία του εγώ, την πλάτη του καθώς φεύγει, αλλά πώς να αποτυπώσεις την αρμονία των δονήσεων που προκαλεί, πώς να ανακαλύψεις την ίδια του την ουσία; Χρειάζεσαι χρώματα, ρυθμούς, αναπνοές που να κόβονται. Είναι ένα πολύ ακραίο συναίσθημα για να αναζητήσεις, έστω προσωρινά, καταφύγιο. Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να το ζήσεις. Στο Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα ο έρωτας προσωποποιεί ένα ακόμα ιδανικό, αυτό που κάνει τις επιθυμίες μας να παραμένουν πεισματικά ζωντανές.

Υπάρχει ένα ακόμα βασικό κλειδί που ξεκλειδώνει κάποιες μυστικές πόρτες του βιβλίου και αυτό το κλειδί αφορά στην απεύθυνση που αλλάζει ρόλους και ιδιότητες διαρκώς, παραμένοντας πάντα στην θηλυκή της υπόσταση: Η γενιά, Η εποχή, Η γυναίκα.
Υπάρχουν σημεία που οι ρόλοι γίνονται δυσδιάκριτοι, δεν γνωρίζεις καν αν αυτός ο ιδιότυπος διάλογος είναι μεταξύ του αφηγητή και μιας γυναίκας ή του αφηγητή και της γενιάς του. Θεωρώ και εδώ ότι πρόκειται για ένα παιχνίδι που «χαιδεύει» την φαντασία και δίνει βήμα στον αναγνώστη να καταθέσει - κι αυτός με τη σειρά του - την δική του ξεχωριστή εκδοχή, που μπορεί να είναι εξίσου ενδιαφέρουσα ή και πιο ενδιαφέρουσα ακόμα από την συγκεκριμένη οπτική του συγγραφέα.

Δεν θα σταθώ ιδιαίτερα στην μουσική πλευρά του Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα. Τα βιβλία έχουν πάντα την δική τους ξεχωριστή μουσική, είτε αναφέρονται σε αυτήν με έμμεσο ή άμεσο τρόπο, είτε όχι. Έχω αρκετές φορές πει ότι το ροκ λειτούργησε σαν καταλύτης στην εφηβεία μου, συνδέοντας γεγονότα και στόχους και σε ένα μεγάλο βαθμό καθόρισε την ενηλικίωση μου και την στάση μου απέναντι στα πράγματα. Είναι φυσικό κάτι που αγαπάς να μεταφέρεται και στο κείμενό σου.
Νομίζω ότι αυτά τα λίγα είναι αρκετά. Δεν θέλω να σας κουράσω περισσότερο.

Σας ευχαριστώ πολύ


Σταύρος Σταυρόπουλος