Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2011

ΑΡΠΑ





Σαντορίνη, Καλοκαίρι 2010

Μέσα στο μαύρο υπάρχει μια παράξενη διαφάνεια λευκού. Μια χούφτα γαρμπίλη από εξορισμένα χρώματα έγινε δαχτυλίδι στο πόδι μου. Διασταύρωση όρασης, ώρες βυθοσκόπησης. Σαν γάμος βλεμμάτων. Ευλογημένος. Από τον Θεό που υπάρχει στο διάστημα ανάμεσά μας. Στο χώρο που όλες οι εξελίξεις καθορίζονται.

Στην παραλία ο έρωτας γευματίζει σε ξύλινα στρώματα. Τον τυλίγουν με λευκά πανιά. Απλώνουν πάνω του αντιηλιακά. Για να επιτρέψει εκείνο που αύριο θα φύγει. Μια επιστροφή. Ένα μωρό σαν ουρανός γέρνει στην άκρη μιας ύπαρξης. Ακουμπάει το κεφάλι του πάνω στο παρελθόν. Χωρίς να ξέρει, ελπίζει. Να προλάβει να μην γίνει αόριστος. Όταν μεγαλώσει, θα μάθει να μαδάει όνειρα μέσα από ξένα μάτια. Θα μιλάει για θαύματα. Θα τα πολλαπλασιάζει, αλλάζοντας θέση στα μαξιλάρια.

Αριστερά και δεξιά, χρώματα. Στοιχισμένα ονόματα. Αχυρένιοι άνθρωποι σχηματίζουν ομπρέλες. Ο αέρας περνάει από το άνοιγμα που τους στηρίζει. Σπονδυλική στήλη καμωμένη από λάστιχο. Ώσπου να βραδιάσει, ό,τι γεννήθηκε θα έχει ξεχάσει την αιτία. Εκείνη που απέδρασε μέσα από την άκρη των νυχιών.

Στη μέση του δρόμου ένας άντρας σκυμμένος, συλλέγει χρώματα. Κρατάει γερά μέσα στη χούφτα του ένα γυαλιστερό μαύρο. Μια γυναίκα στην ίδια πορεία. Γρατζουνάει την διαδρομή αποσπώντας γράμματα από τα ονόματα. Που έζησαν πριν εκεί, μαζί του. Μια μέρα θα μιλήσω γι αυτά που δεν μπορώ. Τώρα απλά συντηρώ τη σιωπή μέσα μου. Κυοφορώ εκείνες τις λέξεις που θα υπάρξουν μόνο αν αρθρωθούν. Τότε θα έρθει το οριστικό τέλος κάθε έννοιας. Που θα σημαίνει το τέλος.

Κάθε άνθρωπος είναι μια γυάλα. Ανάλογα με το μέγεθος, νιώθει. Στριμώχνει τις μνήμες του για να τις διατηρήσει. Να μπορεί να θυμάται αυτό που κάποτε νόμισε. Ακυρωμένα εισητήρια αναπνοών στις καμπίνες των πλοίων. Χάδια που φόρεσε τη νύχτα για να μην κρυώνει. Τα βάζει όλα με τέτοιο τρόπο που να μη χρειαστεί να τα μετακινήσει. Μετά απλώνει ένα σεντόνι γύρω της για να μην βλέπει τις αντανακλάσεις. Της επιθυμίας. Φώναξε και η ηχώ δεν γύρισε.

Στην άκρη του γκρεμού μια κλειδωμένη πόρτα. Από κάτω της μια φωτιά παγωμένη. Σαν βράχος που σμίλεψαν οι αιώνες. Αν σπάσω το λουκέτο θα φτάσω στο κέντρο της γης. Τα δάχτυλα απ’ τα πόδια μου χαράζουν τα ίχνη. Στα χρόνια που θα ρθουν θα βρω όσα έσπειρα. Αυτά που με οδήγησαν στην μαύρη άμμο. Στο καλοκαίρι των Αγίων.

Στο προσκύνημα του ηλιοβασιλέματος ανάμεσα απ’ τις χορδές μιας άρπας.

Μαρία Χρονιάρη


1 σχόλιο:

ΜΑΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑΡΗ είπε...

Ευχαριστώ πολύ για την δημοσίευση του κειμένου μου. Για το προσκύνημα του ηλιοβασιλέματος στις στροφές των Αγίων..